Showing posts with label ζωή σαν απο ταινία. Show all posts
Showing posts with label ζωή σαν απο ταινία. Show all posts

13.6.17

#LoveStory: Συνέβη στη Σέριφο


Οι φίλες της την περίμεναν στη Μήλο, εκείνη θα έφτανε την επόμενη ημέρα με το πλοίο της γραμμής, που πριν τη Μήλο θα έκανε στάση σε ένα σωρό ελληνικά νησιά. Δεν την πείραζε που ταξίδευε μόνη της, απολάμβανε το ταξίδι, πρώτη φορά βρισκόταν άλλωστε στην Ελλάδα.

Κάπου στα ανοιχτά, ένας άντρας την πλησίασε και τη ρώτησε το όνομά της.  Η Ισπανίδα ήταν πολύ όμορφη για να του περάσει απαρατήρητη. Της συστήθηκε και έπιασαν κουβέντα περί ανέμων και υδάτων. Εκείνος θα κατέβαινε στη Σέριφο, την ιδιαίτερη πατρίδα του, όπως κάθε καλοκαίρι.

Ύστερα από μια σύντομη συζήτηση και χωρίς να το σκεφτεί περισσότερο από λίγα δευτερόλεπτα της είπε, «Πάω έξω να κάνω ένα τσιγάρο. Έχεις μισή ώρα για να αποφασίσεις αν θα κατέβεις μαζί μου… στη Σέριφο…». Ήταν σίγουρο ότι σε μισή ώρα θα χανόταν κάθε ευκαιρία να ξανασυναντηθούν αυτοί οι δύο άνθρωποι.


Πέρασαν τέσσερα χρόνια από αυτήν την τυχαία συνάντηση. Το προηγούμενο Σαββατοκύριακο έγινε ο γάμος τους στη Σέριφο.

Αυτό.

Καληνύχτα σας! 

8.9.15

Συναισθήματα, αναμνήσεις & δάκρυα που γίνονται καραμέλες

Εχθές απόλαυσα με τον μικρό μου αδερφό και την παιδική μου φίλη Τρίσια, την ταινία «τα μυαλά που κουβαλάς» (“inside out”) της Pixar σε συνεργασία με την Disney. Από τις πιο έξυπνες ταινίες που έχω δει, με πραγματικό νόημα, που εύχομαι να έπιασε και ο μικρός…



Βασικά συναισθήματα… Χαρά, Λύπη, Θυμός, Φόβος, Αηδία. Όλα τους χρήσιμα, ακόμη και η Λύπη και η Αηδία. Υποθέτω ότι στον καθένα μας υπερτερεί κάποιο από αυτά. Στην περίπτωση της Ράιλι (η ηρωίδα) ως αρχηγός φαίνεται η Χαρά. Αυτό σημαίνει ότι οι περισσότερες ημέρες της πρωταγωνίστριας ολοκληρώνονται με ευτυχισμένες αναμνήσεις! Όμως τελικά, όσο μεγαλώνει, μαθαίνει να έχει ανάμεικτα συναισθήματα. Χαρά και λύπη μαζί ας πούμε, χωρίς αυτό να σημαίνει δυστυχία.Γιατί προφανώς και όσο μεγαλώνουμε δεν μπορεί όλα να είναι ρόδινα, αλλά μπορούμε να παραμένουμε χαρούμενοι.

Κεντρικές αναμνήσεις: Αναμνήσεις που σε στιγματίζουν και χτίζουν την προσωπικότητά σου. Το νησί της οικογένειας, ίσως το πιο θεμελιώδες… Το νησί της φιλίας… Το νησί της… χαζομάρας!!! (το αγαπημένο της Τρίσιας).

Και τα άλλα κομμάτια του μυαλού… Το τραίνο των σκέψεων… που κουβαλάει επάνω κούτες από «απόψεις» και «γεγονότα», που με ένα μικρό ατυχηματάκι πέφτουν κάτω και μπερδεύονται μεταξύ τους! Τι είναι γεγονός; Τι είναι άποψη; Αλήθεια είναι ότι μερικές φορές τα συγχέουμε, όχι;

 Ύστερα είναι η Χώρα της Φαντασίας! Το Υποσυνείδητο! Οι Αφηρημένες Σκέψεις! Και η Χωματερή, στην οποία καταλήγουν άχρηστες αναμνήσεις, όπως η μνήμη αριθμών τηλεφώνων που δεν χρησιμοποιούμε πια…

Τα Βασικά Συναισθήματα μας έδειξαν ουσιαστικά, πως δεν είναι καλό να είσαι άδειος συναισθηματικά. Πρέπει να αντιδράς, είτε με το να ψάχνεις να βρεις πάντα τη θετική πλευρά του πράγματος (Χαρά), είτε με το να ξεσπάσεις βάζοντας τα κλάματα (Λύπη), είτε ακόμη με το να κλειστείς στο δωμάτιό σου και να φωνάξεις την αγαπημένη σου βρισιά!!! (ατάκα του Θυμού -αυτή είμαι εγώ, ξεκάθαρα!).

Και τώρα λίγα λόγια για τον Μπινγ Μπονγκ, τον φανταστικό φίλο της ηρωίδας Ράιλι. Είναι φτιαγμένος από ροζ μαλλί της γριάς, μισός ελέφαντας, μισός γάτα, τα δάκρυά του είναι καραμελίτσες και έχει έναν πύραυλο-καρότσα που λειτουργεί με τραγουδομηχανή. Όσο τραγουδάς, αυτό πηγαίνει…Όσο πιο δυνατά τραγουδάς, αυτό πηγαίνει πιο γρήγορα και πιο ψηλά (κι αντί για καυσαέριο βγάζει ουράνιο τόξο πίσω του). Δεν λέω ότι είναι φυσιολογικό να έχεις φανταστικούς φίλους στην ηλικία μου… Αλλά έστω ότι είχες πως θα έμοιαζε; Τι μαγικές ιδιότητες θα είχε; Τι άνθρωπος είσαι τελικά; Δείξε μου τον φανταστικό φίλο σου να σου πω ποιος είσαι!

Μέχρι την επόμενη φορά, θα βρίσκομαι κλεισμένη στο δωμάτιό μου φωνάζοντας την αγαπημένη μου βρισιά..!




14.7.14

Για Σπέτσες Όλο Ευθεία – vol2

-          Που είναι το ξενοδοχείο Ντράνα;
-      Δεν ξέρω, κάπου κεντρικά…

Ο κυριούλης μας ανέβασε σαν τσουβάλια με στάρι σε ένα τρίκυκλο και μας είπε ότι με τα πόδια θα είναι πιο κοντά και να μην ανησυχούμε. «Πολύ απομακρυνόμαστε…», σχολιάζω χαμηλόφωνα, αλλά που να φανταστώ. Αφήσαμε τα πράγματα στο ξενοδοχείο, βάλαμε μαγιό κι ήμασταν έτοιμες να παρτάρουμε. «Προς τα εδώ!», έλεγε η μία, «από εκεί!», έλεγε η άλλη. Θάλασσα δε βλέπαμε, πινακίδες δεν υπήρχαν. «Σόρι, προς τα πού είναι το νερό;», ρωτάμε έναν μηχανόβιο. «Όλο ευθεία…».
 Μετά από ώρα περπάτημα φτάσαμε στο λιμάνι ξανά και δεν είχαμε ιδέα πως θα επιστρέφαμε πίσω στο ξενοδοχείο. «Μα… τι περιοχή θεωρείται; Ντάπια ή Παλαιό Λιμάνι;», ήταν η απορία όλων και τελικά ποτέ δεν καταλάβαμε που ήταν το ξενοδοχείο. Αυτό που καταλάβαμε ήταν πως όλα βρίσκονταν στην ευθεία, αλλά η ευθεία δεν υπήρχε σε αυτό το νησί.

Να΄μαστε λοιπόν στο πάρτι του Βρέλλου. Η Ντράνα τολμηρή ετοιμάζεται να βουτήξει στο νερό και πάνω στη στιγμή γνωρίζει ένα γκομενάκι. Το έκαναν να φαίνεται τόσο εύκολο... Αλλά όχι. Εγώ είμαι συνηθισμένη στην άμμο, στις κυκλάδες...

5 Βήματα για να βγεις σεξι από τη θάλασσα στις Σπέτσες :

1.       Βγαίνοντας από τη θάλασσα περπάτα αισθησιακά πάνω στα κοφτερά βότσαλα που σου ξεσκίζουν τις πατούσες
2.       Βρες ισορροπία και άφησε ανεξέλεγκτη όλη του τη γκαουτσαλοσύνη τεντώνοντας άκομψα τα χέρια αριστερά και δεξιά
3.       Κάνε επικύψεις μπρος και πίσω μέχρι να έρθεις στα ίσια σου
4.       Βγάλε «όου – όου» κραυγές καθώς ήδη στο μυαλό σου έχεις τσακιστεί
5.       Άσε να πέσεις κάτω σα φώκια και με κίνδυνο το μαγιό να φύγει και να βγει το κώλος/βυζί φόρα παρτίδα

Η Ρούνι κι η αφηγήτρια το έριξαν στα σφηνάκια - ωραίος ο μπάρμαν- και για λίγο δεν έχασαν το ΚΤΕΛ, καθότι το «παιδί», δεν πίνει αλκοόλ, μόνο κρύο τσάι, κι εκείνη τη δύσκολη ώρα που οι άλλοι ήδη επιβιβαζόντουσαν, έβγαζε σέλφι στην αιώρα. Φυσικά, το παιδί δεν φοράει ρολόι (και ούτε ξέρει να τη διαβάζει στο κινητό). Όρθιες στο ΚΤΕΛ και πλέον πεινασμένες...

Ο Κουμπάρος μας είχε τάξει να φάμε στο Ορλώφ, μουσακά χταποδιού και εμείς με τη σειρά μας το είχαμε προτείνει σε εκείνο το συμφοιτητή που πετύχαμε στο καΐκι με τη γκόμενά του. «Ρούνι, βάλε το πουκάμισό σου, μην πουν ότι είμαστε με τα μαγιό». Έβαλε το πουκάμισο, κούμπωσε όλα τα κουμπιά ως απάνω σαν τον Πίπη και τελικά φάγαμε πόρτα. Ο συμφοιτητής έτρωγε στο βάθος κι εμείς φεύγαμε πεινασμένες και ντροπιασμένες.

Καταλήξαμε σε μια ψαροταβέρνα που επίσης θεωρείτο χάι κλας -απορίας άξιον γιατί- και για να μη μας ρίξουν πόρτα κι αυτοί, μας έβαλαν στο τραπέζι του προσωπικού – μάλλον. Άδεια όλα τα τραπέζια, η ώρα οκτώ κι εμείς κρυμμένες σαν την ντροπή του νησιού; «Ε όχι! Θα τους τρίψουμε τα λεφτά μας στη μούρη!», αποφάσισα νευριασμένη, έξαλλη με το γεγονός ότι ένα ζευγάρι ξένοι κάθονταν στο καλύτερο τραπέζι και φυσικά, γνωστή η τσιγγουνιά του ξένου τουρίστα, την έβγαζαν με μια σαλάτα στη μέση. Πάρε και αυτό, πάρε κι εκείνο, πάρε και το άλλο, ωραία κι η μακαρονάδα του ψαρά, φέρε και μια καλαμαράδα απο σουπιά γιατί δεν έχεις ούτε καλαμάρι, αγκαλιά με ένα Θαλασσίτη, τους τρίψαμε τα λεφτά μας στη μούρη και φύγαμε ντίρλα, σκασμένες και άφραγκες, μην έχοντας ιδέα προς τα πού είναι το ξενοδοχείο… «Όλο ευθεία κορίτσια, καλά πάτε…».

