21.7.18

Η Τέχνη του να Απλώνεσαι στον Κόσμο



Σήμερα ξύπνησα κουρνιασμένη όπως κάνω τα τελευταία χρόνια, παρότι στο κρεβάτι υπάρχει περιθώριο για λίγο άπλωμα παραπάνω, χωρίς να ενοχλώ τον «Συνοδοιπόρο» που κοιμάται δίπλα μου. Μαζεμένη σαν γατί, ξύπνησα λίγο πιασμένη, όπως κάθε ημέρα.

Λίγο αργότερα, καταφθάνω στη δουλειά και περνώντας από ένα στενό, βλέπω μια κυρία που είχε ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου διάπλατα, πιο πολύ δεν γινόταν, μέχρι να καταφέρει να απλώσει το ένα πόδι, το ένα χέρι, το άλλο πόδι και το άλλο χέρι και να βγει τελικά έξω. Αναγκάστηκα να κόψω ταχύτητα για να μην την πάρω μαζί κι αυτήν και την πόρτα της και έπιασα τον εαυτό μου να ενοχλείται από αυτή την ανετίλα του απλώματος.

Ήμουν έτοιμη να την χαρακτηρίσω ζώο και γαϊδούρα, αλλά με σταμάτησε κάτι στην άκρη της γλώσσας μου. Α, ναι, πρόλαβα να τη βουτήξω στο μυαλό κι αυτή ήταν η γεύση της λογικής. «Καλά κάνει κι απλώνεται, να βγει με την άνεσή της, γιατί να μην επιβληθεί στο σύμπαν; Γιατί να δυσκολέψει την έξοδό της από το αμάξι, για χάρη των άλλων;» και σκέφτηκα μετά ότι είμαι τόσο πολύ μίζερη, που ποτέ δεν έχω ανοίξει πόρτα τόσο διάπλατα για να βγω, ώστε να μην ενοχλήσω κάποιον που περνάει και κόψει ταχύτητα (ή με πάρει σβάρνα).

Ίσως αυτή η μιζέρια να με εμποδίζει από έναν πραγματικά καλό και ξέγνοιαστο ύπνο, απλωμένο από τη μία άκρη του κρεβατιού μέχρι την άλλη. Πολλά τέτοια παραδείγματα μου έρχονται τώρα στο μυαλό, πολύ συχνά περιορίζω το άπλωμά μου, συνειδητά και ασυνείδητα. Πολλές φορές δυσκολεύω τον εαυτό μου για να διευκολύνω τους άλλους.

Η Τέχνη του να Απλώνεσαι στον Κόσμο επιτάσσει λίγη γαϊδουριά. Να μη μαζεύεις τα πόδια σου όσο καλύτερα μπορείς για να περάσει κάποιος π.χ. στο σινεμά. Κάνε λίγο πέρα για τη στάχτη στα μάτια και αν δεν χωρέσει πρόβλημά του, ας μην κατουριόταν, ας ερχόταν νωρίτερα, ας μην κάνει διάλειμμα. Να μην στριμώχνεις το αμάξι σε μια θέση parking για να χωρέσουν και οι άλλοι, να απλώνεσαι σαν η σακαράκα σου να ήταν λίμο.

Απλώσου. Ξεδιπλώσου. Το έχεις ανάγκη να γίνεις αν είσαι από αυτούς που συνέχεια στριμώχνονται. Χρειαζόμαστε διατάσεις κόσμε, έχουμε πιαστεί και παθαίνουμε κράμπες.




18.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες vol3



Φτάνοντας στην 3η και τελευταία ιστορία, ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε για την πλέον επικίνδυνη καψούρα, την απαγορευμένη καλοκαιρινή καψούρα της ώριμης περιόδου.

Είναι η 3η και φαρμακερή. Η καψούρα που έρχεται σε πιο μεγάλη ηλικία, σε φαινομενικά ανύποπτο πάλι χρόνο, στην ώριμη περίοδο – διαφορετική για τον καθένα, άλλους τους πιάνει στα τριάντα, άλλους τους πιάνει στα σαράντα και άλλους στα πενήντα. Από εκεί και ύστερα, η καψούρα ονομάζεται γεροντοέρωτας και δεν μπορώ να μιλήσω για αυτό, καθώς δεν έχω φτάσει ούτε απ’ έξω, αλλά όποιον ξέρω που το έπαθε, το πέρασε πολύ βαριά.

Η ώριμη καλοκαιρινή καψούρα είναι η πιο επικίνδυνη, γιατί δεν έχει τον ενθουσιασμό των προηγούμενων και άρα, μπορεί να κρατήσει περισσότερο από το συνηθισμένο. Όπως είπαμε στο πρώτο επεισόδιο, η δύναμη της καψούρας και ο χρόνος ζωής της είναι αντιστρόφως ανάλογες. Επομένως, η ώριμη καλοκαιρινή καψούρα μπορεί να χάνει λίγο στη μονάδα μέτρησης του αρχικού πάθους και του ενθουσιασμού, αλλά μπορεί να κρατήσει περισσότερο καιρό. Και όσο περισσότερος χρόνος της δίδεται, μπορεί να φουντώσει αργότερα και να γίνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από μια απλή καψούρα.