30.6.14

Η Συνυφάδα

Η μεγάλη ημέρα έφτασε, θα έβαζα το μακρύ το φόρεμα και θα ανέβαινα τα σκαλιά της εκκλησίας, ασυνόδευτη, σαν τη μαγκούφισσα. Οι συγγενείς του γαμπρού θα ψιθύριζαν, «η συνυφάδα… ήρθε η συνυφάδα… η πέτρα του σκανδάλου…». Τα πόδια μου σχεδόν έτρεμαν και ένα δάκρυ συγκίνησης ήταν έτοιμο να ξεπεταχτεί από τα μάτια μου. «Αυτή είναι από το σόι του πρώην!», θα σκεφτόταν εκείνη η κοντή στο βάθος. Και τι θα έλεγα αν με ρωτούσαν από πού ξέρω τη νύφη; «Από στο σχολείο!», είπα στον περίεργο με το αστείο γενάκι. «Α ναι; Ήσουν στο σχολείο μας;» (φτού ρε πούστ, ήμουν σίγουρη ότι είναι του γαμπρού αυτός). Πάνω στην ώρα ήρθε η νύφη και η κουβέντα μας ξεχάστηκε. 

Τα πόδια μου καρφωμένα στα πόδια της. «Δε το σέρνει καλά το παπούτσι, πολύ ανάλαφρα περπατάει», σχολίασα στην Έλενα. «Νύφη είναι καλέ, όχι φαντάρος! Τι ήθελες να σέρνει τα πόδια της;», είπε για να με επαναφέρει στην τάξη. «Και πως θα σβηστούν τα ονόματά μας από τη σόλα αν περπατάει και πετάει; Με τον αέρα;», τη διόρθωσα. Είχαμε στηθεί σχεδόν πίσω από τις κουμπάρες με τα μάτια καρφωμένα στο τραπέζι, μόλις τελείωνε ο γάμος να πέφταμε πάνω στο δίσκο να χώσουμε στις τσέπες όσα περισσότερα κουφέτα μπορούσαμε να τα βάλουμε το βράδυ κάτω από το μαξιλάρι. Όποτε προλάβαινα, παρατηρούσα τις συμπεθέρες να δω ποια θα κλάψει πρώτη, αυτές, ή εγώ; Είχα άγχος, θα τον πατήσει το γαμπρό; Ξέρει πότε; Θα της το πει κάποιος; Θα τον πατήσει με αρκετή δύναμη ώστε να σβηστούν τα ονόματα κάτω από το παπούτσι;

Έφτασα στη δεξίωση, «το τραπέζι 19», μου είπε ο Μεσιέ στην είσοδο. Φτάνω και τι να δω; Πάλι εκεί ο συμμαθητής της νύφης. «Τελικά δε μου είπες, από πού την ξέρεις τη νύφη;», ρώτησε πάλι ο περίεργος. «Ήμασταν μαζί φαντάροι!», είπα όσο πιο χαριτωμένα γίνεται, έβγαλα μια σερβιέτα από την τσάντα για ξεκάρφωμα, για να του προκαλέσω αμηχανία και να σκάσει επιτέλους. «Έεερχονται, έεερχονται!», φώναξε η θεία από τη Ρόδο. Στο άκουσμα «έρχονται-έρχονται» πήγα να βουρκώσω πάλι, έστρεψα τα μάτια μου αλλού και έφερα στο μυαλό μου εκείνη την ημέρα, την πρώτη φορά που αντίκρισα τη νύφη. Θέε μου πόσο την είχα αντιπαθήσει όταν την είχα γνωρίσει. Και τώρα την πάντρευα! Έβαζα τον εαυτό μου μέσα στο σόι, ποτέ δεν είπα «μια φίλη μου παντρεύεται», πάντα ανέφερα ότι «παντρεύω μια φίλη μου» λες κι ήμουν κι εγώ κουμπάρα. Ξεπέρασα την κρίση συγκίνησης και πάλι, γιατί είχε έντονο φωτισμό κι η μάσκαρα δεν ήταν αδιάβροχη.

Όταν πια το φαγητό είχε τελειώσει κι είχαν αρχίσει οι χοροί, η νύφη έριξε ζεϊμπέκικο κι έβαλε τα γυαλιά σε όλους τους μόρτηδες που πάτησαν ετούτη τη Γη. Χάμω όλες οι τσούπρες να χτυπάμε παλαμάκια, ο γαμπρός κόντευε να πάθει καρδιά από τη χαρά του. Συνειδητοποίησα ότι εγώ αυτό μάλλον δεν θα το ζήσω ποτέ. Καταρχήν δεν ξέρω να χορεύω ζεϊμπέκικο, ρεζίλι θα γίνω. Θα έκλαιγα εκείνη τη στιγμή επιτέλους, αλλά άρχισαν τα νησιώτικα κι ήταν αδύνατο να μη σύρω το χορό με τη νύφη μας, καθότι εμάς τις δύο, κατά βάθος, μας ένωσε κάπου κάποτε ένας παριανός μπάλος. Προφανώς και ούτε μπάλο ξέρω, αλλά ευτυχώς όποτε φτάνει η στιγμή να τον χορέψω είμαι ήδη μεθυσμένη και δε με νοιάζει.

Κι ύστερα ήρθε η στιγμή για το «σέλφι» με τη νύφη. Κι ήμουν πολύ υπερήφανη γιατί από όλους στο τραπέζι μας, επάνω στα δικά μου πόδια ήρθε κι έκατσε. Κι έτσι δε μπόρεσα να κάνω ότι πέφτει ο αναπτήρας κάτω, να σκύψω να δω αν σβήστηκαν τα ονόματα κάτω από το παπούτσι, αλλά ήμουν πολύ ευτυχισμένη με την ευτυχία της και δεν με ένοιαζε.

Κι ύστερα άρχισε η ρακή και έσβησαν τα φώτα κι επιτέλους, το ζευγάρι χόρεψε. Και δεν πρόλαβα τίποτα να κάνω, άρχισα να κλαίω ασυγκράτητα και να με παρηγορεί η μαμά της νύφης –που ήταν τελείως ψύχραιμη σε σχέση με τη δική μου, που θα έκλαιγε μια βδομάδα πριν και ατελείωτα. Αν με ρωτάς είχε πολύ κόσμο ο γάμος, κι ήταν πολύ πετυχημένος. Κι όμως, ήξερα ότι ανάμεσα στον κόσμο, η νύφη ήξερε ότι εγώ είμαι εκεί κι ένιωθα έτσι, κι όχι αλλιώς. Δεν ξέρω κιόλας πως ένιωθαν οι άλλοι, αλλά εγώ στους άλλους γάμους που πάω τρώω και πίνω και χαμπάρι δεν παίρνω (εξαιρείται ο γάμος της Χρύσας στον οποίο επίσης έκλαιγα πάνω από το πιάτο σε όλη τη διάρκεια του χορού). Σε αυτό το γάμο, πάντρευα μια πολύ καλή φίλη, που για εκείνη ήμουν και θα είμαι πάντα η πρώην αλλά ες αεί Συνυφάδα…



19.6.14

Είναι μικρός ο κόσμος Πίκατσου!

Το παρακάτω απευθύνεται σε όλες εσάς που κόβετε το χέρι σας ότι ο άλλος λέει αλήθεια, επειδή έχει αγαθή φάτσα.



Τον έλεγαν Νίκο και τον είχα γνωρίσει σε ένα μπαρ. Στα μπαρ να ξέρετε, γίνονται οι χειρότερες γνωριμίες! Ήταν φίλος ενός γνωστού μας, φαινόταν αστείος τύπος, ασχημούλης, αλλά αστείος. Μιλούσαμε για ώρα, υπέθετα από αμοιβαία συμπάθεια, άλλωστε δεν ήταν του γούστου μου για οτιδήποτε παραπάνω.  Ο τύπος κόλλησε επάνω μου σα το τσιμπούρι και ούτε ξέρω πως, βρήκε το τηλέφωνό μου. Για μέρες προσπαθούσε να με πείσει να βγούμε για ένα ποτό. Σας λέω ήταν πολύ αστείος, να φανταστείτε, όταν τον ρώτησα τι ζώδιο είναι μου είπε «Πόκεμον με Ωροσκόπο Μονόκερο». Ήταν αστείο όπως το είπε.

Ένα ποτάκι δεν έβλαψε κανέναν, σε αυτό το σημείο ωστόσο θέλω να πω το εξής: Όταν γουστάρουμε πολύ έναν άντρα ντρεπόμαστε να ρωτήσουμε φάτσα φόρα το ζώδιό του, είμαστε ικανές να κάνουμε τα πάντα για να το μάθουμε χωρίς να τον ρωτήσουμε. Είναι δηλαδή πιο πιθανό να υποκλέψουμε το σύστημα του HR της εταιρείας που δουλεύει για να εισέλθουμε στο φάκελό του και να κοιτάξουμε την ημερομηνία γέννησης. Ή ακόμα να του κλέψουμε την ταυτότητα. Τέλος πάντων, θέλω να πω ότι ο τύπος δε με ενδιέφερε καθόλου, ποτέ, ούτε για μια στιγμή, απλά ήταν τόσο γλυκός που δε μπορούσες να αρνηθείς να πας για ένα ποτό μαζί του και να του πετάξεις αργότερα στα μούτρα «σε βλέπω φιλικά»!

Γέλασα πολύ και στο τέλος τον γείωσα. Ο τύπος επέμενε για μήνες ολόκληρους, να πάμε για τσίπουρα(?), ρακές και ούζα, για τάβλι, ένα σωρό εναλλακτικές προτάσεις τις οποίες απέρριπτα με την πρώτη. Δε δίστασα να τον αποθηκεύσω στο κινητό μου ως «Μη το σηκώσεις». Πριν σταματήσω βέβαια να απαντάω τον προειδοποίησα ότι δε θα απαντήσω ποτέ ξανά και ότι δεν υπάρχει καμία ελπίδα. «Γιατί μου το λες έτσι χύμα;», είπε. «Γιατί θα ήταν αυτό που θα ήθελα να μου πουν αν κυνηγούσα χωρίς ελπίδα κάποιον», του είχα πει κι είχα νιώσει πολύ υπεράνω. Η μέθοδος Εξαφανιζόλ χωρίς εξήγηση είναι σχεδόν απάνθρωπη. Αν ήξερα βέβαια τι μαλάκας ήταν…

Ένα χρόνο μετά την τελευταία του εμφάνιση...

Ήμουν στο γραφείο μου μέχρι που ο τύπος μπήκε μέσα και χωρίς να με δει άρχισε να μιλάει σε κάποιες συναδέλφους. Η σχέση της εταιρείας μαζί του αυστηρώς επαγγελματική, πως το έφερε η κουβέντα όμως, είπε ότι έχει δέκα χρονών παιδί και προσφάτως απέκτησε και δεύτερο! Κάτι μου θύμιζε αυτή η πολύ αστεία φάτσα, μα δε μπορεί να ήταν αυτός! Ποια γυναίκα και ποια παιδιά και τι λάχανα είναι αυτά; Σηκώθηκα πάνω, πλησίασα να δω καλύτερα και τότε γύρισε το κεφάλι του. Ήταν αυτός! Θα έλεγα ξεκάθαρα ότι ήταν Πόκεμον με Ωροσκόπο Μονόκερο! Με κοίταξε κι άλλαξε περίπου δέκα χρώματα καθώς περνούσε το κατώφλι της πόρτας. Μετά βίας κρατήθηκα να κλείσει η ριμαδοπόρτα για να ξεχυθώ στις συναδέλφους να ρωτήσω: Τον λένε Νίκο;

Μου λένε ναι. Να’ναι καλά ο σπιούνος, το viber, έψαξα για την επαφή «Μην το σηκώσεις!» και βρήκα τη μουτσουνάρα του στην προφάιλ φώτο. Τον έδειξα εμπιστευτικά στη συνάδελφο για επιβεβαίωση, εκείνη αναγνώρισε και τον αριθμό. Ναι λοιπόν, το Πόκεμον ήτο πάντοτε παντρεμένο με παιδί και μου ήθελε και γκόμενα!


Είναι μικρός ο κόσμος Πίκατσου.

22.5.14

Everybody loves the Marketista vol 2: Ο επίμονος Κλαδευτής!

Ήταν ένα κρύο απόγευμα του Ιανουαρίου όταν το μεγαλοστέλεχος του μάρκετινγκ της Giant βγήκε κατάκοπο από την εταιρεία με τα κλειδιά στο χέρι, το άγχος "θα με φτάσει η βενζίνη μέχρι το βενζινάδικο ή όχι;" και με το μαλλί ως απάνω από τα νεύρα.

Το αυτοκίνητο ήταν παρκαρισμένο σε κεντρικό δρόμο, ψιλοπαράνομα, γιατί τα μεγαλοστελέχη ζουν επικίνδυνα. Η Μαρκετίστα μπήκε γρήγορα στο αμάξι, το μόνο που είχε στο μυαλό της ήταν να φτάσει με τις τέσσερις ρόδες στο πλησιέστερο βενζινοπωλείο και να φουλάρει το ντεπόζιτο με τα δέκα ευρώ που είχαν απομείνει μέχρι το τέλος του μήνα. Στη διαδρομή, κι αφού έφτανε στο στόχο-βενζινάδικο, επομένως ξεκόλλησε για λίγο τα μάτια από το κόκκινο λαμπάκι και κοίταξε ευθεία στο δρόμο, παρατήρησε ότι καταμεσής του παρμπρίζ της υπήρχε μια πρασινάδα, περίτεχνα και με δεξιότητα καρφωμένη, ακριβώς στο κέντρο. Μα πως δε το είχε δει τόση ώρα;

Ξαφνικά όχι μόνο το παρατηρούσε αλλά την ενοχλούσε κιόλας κι άμα μπορούσε θα σταματούσε στη μέση του δρόμου για να βγάλει αυτό το πράμα από τη μέση. Έκανε υπομονή κι εκνευρισμένη έφτασε στο βενζινάδικο. Ο βενζινάς το πήρε και της το έδωσε στα χέρια. Εκείνη το κοίταξε καλά-καλά. Ο βενζινάς γέλασε, κι είπε σε σπαστά ελληνικά "κάποιος το έβαλε εκεί".

Η Μαρκετίστα γύρισε στο σπίτι με το κλαδί κι άρχισε να ψάχνει στο ίντερνετ όμοιες φωτογραφίες. Αν υπήρχε κάποιος κρυφός θαυμαστής, θα άφηνε ένα λουλούδι, ή έστω ένα σημείωμα. Έψαξε το αμάξι γύρω γύρω, μήπως ο Κλαδευτής είχε γράψει το ραβασάκι, στη σκόνη που στόλιζε το αμάξι της. Τζίφος. Το μυαλό της πήγε σε εκείνον το συνάδελφο, που πλακατζή δεν τον έλεγες, καψούρη δεν τον έλεγες, αλλά μαλάκα τον είπες τελικά. Η Μαρκετίστα έμαθε οτι αυτό το κλαδί ήταν φίκος. Μάλιστα. Και τι μπορεί να συμβολίζει ο φίκος αγαπημένο γοογλε;

Ύστερα το μυαλό της ταξίδεψε. Κάποιος ανίκανος να σκεφτεί κάτι καλύτερο, έκανε μια απόπειρα να βουτήξει το δάχτυλό του στο ρομαντισμό, έκοψε ένα φίκο και της τον φύτεψε στο παρμπρίζ. "Εσύ ήσουν;",τον ρώτησε ελπίζοντας οτι είχε λύσει το αίνιγμα. Εκείνος είπε όχι, εκείνη τον πίστεψε κι ένιωσε λίγο γελοία για την ερώτηση. Άκου εκεί, να τον ρωτήσει "εσύ έβαλες το κλαδί στο παρμπρίζ;". Μετά όμως ήρθε το παράπονο. Μα γιατί να μη σκεφτεί να μου αφήσει ένα φυτό στο αυτοκίνητο, έστω κι ένα φίκο; Κι αν δεν είναι αυτός, τότε ποιος;

Οι φίλοι της την έβγαλαν τρελή. "Ε μωρέ, κάποιος περαστικός θα το έβαλε εκεί τυχαία, για πλάκα...". Οι φίλοι της το ξέχασαν και το είχε ξεχάσει κι εκείνη, ώσπου πέντε μήνες μετά, ύστερα απο μια ακόμη κατάκοπη ημέρα, οι μνήμες ζωντάνεψαν ξανά μπροστά στα μάτια της: Ένα άλλο κλαδί, άλλο είδος, όχι φίκος, ήταν καρφωμένο στο ίδιο σημείο του παρμπρίζ. Το αμάξι σε άλλο στενό παρκαρισμένο. Αυτή τη φορά το εκπαιδευμένο μάτι της το είδε αμέσως. Έβγαλε μια φωτογραφία, το έστειλε στους φίλους της με σημείωση "δεν είμαι τρελή", πέταξε το κλαδί και γύρισε στο σπίτι της αλαφιασμένη.

Ο επίμονος Κλαδευτής ξαναχτύπησε κι ούτε ένα στοιχείο δεν άφησε για το ποιος μπορεί να είναι. Ποιος απο όλους αυτούς τους τρελούς θαυμαστές μπορεί να ήταν; Ποιος ήταν ο Κλαδευτής του Παλαιού Φαλήρου και γιατί προτιμούσε τα κλαδιά απο τα λουλούδια; Τι είδους ανωμαλία ήταν αυτή;

Ένα ήταν σίγουρο. Everybody loves the Marketista, but there is one who loves her more.

18.5.14

The Drana On Fire


Ήταν φρεσκολουσμένη και δε φορούσε λακ -ευτυχώς. Είχε ακουμπήσει δύο διακριτικές σταγόνες αρώματος Σανέλ Νο 5 πίσω απο τα αφτιά. Είχε ανέβει πάνω στα ψηλά πέδιλα στολισμένα από κρυστάλλους Σβαρόφσκι και είχε βάψει τα σαρκώδη χείλη της κόκκινα, στο χρώμα της φωτιάς. Μια ντίβα όπως πάντα, με καλοκαιρινή διάθεση...η Ντράνα θα πήγαινε σε ένα ελίτ πάρτι στα νότια προάστια Αττικής.

 Όλα κυλούσαν όμορφα στον κήπο της Εδέμ, το πολυτελές μπαρ πάνω στη θάλασσα στο οποίο είχε κάνει μόλις άφιξη η Ντράνα. Αφουγκράστηκε τα κύματα, έβγαλε μερικές φωτογραφίες υψηλής αισθητικής για το ίνσταγκραμ πριν ο αέρας της χαλάσει το μαλλί. Έπινε ντοματόζουμο χωρίς αλκοόλ (Virgin Mary) και κουνούσε το κεφάλι της ατίθασα στο ρυθμό της μουσικής. Κοίταζε ανυπόμονα γύρω της, γιατί, τώρα, σε λίγο, όπου να’ναι, θα έμπαινε ένας πρίγκιπας με λευκό αεράτο πουκάμισο, κόκκινη χαίτη και φακίδες στη μύτη, να την κλέψει και να την πάρει μαζί του στον πύργο του –σε κάποιο κρύο μέρος της Αγγλίας. 

Η επιρροή της πανσελήνου του Απριλίου είχε αντιπαρέλθει ανεπιστρεπτεί και τίποτε δε θα μπορούσε να της κόψει την τύχη στο εξής. Ξάφνου, μια αθίγγανη μεσήλικη διασχίζει ξυπόλιτη το παραλιακό μέρος του μπαρ. Κρατάει τριαντάφυλλα στο ένα χέρι, χαρτομάντιλα στο άλλο. Κοντοστέκεται και κοιτάζει από μακριά τη Ντράνα, μέσα σε εκείνο το σιέλ αέρινο φορεματάκι να ανεμίζει. Η αθίγγανη την πλησίασε όπως ο πυροσβέστης την ωρολογιακή βόμβα. «Κορίτσι μου… δώσμου το χέρι σου να σου πω το ριζικό σου…», της είπε με μάτια που θαρρείς είχαν μαυρίσει ολάκερα, δεν έβλεπες ασπράδι. Η Ντράνα σιχάθηκε λίγο, άπλωσε την παλάμη αλλά της ζήτησε να μη την αγγίξει. Η Αθίγγανη  έριξε μια ματιά και έντρομη κοίταξε ξανά τη Ντράνα… «Η γραμμή της ζωής σου κορίτσι μου…», δεν πρόλαβε να ολοκληρώσει την πρόταση κι τράπηκε σε άτακτη φυγή κι ας μην είχε προλάβει να πουλήσει ούτε ένα χαρτομάντιλο. «Σταδιαλα», σκέφτηκε η Ντράνα, αλλά δε θα της χαλούσε το βράδυ μια τσιγγάνα.

Λίγο παραπέρα διασκέδαζε μια παρέα ανδρών, οι οποίοι το καίγανε το πελεκούδι στην κυριολεξία. Οι μπουρτζόβλαχοι νόμιζαν ότι βρίσκονται στο γήπεδο, με βεγγαλικά χειρός, πυροτεχνήματα, καπνογόνα γηπέδου, ναυτικές φωτοβολίδες, πυρσούς, βαρελάκια κόκκινου καπνού κ.λπ. και ανάμεσα στα λοιπά του εξοπλισμού μια θανατηφόρα βουβουζέλα. Πάνω στο κέφι, η βουβουζέλα εκπυρσοκροτεί, γίνεται ένα ατύχημα, αρπάζουν φωτιά οι χατοπετσέτες. Ένας από τους Ούνους αρπάζει τις χαρτοπετσέτες οσάν πυρομανής και τις εκτοξεύει καταπάνω στο φίλο του, για πλάκα. Ο φίλος του αποφεύγει τη βολή με μια άκομψη πιρουέτα, ο αγέρας βουτάει τις φλεγόμενες χαρτοπετσέτες, τις σηκώνει ψηλά και μια από αυτές κολλάει βεντούζα στα μαλλιά της Ντράνα. Το ένα φέρνει το άλλο και σε κλάσματα δευτερολέπτου η Ντράνα έχει γίνει λαμπάδα. Ο κόσμος έχει μείνει άναυδος μπροστά στο θέαμα. Μην ήταν Παναγιά; Έμοιαζε με φωτοστέφανο η φλόγα στην κεφαλή της. Η Ντράνα ένιωθε τη ζέστη, έβλεπε το φως, αλλά ήταν αδύνατο να καταλάβει ότι η φωτιά βρισκόταν πάνω της, ώσπου άρχισε να καίγεται για τα καλά.



Κανείς δεν ήξερε πώς να βοηθήσει την πύρινη λαίλαπα, εκείνη στρίγγλιζε κι άρχισε να κοπανιέται κι επιτέλους ένας θαμώνας έβαλε τα χέρια του και με μερικά χτυπήματα στο κεφάλι κατάφερε να σβήσει τη φωτιά. 

Η Ντράνα στράφηκε με πόνο στη θάλασσα (καμένη και δαρμένη) ενώ τούφες από το κεφάλι της έπεφταν στην καμένη γη. «Τελικά δεν είμαι η mother of Dragons…» είπε. Μύριζε καμένο κοτόπουλο, ήταν τσουρομαδημένη και σοκαρισμένη. «Δεν έχω δουλειά, ούτε καν μαλλιά… Μόνο σκουλαρίκια και κραγιόν…», απεφάνθη και χάθηκε μέσα στη νύχτα…

18.5.13

Το ξεμάτιασμα


Ήταν σα το δηλητήριο της οχιάς. Μέσα σε λίγα δευτερόλεπτα ο πονοκέφαλος με είχε παραλύσει, η ταχυκαρδία έκανε τον κόσμο να σείεται γύρω μου, και μια πυρκαγιά εντός της κεφαλής μου με έκανε να πιστεύω ότι καίγομαι στον πυρετό. Μα πυρετό δεν είχα. Αναγκάστηκα να βάλω ανακοίνωση στο facebook «παρακαλώ ξεματιάστε με». Όλοι είπαν ότι είμαι πολύ βαριά και βαθιά ματιασμένη. … Τι καλά που θα ήταν αν μπορούσαν να βρουν και σε ποιον ανήκε το κακό μάτι.

Τρεις ξεματιάστρες με ξεμάτιαζαν μέχρι να συνέλθω (χωρίς φάρμακα να τα λέμε κι αυτά για να μην αμφιβάλλετε μερικοί). Ανάμεσα στα ξεματιάσματα άκουσα και διάφορες άλλες συμβουλές όπως «τρίψε τον κώλο σου, βάλε τα ρούχα σου ανάποδα, ρίξε νερό στη μούρη σου, μέτρα στις τρύπες σου, πες το πάτερ ημών 3 φορές μέσα σου, βάλε σκόρδα στις μασχάλες  σου, κάνε κατακόρυφο…».

Το πιο εξωφρενικό από όλα όμως είναι ότι δεν καταλαβαίνω ποιο είναι το κίνητρο αυτού που με μάτιασε. Δηλαδή τι βρήκε να μου ζηλέψει, πραγματικά; Τα χάλια μου έχω ΚΑΙ αυτή την περίοδο.  #the_new_age

Ακόμα πιο περίεργο είναι που το ξεμάτιασμα ήρθε από μακριά. Όλες οι ξεματιάστρες ήταν εκτός Αττικής και εκτός Ελλάδας… Μα σε τι εμβέλεια πιάνει το ξεμάτιασμα; Να μου πεις τώρα με τους δορυφόρους όλα γίνονται…

Πάντως, για το μόνο που μπορώ να είμαι σίγουρη είναι ότι όπως με έπιασε έτσι ξαφνικά, έτσι μου έφυγε κιόλας, μέσα σε μια στιγμή.


11.12.12

«Η Ρούλα η τρελή»


Θα θυμάστε βέβαια τις περιπέτειες της Μπέμπας, τότε που έτρεχε στο ΙΚΑ κι έπαιζε μπουνιές με τις γριές για να διεκδικήσει μια θέση στον ήλιο…ή έστω στη σειρά…Ήρθε κι η σειρά μου λοιπόν. Ανέβηκα-κατέβηκα τουλάχιστον είκοσι φορές στο δεύτερο όροφο. Επισκέφθηκα-μπούκαρα τρείς φορές το πλησιέστερο Φωτοτυπάδικο. Αντάλλαξε χαρτάκια-νουμεράκια κι άκουσα κι άλλες ιστορίες-μπουρδολογίες απο φλύαρες γριές-κωλόγριες, που δεν έχουν τι να ασχοληθούν παρά με τη «Ρούλα την τρελή».

«Αυτή, δε ξέρει τι έχει…», αφηγούταν-βροντοφώναζε η γριά στις άλλες σιωπηλές και καλάγαθες γριές. Εγώ κόντευα να εκραγώ μέσα στο μπουφάν-πανοπλία μου, μιά απο τη ζέστη και μια απο τα νεύρα. Μόνο δύο γκισέ εξυπηρετούσαν τον κοσμάκη. Εφτά το πρωί έφτασα απ’έξω και ήδη οι παράφρονες με είχαν προλάβει, είχαν κολλήσει σα χλαπάτσες στην πόρτα και περίμεναν να πάει 8 για να μπούμε μέσα. Νόμιζα οτι περνώντας το κατώφλι τα δύσκολα πέρασαν. Που να ήξερα, οτι τρεις ώρες μετά θα φοράω ακόμα το μπουφάν, θα τρέχω πάνω-κάτω και μέσα-εξω με δεκάδες χαρτιά για έναν απλό επταψήφιο αριθμό, τον αριθμό μητρώου. Προσελήφθη η κυρά Αλέξω, φίλοι μου. Στα 24,8 της χρόνια κατάφερε να βρει στο Ελλαδιστάν νόμιμη εργασία, αμή, αμή.

«Είναι πάμπλουτη και πάει και τρώει απο τα σκουπίδια η βρώμα!», έλεγε η γριά και σούφρωνε τα χείλη, έλεγες οτι θα αφοδεύσει απο το στόμα με τόση κακία. Ούτε για τη νύφη της να μιλούσε! Κι εγώ να απορώ, τι σκατά κάνουν όλες αυτές οι γριές στο μητρώο; Τις προσέλαβαν κι αυτές; Μπα, δουλειές των παιδιών τους και των εγγονιών τους, που προφανώς δεν είχαν την τύχη να πάρουν «τρίωρη άδεια» όπως εγώ, για να κάνω τη δουλειά μου. Άσε που εγώ ήθελα δίωρη, η μπουχέσα, νόμιζα οτι θα ξεμπερδέψω τόσο απλά! Παράπονο δεν έχω όμως, στη νέα μου δουλειά υπάρχει  αλληλοσεβασμός, υπευθυνότητα και πάνω απο όλα σοβαρότητα. Πράγματα αυτονόητα σε ένα εργασιακό καθεστός, που απλά ΔΕΝ ΥΠΑΡΧΕΙ στην Ελλάδα. Επιτέλους, μια εταιρεία που είναι τυπική σε όλα, πίστευα οτι δεν θα μου συμβεί ποτέ. Οπότε χαλάλι και η ταλαιπωρία του ΙΚΑ.

«Μένει απέναντι απο το μανάβικο κι όταν κλείσουν τρέχει στα σκουπίδια να μαζέψει ό,τι έχουν πετάξει, η Ρούλα η τρελή». Απο τα δύο γκισέ που εξυπηρετούσαν τον κοσμάκη, το ένα ήταν άχρηστο τελείως, μια παραπληγική αργόσχολη μανταμάρα, που δεν ήξερε ούτε το enter που βρίσκεται στο πληκτρολόγιο, με καμία διάθεση να εξυπηρετήσει κανέναν, έκανε ό,τι μπορεί για να καθυστερήσει τα νουμεράκια. Αυτή στο 14 πες κι ο συνάδλφός της στο 20. Κι εγώ με νούμερο 56 παρακαλώ!

«Η Ρούλα, μωρέ, η τρελή! Έτσι την ελέω γώ, η Τρελή». Όσες φορές κι αν ανεβοκατέβαινα τους ορόφους, όποτε πήγαινα να δω που έχει φτάσει το νουμεράκι, η κωλόγρια έλεγε ακόμη για τη Ρούλα την τρελή. Σε ένα άλλο τμήμα, ή μήπως να το πω department γιατί ζούμε σε σύγχρονη Ευρωπαϊκή χώρα βεβαίως-βεβαίως, δύο κυράντζες (όχι απλές κυράτσες δηλαδή) ξεμαλλιαζόντουσαν γιατί η μία άρπαξε το νουμεράκι της άλλης. «Λες κι είχα το αρνί στα χέρια και το βούτηξες για να προλάβεις να φας!», της έλεγε. Η εικόνα σιχαμένη στο μυαλό μου, λίπη να τρέχουνε από το στόμα της μιανής, λάδια να κυλούν από τα χέρια της αλληνής! Μπλιάξ! Τη Ρούλα καλύτερα, τη Ρούλα!

Ανεβαίνω για τελευταία φορά στον όροφο που πρέπει, έχω πλέον συμπληρώσει όοοολες τις αιτήσεις, έχω μαζί μου όοοολα τα χαρτιά (από τύχη, είχα φέρει μαζί μου ό,τι επίσημο χαρτί έχει βγει από τότε που γεννήθηκα, μέχρι και πλαστή ληξιαρχική πράξη του θανάτου μου, για να είμαι σίγουρη!). Καταφέρνω να πάρω τον πολυπόθητο αριθμό μητρώου. Δεν μπορώ να το πιστέψω. Μου έρχεται να δακρύσω από χαρά. «Και τώρα που πρέπει να πάω;» ρωτάω τον κυριούλη, ούσα χίλια τοις εκατό σίγουρη ότι πρέπει να ταλαιπωρηθώ κι άλλο, δε μπορεί! Κι όμως, τα βάσανα είχαν τελειώσει…

«Η Ρούλα η τρελή, ούτε ξέρει τι έχει… Η μάνα της όμως ήταν ζητιάνα! Γι’αυτό πάει και τρώει από τα σκουπίδια η γύφτισσα!», συμπλήρωσε η γριά και λίγο πριν φύγω κατάλαβα για ποια Ρούλα μιλάει. Την ξέρετε όλοι φυσικά…Δεν ξέρω αν αληθεύει ότι τρώει από τα σκουπίδια, ξέρω σίγουρα ότι δεν είναι πάμπλουτη όμως. Κι ότι κανένας άνθρωπος που τρώει από τα σκουπίδια δεν είναι «ζητιάνος». Μια κοινωνία από τέτοιες κακιές γριές τον κάνουν να χάνει την αξιοπρέπειά του, με το σκληρό λόγο τους, με τη σκέψη-χολή, με το απαξιωτικό βλέμμα. Και να ξέρεις, το χειρότερο είναι ότι οι άλλες παλιόγριες συμφωνούσαν και συνέχιζαν να τη λένε ζητιάνα και τρελή.

Ούτε η Βουλή, ούτε η τηλεόραση είναι ο καθρέπτης της κοινωνίας μας, της χώρας μας, του συστήματος που μας κυβερνάει. Η μικρογραφία αυτού του άθλιου πραγματικά κράτους είναι οι δημόσιες υπηρεσίες σαν το ΙΚΑ που επισκέφθηκα σήμερα. Αργόσχολοι , ανήμποροι, ανεπαρκείς στην εξουσία, κακόβουλοι, απάνθρωποι και πρόβατα οι από κάτω. 

Το "μπουρδέλο" είναι λίγο για να το περιγράψω. Είμαστε κι Ευρωπαίοι, ας το ονομάσουμε "Μπορντέλ".


12.11.12

To τιβιφάντασμα


Μια εβδομάδα στον καναπέ, άραζα με κουβέρτα και άφθονο καφέ, βλέποντας απεγνωσμένα vampire diaries για να ξεχάσω σε τι χώρα ζω και πόσο πολύ άνεργη έχω μείνει! Επειδή νιώθω μεγάλη μοναξιά τελευταία, άναβα την τηλεόραση για να τρεμοπαίζει κάτι μεγαλύτερο από την οθόνη του υπολογιστή, αλλά την είχα στο Mute. Όταν τελείωσα τον 1ο κύκλο έσπασε η καφετιέρα μου… Προσπάθησα να μην κλάψω και τα κατάφερα…

Η τηλεόραση στο mute πάντα. Την αφήνω να μιλήσει όταν κάνω δουλειές μέσα στο σπίτι, για να ακούω μια φωνή… Παθέτικ, ξέρω… Την ημέρα που τελείωσα και τους 3 κύκλους της σειράς, αποφάσισα να βγάλω το mute για να προσγειωθώ στην ελληνική πραγματικότητα. Πριν καν αγγίξω το τηλεκοντρόλ, η τηλεόραση άρχισε να μιλάει μόνη της! Την άφησα να παίζει κι άρχισα να κάνω δουλειές μέσα στο σπίτι, μέχρι που εκείνη σώπασε ξαφνικά! Δεν έδωσα σημασία, «καμιά διακοπή ρεύματος θα έγινε» σκέφτηκα αφελώς, διότι είχα αναμμένη την ηλεκτρική σκούπα. Την επόμενη ημέρα η ζωή μου ακόμη δεν είχε νόημα κι έτσι άνοιξα την τηλεόραση. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι η ένταση βρίσκεται στο μηδέν. «Μα δεν θυμάμαι να την έβαλα ποτέ στο μηδέν…», προβληματίστηκα για λίγο αλλά και πάλι δεν έδωσα σημασία. Κάνω να αυξήσω την ένταση… κι εκείνη δεν αυξάνει, όσο επίμονα κι αν πατάω το κουμπί, όσο κι αν αρνούμαι να πιστέψω ότι η τηλεόρασή μου έγινε κωφάλαλη και πάλι (το είχε πάθει η παλιά η σακαράκα…μα αυτή; Η τελευταίας τεχνολογίας ουάου τηλεόρασή μου;;;;).

«Μμμμ…..», βγάζω διάγνωση, «θα φταίνε οι μπαταρίες του τηλεκοντρόλ!». Και πάω να αυξήσω την ένταση από τα κουμπάκια της οθόνης. Ο ήχος αρχίζει να παίρνει τα πάνω του καθώς πατάω το κουμπί και μόλις ξεκολλήσω το δάχτυλο, αρχίσει να μετράει αντίστροφα και σταδιακά πέφτει πάλι στο μηδέν. Αρπάζω το τηλεκοντρόλ σαν ξίφος star wars κι αρχίζω να το κοπανάω με λυσσάρα στο κεφάλι μου, στα έπιπλα, στους τοίχους… «Όχι πάλιιιιι!!!», ούρλιαζα κι έκλαιγα, γιατί για έναν άνεργο αυτό σημαίνει καταστροφή: Πρώτον, δεν έχεις λεφτά για επισκευή! Δεύτερον, δεν παλεύεται η σιωπή τόσες ώρες μοναξιάς στο σπίτι!!! Έπεσα στα τέσσερα, προσκύνησα την τηλεόραση, παρακάλεσα, έκλαιγα με λυγμούς… Τίποτα… κουφή και άλαλη και πάλι…

Τρεις μέρες πέρασαν κι εγώ ακόμη πάνω από τον δαίμονα, να προσπαθώ να σταθεροποιήσω τον ήχο κι εκείνος να πέφτει. Να συνδέω και να ξεσυνδέω καλώδια… Να πατάω κουμπιά… Να αλλάζω μπαταρίες… Να κάνω ευχέλαιο… Τίποτα. Αποφασίζω να ανοίξω το ντί βι ντί και να επιχειρήσω να αυξήσω το volume με το τηλεκοντρόλ αυτού. Όχι απλά δεν κατάφερα τίποτα, αλλά τώρα, ξαφνικά, το ντί βί ντί, αγορασμένο από την Ελλάδα πολλά χρόνια πριν πάω για μεταπτυχιακό στη Γαλλία, και χωρίς ποτέ να έχω πειράξει τις ρυθμίσεις…αρχίζει να μου γράφει μηνύματα στην οθόνη στα γαλλικά.

Και όχι δεν συνέδεσα ποτέ τα μηχανήματα με ίντερνετ αν αυτό σκέφτηκες (για κάποιο ιό). Απλά κάποιο φάντασμα κατοικεί στο σπίτι και μάλιστα είναι γαλλόφωνο, οπότε δεν αντέχει να ακούει ελληνοτούρκικη τίβί. Ναι φίλοι μου, ένα φάντασμα. Τουλάχιστον δεν είμαι πια μόνη…

2.11.12

Στο βιντεο-κλαμπ το παλιόοοο


Μου έχει τσακίσει τα νεύρα η καινούργια διαφήμιση της Hol με το ψηφιακό βίντεο κλάμπ της, απορώ πως δεν ντρέπονται οι καναλάρχες να διαφημίζουν την υπηρεσία που νομιμοποιεί και απενεχοποιεί αυτομάτως – στο δικό  μου μυαλό τουλάχιστον- το κλείσιμο πολλών επιχειρήσεων, των video club, και να χάσουν τόσοι άνθρωποι τις δουλειές τους. Δεν λέω ότι δεν γίνεται ήδη, με παράνομα downloads ας πούμε, ή με την προβολή ταινιών στο διαδίκτυο που ο χρήστης μπορεί να πληρώσει το αντίτιμο, ή και δωρεάν σε κάποια άλλα να δει Online ταινίες… Αλλά το να διαφημίζεις στην τηλεόραση και μάλιστα τραγουδώντας ντίσκο πόσο ταλαιπωρία είναι να πας στο βίντεο κλάμπ της γειτονιάς σου, πόσο δύσκολο είναι να βρεις ταινία επειδή την έχουνε νοικιάσει άλλοι (πωπω δράμα δηλαδή) και πόσο γαμάτος είσαι αν μπορείς να βρεις ταινία χωρίς καν να βγεις από το σπίτι σου (!) νομίζω μας κάνει ακόμα πιο ρομπότ, ακόμη πιο ακοινώνητους και μισάνθρωπους απ’ό,τι ήδη είμαστε.


Αυτή η εποχής της «Υπηρεσίας» μου τη δίνει αγρίως! Και για την επαρχία και μέρη που δεν έχει σινεμά, χίλιες φορές καλύτερα να ανοίξει ένας κινηματογράφος ή ένα βιντεο-κλαμπ που θα δώσει πάλι δουλειά, παρά να αγοράσεις δέκα αξεσουάρ και να κάτσεις σπίτι σου σαν μοναχικό τέρας πλουτίζοντας τις πολυεθνικές.

Προσωπικά, η διαδικασία του να πάω σε στο video club και να χαζέψω ταινίες μέχρι να διαλέξω κάποια που να με ικανοποιεί, μου άρεσε απ’όταν ήμουν μικρή. Το χαρακτηριστικό «τακ-τακ-τακ» καθώς ψάχνεις ανάμεσα στις ταινίες…η ιδιαίτερη μυρωδιά που νομίζω έχουν όλα τα βιντεο κλάμπ…η χαζή χαζοσυνομιλία με τον υπάλληλο «την έχεις δει; Είναι καλή;» , «ναι καλή είναι, αλλά κι αυτή είναι ακόμη καλύτερη!»…και ένας πολύ καλός λόγος να βγεις να ξεπιαστείς λίγο από τον καναπέ σου… 

12.10.12

Chuck-chuck



Εχθές  παρασύρθηκα, αμάρτησα…άνοιξα την τηλεόραση και είδα σχεδόν ολόκληρο επεισόδιο από τον «Σουλειμάν ο Μεγαλοπρεπής»… Και Μεγαλόχαρος και Μεγαλόκαρδος και Μεγαλομαλάκας επιτρέψτε μου! Ακόμη πιο παράτολμη δραστηριότητα στην οποία επιδόθηκα ήταν να μάθω μερικές λέξεις εκτός από το «evet», αλλά νομίζω ότι τελικά είμαι πολύ μεγάλη για να μάθω καινούργια γλώσσα μη- λατινογενή.

Ανεπίδεκτη μαθήσεως, όλο «chuck chuck» άκουγα, δεν ξεχώριζα λέξεις ανάμεσα στα κλάματα της Χιουρέμ και τις αγριοφωνάρες του Πάργαλη. Αλλάζω κανάλι (δεν έχω φτιάξει ακόμα τα κανάλια με τη σειρά που μου αρέσει) και πέφτω πάνω στο Dauche Welle. Μάλιστα, εδώ δεν έχει ΚΑΝ υπότιτλους! Το μάθημα ήταν για προχωρημένους…Οπότε ξαναγυρίζω στον Σουλειμάν για να μπω στο χαρέμι με τις Τουρκόφιλες γιαγιάδες…

Ερώτημα 1: Γιατί τα σίριαλ αυτά έρχονται με υπότιτλους και όχι μεταγλωττισμένα όπως τα βραζιλιάνικα-αργεντίνικα-χιλιανά με τις κουτσές, φτωχές, στραβές Μαρίες; Τυχαίο; Δε νομίζω…

Ερώτημα 2: Μήπως έπρεπε ήδη να έχουμε μάθει τη γλώσσα και τώρα με τον Σουλειμάν αρχίζουμε να μαθαίνουμε κι ιστορία; Εγώ πάντως προτιμώ τον πρωταγωνιστή των Tudors, έχει βλέμμα ανώμαλου και γουστάρω!

Ερώτημα 3: Εμείς γιατί δεν πουλήσαμε τη Λάμψη στους γείτονες Τούρκους; Τι έχει να ζηλέψει η Τζάιαντ του Γιάνγκου Δράκου από το Σουλτανάτο;

Ερώτημα 4:  Γιατί έγινε πρώτη φορά στα χρονικά «πρόβα» συναγερμών πολέμου στη Γλυφάδα; Δηλαδή αν γίνει τελικά αυτός ο πόλεμος Ελλάδας- Τουρκίας de Nuevo, θα έρθουν και στο χωριό μας; Γιατί να ξέρεις, τα παιδιά της γειτονιάς μου δεν ξέρουν από όπλα, εμείς εδώ είχαμε βύσμα πριν πάμε φαντάροι κύριε! Η Γλυφάδα δεν πολεμάει! Είμαστε μαλακοί και τρυφεροί σαν το φρόζεν γιόγκουρτ!

Ας μου εξηγήσει κάποιος τέλος πάντων να μην αναρωτιέμαι! Ποιος θα μας αγοράσει; Να ξέρω πότε θα αρχίσω τα ιδιαίτερα κι αν θα είναι γερμανικά ή τούρκικα!   

29.9.12

Le mariage en 48 heures (vol2)


Même si tu as mal au dos, ton cher mari te ramène des croissants et du jus d’orange pour votre petit déjeuner. Tu l’en veux plus là… Lui, il va s’asseoir au bureau, toi au salon, mais vous continuez à communiquer sur le chat, car il te manque déjà . Par contre, vous êtes dans la même pièce ! Vous allez lécher les vitrines au centre ville…

Lui, il est déjà fatigué de cette vie commune. Peut être à cause da la piscine que tu as fait à la salle de bain pendant ta douche, où tu croyais que tu es aux cascades exotiques. Vous finissez dans un delicatessen d’haute qualité et el marito te dit « ah, quand je serai très riche je te ramènerai tout ces trucs ». Et toi tu penses « Oé, quand tu seras très riche, première chose que tu me ramèneras ça sera une nana ! ». Sur ce point là, le mari appelle une amie pour l’inviter au repas de midi, car il en a marre de ce tête à tête infini (déjà ?). L’ambiance conviviale est indispensable dans un bon mariage.

Ton mari Européen va t’offrir du bon thé froid et il va te télécharger un film, pour t’occupera pendant son jeux éléctronique ! Puisque je vous êtes jeunes mariés, ça ne te derrange pas, contrairement, tu vas assister la bataille… Car tu es complètement nulle et tu peux pas comprendre ce truc tu décides faire un peu de ménage, il y a des amis qui vont vous rejoindre le soir. Ils vont noter ton travail !

Vous allez de nouveau au super marché pour acheter de biens pour vos amis. Le bon mari tient les courses pour toi mais le super bon mari, tient  les coures et le parapluie pour toi.

Quand ils arrivent, ils commencent à faire de questions… « Eh bon alors, comme ça va le mariage ? ». Ils demandent la même chose chaque fois, le mari est agacé de tout ça et les questions personnelles en général. Vous allez pas parler beaucoup, juste sourire comme d’habitude…

A la fin de la soirée, un de vous deux, va prendre l’avion et partir, et donc, le mariage serait fini. C’est pour ça que le mariage est scata ! Et ce pour ça que Maxime est un vrai ami de moi, plus important qu’un mari de durée limitée, et moi je dors au canapé. 

Married for 48 hours (vol2)


Τι κι αν πιάστηκες στον καναπέ; Ο αγαπημένος σου σύζυγος σου φέρνει φρέσκο κρουασάν και πορτοκαλάδα για πρωινό, από τον φούρνο της γειτονιάς. Και τότε τα ξεχνάς όλα… Εκείνος θα κάτσε στο γραφείο του κι εσύ στο σαλόνι, στο ενδιάμεσο θα επικοινωνήσετε μέσω chat, γιατί λείψατε ήδη ο ένας στον άλλον κι ας κάθεστε σχεδόν απέναντι χωρίς καμία πόρτα να χωρίζει το χώρο! Αποφασίζετε να πάτε μια βόλτα στα μαγαζιά…


Εκείνος είναι ήδη κάπως ταλαιπωρημένος από την συμβίωση. Ίσως εξαιτίας της πισίνας που δημιούργησες στο μπάνιο καθώς λουζόσουν και φαντασιωνόσουν καταρράκτες. Καταλήγετε σε ένα εξαιρετικό ντελικατέζεν και ο σύζυγός σου σου λέει «όταν γίνω πολύ πλούσιος, θα στα αγοράσω όλα…». Μέσα σου σκέφτεσαι, «όταν θα γίνεις πλούσιος, το πρώτο που θα μου αγοράσεις είναι μια γκόμενα πολύ φοβάμαι!». Σε αυτό το σημείο ο σύζυγός σου καλεί σε γεύμα μια κοινή φίλη, καθότι έχει βαρεθεί αυτό το τετ α τετ διαρκείας (ήδη). Λίγη φιλική ατμόσφαιρα δεν έβλαψε κανέναν άλλωστε.

Ο Ευρωπαίος σύζυγός σου σου προσφέρει κρύο τσάι και σου κατεβάζει ταινία από το ίντερνετ, για να σε κρατήσει απασχολημένη όση ώρα εκείνος είναι στον πόλεμο των ηλεκτρονικών παιχνιδιών! Επειδή είστε νιόπαντροι, όχι απλά δεν σε ενοχλεί, αλλά μάλιστα κάθεσαι να παρακολουθήσεις τη μάχη... Στα διαλείμματα (μιας που είσαι ντίπ για ντίπ ούφο και δεν καταλαβαίνεις τίποτα), αποφασίζεις να ξεσκονίσεις λίγο το σπίτι, άλλωστε το βράδυ περιμένετε τους φίλους σας… Θα σε βαθμολογήσουν για τη δουλειά σου!

Ξαναπηγαίνετε μαζί στο σουπερ μάρκετ για να αγοράσετε καλούδια για τους φίλους σας… Και είπαμε, ο καλός σύζυγος σου κρατάει τα ψώνια του σουπερ μάρκετ...Ο εξαιρετικός σύζυγος σου κρατάει τα ψώνια του σουπερ μάρκετ και την ομπρέλα όταν βρέχει!

Όταν έρθουν οι φίλοι σας, θα αρχίσουν τις ερωτήσεις… «Και πως ζείτε μαζί; Πως πάει ο γάμος;». Αυτή η ερώτηση δεν συνηθίζεται ποτέ, ο σύζυγος πάντα ενοχλείτε από τόσο προσωπικές ερωτήσεις. Δεν θα μιλήσετε πολύ, μόνο θα χαμογελάτε συνέχεια ο ένας στον άλλον…

Στο τέλος της βραδιάς, ο ένας από τους δυό σας θα μπει στο αεροπλάνο και ο γάμος σας θα τελειώσει εκεί. Γι’αυτό ο γάμος είναι σκατά! Γι’αυτό με τον Μαξιμ είμαστε μόνο φίλοι κι εγώ κοιμάμαι στον καναπέ. Kαλύτερο απο να έχεις έναν σύζυγο περιορισμένης διάρκειας. Αλλά κι αυτό αγάπη είναι! 

Le mariage en 24h (vol1) VF


Et là, ça commence le mariage. Une matinée tu quittes ton petit appartement, et tu arrives chez ton chéri avec deux ou trois valises, pour t’installer. Maitresse de la maison, femme au  foyer en même temps, une définition, deux significations… Lui, il t’attend souriant (il va t’exploiter au bout, pourquoi il ne souriait pas ?).

Après l’installation, tu commences tout de suite le « travail ». Bah, le permier jour tout est parfait, « partageons tout » il se semble gentil et romantique. Vous allez ensemble au super marché , vous décidez en commun qu’est-ce que vous allez cuisiner (vous, pas seulement toi, on est au premier jour encore, attends). Le bon Marito, tient les courses pour toi, un vrai gentleman ( ! ) « Vous » allez à la boulangerie, « vous » choisissez le gâteau e.t.c. Vous rentrez à la maison, dans une ambiance idyllique, il prépare un digestif frais et tu prépares un petit apèro, avant le match.

Dès que tu fais la vaisselle...il y a une femme  dans l’appartement, on dirait. Puis, tu commences à cuisiner, lui, il reste sur le canapé étant fière de toi, regardant le match quand même. Il va demander si tu as besoin d’aide, juste pour lui dire « non »… Premièrement, parce que c’est le premier jour du mariage, tu n'es pas encore fatiguée et, puis, parce que toi, tu connais mieux qu'est-ce qu'il faut  faire ! Tendrement, tu offres un goût de cette sauce spéciale (le deuxième jour c’est fini tout ça, vous mangerez des pâtes) ; La sauce sera un peu salé, car tu as beaucoup pleuré pendant le découpage des oignons. D’autre par, ça sera lui qui va faire la mise en table, il s’occupera du gâteau et à la fin, c’est lui qui va jeter les déchets. Cest ça un mari Européen, vous les mec grecs!

Alors, le premier jour du mariage était agréable, c’était exactement comme toutes les filles rêvent dans la vie! Ton mari est assez gentil, de te laisser sortir avec des amis pendant le deuxième mi-temps ! Pourtant, toi t’es une mariée dévouée, une femme sérieuse, donc tu prends seulement un verre avec tes potes et tu rentres à la maison avant minuit. Lui, il t’attend regardant les dessins animés, car il faut que tu saches, les mecs restent toujours des enfants… Mais ( !) il met les coussins pour que tu te couches confortablement prés de lui, il va prendre soin de toi en offrant d'une couverte, et là, vous dites « bonne nuit »…

Ah, arrêtez vous de sourire et d’être jalouses ! J’ai dormi sur le canapé... ! 

Married for 24 hours (vol1)


Και κάπως έτσι αρχίζουν όλα όταν παντρεύεσαι. Ένα πρωί, αφήνεις το μικρό σου σπιτάκι και με δύο τρείς βαλίτσες καταφθάνεις στο σπίτι του αγαπημένου σου για να εγκατασταθείς. Το νοικοκυριό σε περιμένει στη γωνία… Εκείνος σε υποδέχεται με ανοιχτές αγκάλες (γιατί μαρή; Που θα βρει καλύτερα;).

Αφού ταχτοποιείς τα πράγματά σου, αρχίζουν τα συζυγικά καθήκοντα. Την πρώτη μέρα του γάμου, όπως την έζησα εγώ, όλα ήταν πολύ όμορφα γιατί το ευγενικό και ρομαντικό «μοιράζομαι» παίρνει σάρκα και οστά. Πηγαίνεις μαζί του στο σούπερ μάρκετ, αποφασίζετε από κοινού τι θα μαγειρέψετε και όχι τι θα μαγειρέψεις (!)… Ο άντρας ο σωστός, κουβαλάει τη σακούλα του σουπερ μαρκετ μέχρι το φούρνο, για να πάρετε φρέσκο ψωμί. Γυρνάτε στο σπίτι χαρούμενοι, εκείνος σου προσφέρει ένα δροσερό νταιτζέστιβ κι εσύ φτιάχνεις κάτι πρόχειρο για να φάτε πριν τον αγώνα.

Πλένεις τα εργένικα πιάτα για να κάνεις πιάτα νοικοκυριού και σε λίγα λεπτά φαίνεται, ότι στο σπίτι έχει μπει γυναίκα. Ύστερα αρχίζεις το μαγείρεμα, εκείνος σε καμαρώνει από τον καναπέ και κάθε λίγο σε ρωτάει αν θέλεις να σε βοηθήσει. Φυσικά αρνείσαι… Πρώτον γιατί είναι η πρώτη μέρα του γάμου και δεν έχεις προλάβει να κουραστείς και δεύτερο και κυριότερο, γιατί εσύ το κάνεις καλύτερα! Στοργικά τον πλησιάζεις με την κουτάλα της σούπας για να δοκιμάσει τη σάλτσα. Αλμυρή σα τα δάκρυά σου, όταν έκοβες σε μικρά μικρά κομματάκια το κρεμμύδι. Εκείνος σε επιβραβεύει και σε ευχαριστεί με ένα λιγούρικο χαμόγελο. Η λιγούρα είναι για το φαγητό κυρίως, όχι για εσένα! Λίγο πριν σβήσεις τη φωτιά (της κουζίνας όχι της μεταξύ σας) εκείνος θα στρώσει το τραπέζι. Έτσι κάνουν οι Ευρωπαίοι σύζυγοι, τ’ακούς Ελληνάρα; Επίσης βγάζει το παγωτό από το ψυγείο, στο σερβίρει και στο τέλος κατεβάζει και τα σκουπίδια.

Η πρώτη ημέρα του γάμου μου ήταν φανταστική, ακριβώς όπως την ονειρευόσουν! Ο άντρας σου είναι τόσο καλός, που στο δεύτερο ημίχρονο σε άφησε να βγεις για ποτό με τους φίλους σου! Φυσικά, σα σωστή νοικοκυρά, δούλα και κυρά, ήπιες μόνο ένα ποτό και γύρισες σπίτι πριν τα μεσάνυχτα. Εκείνος σε περίμενε ξύπνιος στον καναπέ κι έβλεπε αθώα παιδικά καρτούν. Γιατί πρέπει να ξέρεις, ότι ο άντρας σου μέσα του θα παραμένει για πάντα παιδί…Θα χαζέψετε λίγο στην τηλεόραση, θα σχολιάζετε τα πάντα, θα γελάτε...Θα βάλει τα μαξιλάρια έτσι ώστε να ξαπλώνεις άνετα επάνω του και να βλέπεις καλύτερα την οθόνη... Κι ύστερα, θα έρθει με μια κουβέρτα να σε τυλίξει για να μην κρυώσεις. Θα πείτε καληνύχτα...Κι αυτό!

Είμαι σίγουρη ότι αναρωτιέστε και ψιλοχαμογελάτε με όλη αυτή την ιστορία. Μη ζηλεύετε άλλο. Στον καναπέ κοιμήθηκα!


(??????????????????????) 

27.9.12

Great Loves, Painful endings


Mε συνοδευτικό αυτό αν δε σου κάνει κόπο: 
http://www.youtube.com/watch?v=-8ZqhPtlXpM&feature=related 

Δύο λαπ τοπ στο πάτωμα, τρία ποτήρια κρασί κι ένα άδειο μπουκάλι… Λιωμένο τυρί πάνω σε φρέσκια μπαγκέτα… Ισπανικά κι όχι Σαντορινιά τοματίνια. Και μπουζουκοτράγουδα, καψουροτράγουδα, άκρως ενοχλητικά για τα γαλλικά αφτιά των γειτόνων μας… Όλα τα σόσιαλ μίντια ανοιχτά, για να κρατάμε επαφή με το ξεμέθυστο περιβάλλον. Να ξέρεις ότι το Youtube δεν κολλάει όταν ακούς το σωστό τραγούδι, ούτε καν όταν η πηγή σου είναι οι Εστουντίνες και το Free WiFi.

Θράσος! Όχι Νάσος, ο Νάσος έτρωγε στην εστία εκείνη την ώρα… Όλοι ήταν απασχολημένοι στις ζωές τους, αλλά όχι εμείς… Η Αθηνά και η Φανή και εγώ… Όπως λέει ο Βαγγέλης, όταν είμαστε κι οι τρείς μαζί είμαστε ανυπόφορες…

Ανάμεσα στα πολλά καψουροτράγουδα θα παίξουν κι ένα δύο έντεχνα που φέρνουν δάκρυα… Ή μερικά ροκάκια που φέρνουν θλίψη, χωρίς δάκρυα όμως…Φοράω ένα ρούχο που δεν είναι δικό μου, μου πέφτει κάπως μεγάλο και κάπως μακρύ… και δεν μυρίζει «εγώ», αλλά έχει κάτι από εμένα…

Δεν κάνει ψύχρα, ούτε ζέστη… Είναι πολύ περίεργο!? Όχι; Η ιδέα μου είναι;

Τα πράγματα της Αθηνάς είναι πακεταρισμένα σε δέκα διαφορετικές σακούλες, κούτες, βαλίτσες… Το σπίτι της… Το σπίτι μας, και των τριών μας! Χωρίς εκείνο το ρολόι, που από τη μια μας ενοχλούσε με το αδίστακτο τικ-τακ που σε αγχώνει, από την άλλη, λίγο ζαλισμένες το ψάχνουμε στον τοίχο για να δούμε τι ώρα είναι, λες κι έχει καμία σημασία τώρα έτσι όπως είμαστε…

Ναι, κάνω Live αναμετάδοση γι’αυτό και η δομή του κειμένου είναι εντελώς «παράφωνη». Δεν μου έρχονται κι οι λέξεις εύκολα…

Πολλή αγάπη σε αυτή την πόλη… Και έρωτας… Πολλοί άνθρωποι μαζεμένοι και πολλά συναισθήματα… 

Με ένα ρούχο που δεν ήταν δικό μου, σε ένα σπίτι που δεν ήταν δικό μου, σε μια πόλη που δεν ήταν δική μου... και τώρα που τα κατέκτησα φεύγω.

Αλεξία

24.9.12

ΚΕΝΥΑ 2002 (vol6) the end


Δεν έχω ξαναταλαιπωρηθεί έτσι ποτέ, όμως ήταν είναι και θα είναι από τα αγαπημένα μου ταξίδια… Η τελευταία στάση που κάναμε στη ζούγκλα , ήταν το χωριό των Μασάι. Μια μούφα και μισή! Καλοπληρωμένοι ηθοποιοί, ντυμένοι με ολοκαίνουργιες κόκκινες στολές, παρίσταναν τους άγριους. Πληρώσαμε 60 ευρώ έκαστος για να μπούμε μέσα στον πρωκτό της αγελάδας κυριολεκτικά, αφού τα σπίτια μέσα στα οποία αναγκαστήκαμε να μπούμε, ήταν φτιαγμένα από λάσπη και κακά αγελάδας – η μυρωδιά ήταν χειρότερη από αυτή που φαντάζεστε. Αφήσαμε το ΑUTAN και πιάσαμε το οινόπνευμα με το οποίο κάναμε μπάνιο και πάλι δεν μας έφτανε για να φύγει η μπόχα…

Φτάσαμε στη Μομπάσα για να ξεκουράσουμε τα ταλαιπωρημένα μας κορμιά. Τα νερά φανταστικά όπως στις φωτογραφίες, λευκή άμμος, τιρκουάζ νερά, πελώριοι φοίνικες… Ξεκουραστήκαμε πολύ καλά τις 2  πρώτες μέρες, αλλά όπως σας είπα, η ταλαιπωρία, η γκαντεμιά και η περιπέτεια, είναι στο αίμα μας, οπότε αποφασίσαμε να κάνουμε ακόμη μια εκδρομή. Θα πηγαίναμε σε ένα κοντινό νησάκι για ψάρεμα, για μπάνιο… με τη λεπτομέρεια ότι θα μας πήγαιναν με ένα παλιό ξύλινο ιστιοπλοϊκό του περασμένου αιώνα…

Η Σία ήταν εξαρχής αγριεμένη μαζί τους, το ένστικτό της της έλεγε ότι είναι απατεώνες. Η παραλία βέβαια ήταν πεντάμορφη, αλλά τι να το κάνεις, που μας είχε κόψει η λόρδα και φαγητό δεν είχε; Που ήταν τα ψάρια που θα ψαρεύαμε; Που ήταν οι μεζέδες; Που ήταν η ταβέρνα; Τίποτα από αυτά δε συνέβαινε! Ο τύπος μας είχε πάει στης θειάς του, όπου μας έδωσε από ένα γιογιό στον καθένα να ακαταέψουμε με τα χέρια ένα πράμα σαν λαπά και να φάμε σαν τα ζώα. Στο ίδιο γιογιό που τα εγγόνια της πιθανό να κάνανε κακάκια. 

Μείναμε νηστικοί και αν μπορούσαμε θα φεύγαμε κολυμπώντας, όμως δεν παίζει κάτι τέτοιο εκεί. Μπήκαμε πάλι στο σαπιοκάραβο και πήραμε το δρόμο της επιστροφής… Η Σία είχε πάθει μεγάλο εκνευρισμό γιατί χάρη στον έμφυτο αλάθητο προσανατολισμό της, καταλάβαινε ότι οι απατεώνες δεν πηγαίνουν προς τη στεριά αντιθέτως, πάνε προς τα βαθιά και σε λίγο περνάγαμε ξυστά από την κοραλιογεννή ζώνη που προστατεύει τις παραλίες από τους καρχαρίες. Κάτι είχε σπάσει και δεν μπορούσανε να το κουμαντάρουνε καλά; Πάντως άρχισε να μπάζει με νερά! Η Σία έγινε έξαλλη, είχε πάθει υστερία και τους έβριζε στα Αγγλικά με πάθος. «Σσσς! Μη μιλάς έτσι! Θα μας σκοτώσουν!», έλεγε ο πατέρας μου. Ο King έκανε τον καλό μπάτσο και η Σία τον κακό μπάτσο, ο πατέρας μου είχε λουφάξει κι έβγαζε τα νερά με ένα κεσεδάκι κι η μάμα-king, η κουμπάρα που δε μιλάει αγγλικά- δε μιλούσε καθόλου, μόνο προσευχόταν.  Δεν χρειαζόταν να μιλάς αγγλικά για να καταλάβεις ότι βουλιάζεις, ήταν προφανές…

Φυσικά φτάσαμε στη στεριά σώοι και αβλαβείς, οι ξεναγοί μας αντί να ζητήσουν συγνώμη έλεγαν «bad mama sia, good mama king», γιατί οι σιωπηροί μάρτυρες πάντοτε επιβραβεύονται… Και όλοι είχαμε κάνει μπράτσα στην προσπάθεια να βγάλουμε το νερό από τη βάρκα… και μάλιστα νηστικοί.

Αυτά κατέγραψα σε εκείνο το ημερολόγιο της Κένυας, μαζί με κάτι άλλες σημειώσεις, στιχάκια, τραγούδια, σκίτσα… Και τελικά, τη βιντεοκασέτα δεν την έκανα ποτέ dvd και δεν πειράζει καθόλου που η κάμερα χάλασε! Για ακόμη μια φορά στην ιστορία αποδεικνύεται…Scripta manent! (τα γραπτά μένουν)… 

ΚΕΝΥΑ 2002 (vol5)


Την ίδια στιγμή που η Σία πληροφορήθηκε ότι θα μείνουμε σε σκηνές (λουξ σκηνές, αλλά σκηνές), ο πατέρας μου ενημερώθηκε ότι δεν έχουμε ρεύμα αλλά θα προσπαθούσανε να βάλουνε μπροστά τις γεννήτριες (θα προσπαθούσαααααν;;) οπότε έτρεχε να το πει με πανικό στους άλλους που περίμεναν καρτερικά για το «κλειδί».

Γιατί τέτοιος πανικός; Μα γιατί φυσικά οι τέντες ήταν μέσα στο πάρκο με τα ζώα και μοναδική περίφραξη ήταν ένα ηλεκτροφόρο σύρμα. 

 Εγώ μόλις είχα αντικρύσει μια γιγαντιαία μαιμού, αυτές που έχουν μπλέ στη μούρη και κόκκινο στον κώλο κι ήταν στο ύψος μου, και πανικόβλητη έτρεχα να ειδοποιήσω ότι μπήκαν τα ζώα μέσα Η Μεγάλη έπεσε πάνω στους Ισραηλίτες κι έτρεχε κι εκείνη στη ρεσεψιόν να μου το πει… Κι έτσι όλοι μαζί συναντηθήκαμε στην υπαίθρια ρεσεψιόν και φωνάζαμε και μιλούσαμε όλοι μαζί παράλληλα, σαν κλασικοί Ελληνάρες, έχοντας σπείρει εντελώς τερματικά τον πανικό. 

Οι γεννήτριες λειτούργησαν αλλά δεν έκλεισα μάτι όλο το βράδυ… Σκεφτόμουν τρόπους με τους οποίους μπορείς να γλιτώσεις από επίθεση λιονταριού, δεν θυμάμαι να βρήκα ούτε έναν! Η Μεγάλη είχε μεγάλα σχέδια, είχε κανονίσει να πάει στη σκηνή των Ισραηλιτών, που είχαν και μια κοπέλα μαζί την οποία θα κάναμε φίλη μας υποτίθεται.

Αυτή ήταν η αδερφή του ενός κι είχε λυσσάξει να μας κάνει το κονέ, από το προηγούμενο ξενοδοχείο που τους είχαμε συναντήσει. Πράγματι αποδράσαμε από την τέντα μας και τώρα, ήμασταν στη σκηνή τους. Μας υποδέχτηκαν με χαρά και κρατούσανε κάτι περίεργα ξύλινα κουκλάκια σαν αυτά του βουντού. Μιλούσαν συνέχεια μεταξύ τους αυτήν την περίεργη γλώσσα και γελάγανε με τα  παγωμένα ψυχρά γαλανά μάτια τους καρφωμένα επάνω μας κι εμείς από ευγένεια και για να μη τους προκαλέσουμε άλλο, δεν τολμούσαμε να μιλήσουμε ελληνικά. Η Μεγάλη είχε καψουρευτεί τον έναν και δεν ξεκόλλαγε, ενώ η Μικρή είχε μπει από πίσω μου και έλεγε μέσα από τα δόντια «πάμε να φύγουμε, πάμε να φύγουμε». 

Από διαίσθηση και μόνο, όταν έβγαλαν ένα ξύλινο κουτί κάτω από το κρεβάτι τους και θέλανε να το ανοίξουνε μπροστά μας, ούρλιαξα στα ελληνικά, σαν παιδί του μπαμπά μου «τρέχτεεεεεε», πετάχτηκα από τη σκηνή κι άρχισα να τρέχω αλαφιασμένη, χωρίς καν να βλέπω που πατάω… Με το φόβο μη μας ακολουθήσουν είχα διαλέξει τον ανώμαλο δρόμο και όχι αυτόν που είναι σχεδιασμένος για πόδια ανθρώπου…(τους κανόνες της ζούγκλας τους έχουμε ξεφτιλίσει εντελώς σε αυτό το σημείο). Η Μικρή έτρεχε μαζί μου κι η Μεγάλη, που είχε τρομάξει από τις αγριοφωνάρες μου και χωρίς να έχει καταλάβει γιατί τρέχουμε, είχε γίνει Τσίτα και μας είχε προσπεράσει στο τρεχαλητό… 

Τότε δεν το ξέραμε, αλλά την άλλη μέρα καταλάβαμε ότι περάσαμε τρέχοντας από το πιο επικίνδυνο σημείο, όπου κάθε είδους φίδι είχε τη φωλιά του, με καλύτερο από όλα το «λαχανί», το δηλητήριο του οποίου σε σκοτώνει πολύ γρήγορα και το αντίδοτο δεν ξέρω καν αν υπάρχει! Έτσι, το φλερτ μας βγήκε από τη μύτη… Για να μην αναρωτιέστε, τώρα που ξαναδιάβασα τις σημειώσεις μου από τότε, κατέληξα ότι τα κουκλάκια «βουντού» δεν ήταν παρά ξύλινα handmade αφρικάνικα σουβενίρ.

Παρότι οι Zed δεν μοιάζουμε και τόσο τολμηροί, η περιπέτεια μας τραβάει πάντα. Έτσι, την τελευταία μέρα του Σαφάρι μας, ο μπαμπάς ζήτησε από το Λώρεν να βγει από τη διαδρομή και να ακολουθήσουμε ένα δρόμο όχι και τόσο…τουριστικό. Δεν λέω ότι κανένας ποτέ δεν είχε ξαναπάει, αλλά σίγουρα δεν ήταν και πολλοί... 

Για την ακρίβεια, ήταν περιοχή με πολλά φίδια και λιμνάζοντα νερά, όπου ένα βαν σαν και το δικό μας, με δύο υπέρβαρους μπαμπάδες, διέτρεχε τον κίνδυνο να κολλήσει.

Και πάνω που καμαρώναμε για την τόλμη μας και ο Λώρεν εξηγούσε πως και γιατί αυτή είναι η περιοχή με τις περισσότερες κόμπρες, το τζιπ πέφτει σε λάσπη και κολλάει για τα καλά. 

Με κοντά παντελονάκια τύπου σόρτς και αφράτες γαμπούλες, ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος ήθελε να βγει από το βαν για να σπρώξει με το Λώρεν που ήταν πετσί και κόκαλο. «Μα εγώ είμαι ο γιατρός! Αν εγώ πάθω κάτι ποιος θα σας σώσει μετά;», έλεγε ο κύριος Zed. «Ναι αλλά εσύ έχεις πιο κλειστό παπούτσι από εμένα!», να λέει ο King. "Εεε, να ανταλλάξουμε παπούτσια τότε!". 

Ο Λώρεν τους κοιτούσε με δυσπιστία, άλλωστε έπρεπε να κατέβουν και οι δύο για να ξεκολλήσει το τζιπ από τις λάσπες. Κατέβηκαν, μόνο που δεν αγκαλιάστηκαν, και πατώντας πολύ προσεκτικά  στο έδαφος έφτασαν μια ανάσα πριν το σπρώξιμο του οχήματος. Αυτό δεν έπαιρνε μπρος με τίποτα, θα έπρεπε να κατέβουμε όλοι. «Δεν υπάρχει περίπτωση!», είπε ο κύριος Zed. Μέσα στις όλες γκαντεμιές βέβαια, υπάρχει πάντα κάτι που με κάνει να πιστεύω ότι έχω το κοκαλάκι της νυχτερίδας.

Κάποιοι τρελοαμερικανοί είχαν την ίδια ιδέα με εμάς, να κάνουν «ελεύθερο σαφάρι σε ανεξερεύνητες περιοχές», οπότε βρέθηκαν στο δρόμο μας κι ήρθαν και μας τράβηξαν και τότε κόλλησαν αυτοί… Τράβαγε ο ένας τον άλλον, αλλά πάντα ο ένας από τους δύο κόλλαγε…

ΚΕΝΥΑ 2002 (vol4)


Είχε τρυπήσει το ψυγείο του τζίπ κι είχαμε ακόμα άλλες 2 ώρες δρόμο μέχρι το επόμενο ξενοδοχείο. Στο ενδιάμεσο δεν υπήρχε τίποτα απολύτως, αλλά όταν λέμε τίποτα, εννοούμε τίποτα. 

Ούτε καντίνα, ούτε πόσιμο νερό, ή βενζινάδικο, ούτε πόλη, ούτε χωριό. Το όχημα είχε χάσει σχεδόν όλο το νερό του… Ο Λώρεν παρέμεινε ψύχραιμος, είχε προβλέψει να έχει ένα μεγάλο μπιτόνι με νερό, στο πορτ μπαγκάζ. Γέμισε και συνεχίσαμε για λίγα χιλιόμετρα, μέχρι που μωβ καπνοί άρχισαν να βγαίνουν από παντού, ο κύριος Zed άρχισε να ουρλιάζει «φωτιάαααααααααααααααα τρέεεεεεχτεεεεεεεεεε», άνοιξε τη συρόμενη πόρτα, πετάχτηκε έξω κι άρχισε να τρέχει αλαφιασμένος μέσα στη ζούγκλα, αφήνοντας πίσω του χωρίς δεύτερη σκέψη, γυναίκα και παιδί, όπου όπως σας είπα, ήμασταν στην 3η σειρά καθισμάτων του βαν κι επομένως εγκλωβισμένες από τη δεύτερη σειρά!

Η Σία κούνησε το κεφάλι της απαξιωτικά, οι υπόλοιποι ούτε που κουνήθηκαν από τις θέσεις τους, κοιτούσαν το μπαμπά  να τρέχει και να φωνάζει, με απόλυτη ψυχραιμία. Γύρισε πίσω να κοιτάξει, είδε ότι δεν έχουμε ανατιναχτεί και ξαναγύρισε. «Α, νόμιζα ότι βγήκατε κι εσείς…», είπε.

Ο Λώρεν πήρε το μπιτόνι κι αποφάσισε να πάει μόνος να βρει νερό σε κάποια λίμνη εκεί κοντά. Η λίμνη δεν ήταν παρά λασπόνερο και γεμάτη βδέλες, αλλά δεν υπήρχε άλλη λύση ούτως ή άλλως, εκτός κι αν καθόμασταν να φτύνουμε ένας ένας μέσα σε ένα κουβά για ώρες μέχρι να γεμίσει! Όση ώρα έλειπε ο Λώρεν εμφανίστηκαν κάτι παιδάκια με μακριά κοντάρια και ρόπαλα, δόντια λιονταριού κρεμασμένα στο λαιμό, βλογιοκομμένο δέρμα, κουρέλια για ρούχα, αυτοσχέδια πέδιλα που δεν προστάτευαν από τα αγκάθια, αλλά ευτυχώς οι πατούσες τους ήταν σαν σόλες παπουτσιών. 

Επρόκειτο για αυθεντικά παιδiά Μασάι Μάρα...Προσπάθησαν να μας πουλήσουν τα δόντια λιονταριού στη νοηματική βεβαίως, γιατί δεν μιλούσαν Αγγλικά, θυμάμαι όμως ότι το ένα, τον αρχηγό τους, τον έλεγαν «Σίμπα», που σήμαινε αρχηγός! Ήταν ταλαιπωρημένα, κακόμοιρα, αλλά στη φάτσα ήταν άγρια κι αποφασισμένα να βγάλουν κάτι από την τυχαία μας συνάντηση. Η μάμα-king παρασύρθηκε και νόμιζε ότι είναι τουριστική ατραξιόν. Έβγαλε τη φωτογραφική μηχανή και παραβλέποντας για ακόμη μια φορά τους Κανόνες της Ζούγκλας...τσάκ! Τι το ήθελε το φλας; Την πήρανε χαμπάρι κι έγιναν έξαλλα!

Που ήταν επιτέλους κι αυτός ο Λώρεν; Είχε εξαφανιστεί, τα μικρά μάο-μάο είχαν αγριέψει, είχαν αφηνιάσει, έδειχναν τη μάμα-king με το δάχτυλο και σηκώνανε τα ρόπαλα ψηλά… Έριξαν και δύο-τρεις στο βαν…Σήκωσαν πέτρες από κάτω για να μας λιθοβολήσουν! Ο πατέρας μου αυτή τη φορά μπήκε μπροστά και μας διέταξε να κλειδωθούμε μέσα στο βαν, προσπαθούσε να τα ηρεμήσει…

Έβγαλε με γενναιοδωρία δύο μπαλάκια του τένις που είχε μαζί και χωρίς να καταλάβω πως, άρχισε να παίζει μαζί τους κάτι σαν «μήλα»… Στο μεταξύ ο Λώρεν έφερε τα λασπόνερα και συνεχίσαμε ακόμη μερικά χιλιόμετρα…μέχρι που το βαν τα έφτυσε και πάλι, κι αναγκάστηκε ο ταλαίπωρος να πάει με τα πόδια να φέρει βοήθεια. Μέχρι να ξαναέρθει είχαμε λουφάξει μέσα στο βαν και οι φίλοι μας, με αρχηγό τον Σίμπα, μας είχαν κιόλας προσπεράσει με τα πόδια. 

Πέντε ώρες αργότερα, ήρθαν και μας μάζεψαν με άλλο φορτηγάκι και φτάσαμε επιτέλους στο Ξενοδοχείο – ο θεός να το κάνει…

Η Σία πήγε στη ρεσεψιόν να ζητήσει τα κλειδιά, την ίδια στιγμή που εγώ εξερευνούσα το χώρο από τη Δυτική πλευρά και η Μεγάλη την Ανατολική πλευρά.

«Where is the key?», είπε με απορία η Σία, που είχε παραλάβει απλά ένα ταμπελάκι με έναν αριθμό. «Oh! There is no key!», της λέει η ρεσεψιονίστ. Η Σία ένιωσε για λίγο βλάκας, μετά κατάλαβε ότι το κλειδί είναι ξεπερασμένο, εδώ στη ζούγκλα μόνο με «κάρτα» ανοίγουν τα δωμάτια… 

Όμως η αμήχανη στιγμή δεν είχε τέλος. «There is no card!» τη διαψεύδει και πάλι η ρεσεψιονίστ και την ενημερώνει τελικά ότι το ξενοδοχείο διαθέτει μόνο… Τέντες! Μεγάλες, άνετες τέντες που κλειδώνουν με απλό φερμουάρ. Δωμάτια γιόκ! 

Εκείνο το απόγευμα έγινε μπλακ άουτ και το ξενοδοχείο δεν είχε ρεύμα…