 Όπου γάμος και χαρά…

Ο Βλάσης λοιπόν, βρέθηκε καλεσμένος στο γάμο ενός φίλου του και στο τραπέζι της δεξίωσης, είχε τη χαρά να σμίξει με παλιούς γνωστούς και φίλους που είχαν ξεχαστεί από καιρό. Παρατήρησε ότι όλοι συνοδεύονταν εκτός από εκείνον και θεώρησε ότι αυτό το πάρτι θα ήταν αρκετά βαρετό, δεδομένου ότι θα χανόταν για άλλη μια φορά η ευκαιρία να γνωρίσει κάποια κοπέλα.

Καθώς η ώρα περνούσε, έτρωγαν κι έπιναν και κάποιοι σηκωνόντουσαν να χορέψουν, οι θέσεις άλλαξαν και ούτε κατάλαβε πως, βρέθηκε δίπλα σε μια κοπέλα, που φυσικά ούτε αυτή ήταν ασυνόδευτη. Ίσως να την είχε γνωρίσει ξανά, αλλά δεν το θυμόταν. Ή μάλλον, το θυμόταν, αλλά ήταν σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.

Αφού μιλήσανε λίγο περί ανέμων και υδάτων, του φάνηκε πολύ οικεία τελικά, όπως όταν γνωρίζεις κάποιον για πρώτη φορά, αλλά αισθάνεσαι σαν να τον ξέρεις από πάντα. Αυτοί οι δύο καταλαβαινόντουσαν με έναν περίεργο τρόπο, παρότι δεν είχαν τίποτα κοινό. Και ζωδιακά να το πάρεις δηλαδή, ήταν εντελώς αντίθετοι σε όλα τους.

Ανάμεσα στις παύσεις της χαζοσυζήτησης, κοιτιόντουσαν και τα μάτια τους φλυαρούσαν ανελέητα. Ήταν αμοιβαίο βέβαια, ο Βλάσης δεν ήταν τρελός. Της κοπέλας της φάνηκε τόσο έντονη η αύρα μεταξύ τους, που ήταν σίγουρη ότι το βλέπουν και το καταλαβαίνουν όλοι. Όμως κανένας δεν έδινε σημασία, ούτε καν ο συνοδός της. Ήταν τόσο ξεκάθαρο, που απορούσε πως γίνεται να περνά απαρατήρητο, σαν να τους κάλυπτε κάποιος αόρατος μανδύας, σαν αυτός του Χάρι Πότερ.

Ο γάμος τελείωσε και μαζεύτηκαν σπίτια τους. Και πέρασε πολύς καιρός, που ούτε βλεπόντουσαν, ούτε μιλούσανε, όμως στριφογύριζε ο ένας στο μυαλό του άλλου. Κι έτσι, ήρθε το επόμενο καλοκαίρι και βρέθηκαν τυχαία πάλι, σε έναν άλλο γάμο. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πολύ πιο μπερδεμένα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο βρέθηκαν ξανά δίπλα δίπλα, να μιλάνε και να χαμογελάνε ο ένας στον άλλον κι ήταν σαν να αγκαλιάζονται χωρίς καν να ακουμπιούνται. Κανείς δεν παρατήρησε τίποτα, ούτε τα βλέμματα, ούτε τα γέλια, ούτε το κρασί που εξαφανιζόταν από τα ποτήρια τους με τρόπο μαγικό.

Και πέρασε άλλος ένας χρόνος και τους έφερε στο τρίτο καλοκαίρι, με κάποια ενδιάμεση τυχαία συνάντηση μέσα στο χειμώνα. Και πάθανε «Μαμιχλαπινάταπάι» (αν δεν ξέρεις κάνε κλικ να μάθεις) και κανείς δεν έμαθε ποτέ τι έγινε με αυτούς τους δύο, γιατί ο αόρατος μανδύας μπορεί τελικά και να υπάρχει!

Και επίσης, karma is a GREAT bitch.

17.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες...vol2

Για τον ορισμό της καψούρας και την ιστορία Καψούρα α': Ο γιός του ξενοδόχου, πατήστε εδώ
Διαφορετικά συνεχίστε...




Καψούρα β’: Με αεροπλάνα και βαπόρια... 

Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ένα καλοκαίρι στη Σίφνο, γνωρίστηκαν μέσα από κοινή παρέα, η Αγκάθα και ο Σίφης, ετών είκοσι δύο και είκοσι τρία αντίστοιχα. Αυτή η καψούρα ήταν αρχικά έντονη από τη δική του πλευρά, εκείνη δεν πίστευε σε τέτοιους έρωτες, τους απέφευγε. Εκείνη έμενε όλο το καλοκαίρι στο νησί, καθότι δούλευε εκεί, ενώ εκείνος είχε τις δικές του δουλειές στην Αθήνα κι άλλωστε ήταν περαστικός, οι διακοπές του ήταν κανονισμένες από καιρό, θα πήγαινε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Γαύδο. Ο Σίφης μαγεμένος από την Αγκάθα ξεκίνησε την πολιορκία και η Αγκάθα δεν άργησε να την πατήσει μαζί του, αλλά σχετικά ελαφρά, όσο το πάτημα της γάτας. Και δώστου κάθε Σαββατοκύριακο να πηγαίνει ο Σίφης στη Σίφνο και δώστου να αντιστέκεται η Αγκάθα, αλλά  κάθε φορά να δυσκολεύεται ολοένα και πιο πολύ να του αντισταθεί.

Ο Σίφης που είχε πάρει φωτιά για τα καλά, αλλά είχε και εγωισμό που να μην είχε, της έδωσε τελεσίγραφο. "Θέλω να έρθεις εσύ σε εμένα, έτσι για αλλαγή. Τάδε του μήνα θα κάνω πάρτι στη Γαύδο. Θα έρθεις;". Εεεεε... όχι; Η Αγκάθα ούτε που το σκεφτόταν στην αρχή, αλλά όμως, αυτό το τελεσίγραφο είχε μια πνοή τρέλας κι αυτό της άρεσε, καθότι Κριός κι εκείνη, όπως η αφηγήτρια. Οι ημερομηνίες δεν έβγαιναν, καθότι η Αγκάθα, την επόμενη του πάρτι, θα έπρεπε οπωσδήποτε να βρίσκεται στη δουλειά της μέχρι τις 12 το μεσημέρι. 

Τελευταία στιγμή, λίγο πριν μπαρκάρει το πλοίο, αποφάσισε ότι θα πάει να τον βρει κι ας ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε στη ζωή της (το είχε πει κι άλλες φορές αυτό και πάντα βρισκόταν με μπελάδες... ). Πήρε το πλοίο από τη Σίφνο, πήγε στην Πάρο, από την Πάρο στη Σαντορίνη κι από εκεί στο Ηράκλειο της Κρήτης. Από το Ηράκλειο πήρε το ΚΤΕΛ, πήγε στα Σφακιά, πήρε το πλοίο κι έφθασε στο πάρτι στη Γαύδο. Όλα για τον έρωτα. Όλα για ένα φιλί. Όλα για το Σίφη, που μπορεί τελικά να μην ήταν απλά μια καλοκαιρινή καψούρα, αλλά ο έρωτας της ζωής της. Δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον...

Τα ξημερώματα ο Σίφης δεν καταλάβαινε γιατί η Αγκάθα έπρεπε να φύγει. Γιατί δεν καθόταν λίγες μέρες μαζί του... Η Αγκάθα δεν κατάλαβε ότι αυτό το λάθος θα το μετάνιωνε για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Κι έτσι, έφυγε πίσω για το νησί της, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα. Βλέπετε ήταν όλα προδιαγεγραμμένα εξ αρχής, το άτιμο το σύμπαν... Όσο πιο δυνατός ο καλοκαιρινός έρωτας, τόσο πιο σύντομη η διάρκεια της περιπέτειας, αντίθετες δυνάμεις (βλέπε εισαγωγή στο vol1). Τέτοιος έρωτας δεν μπορούσε να επιβιώσει, θα τα σκέπαζε όλα. Δεν το ήξεραν τότε, βέβαια.. Τότε υπήρχε ακόμη η ελπίδα της επιβίωσης και η τελευταία ευκαιρία που νόμιζαν ότι θα υπάρξει. Η Αγκάθα επέστρεψε στη Σίφνο και λίγες εβδομάδες αργότερα επέστρεψαν και οι δύο στην Αθήνα. Κι είχαν όλα τελειώσει και κανείς δεν ξέρει γιατί... 

(ξέρω ότι μερικοί το διαβάζετε και σας έρχεται να σκάσετε και δεν καταλαβαίνετε γιατί δεν πήγε καλά αυτή η ιστορία. Κι εγώ έσκασα και δεν ξέρω τι συνέβη... Αλλά και να το γνώριζα, δεν θα σας έλεγα!)

Καψούρα γ': Όπου γάμος και χαρά... 

(συνεχίζεται...)

16.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες… vol1


Όλοι έχουμε ακούσει για την καλοκαιρινή καψούρα, ένα είδος καψούρας εντελώς διαφορετικής από όλες τις άλλες για λόγους που θα αναλύσουμε παρακάτω. Καταρχήν, η καλοκαιρινή καψούρα φημίζεται για δύο λόγους: τη δύναμή της και για το χρόνο ζωής της. Πρόκειται για δύο αντίθετες δυνάμεις που προσπαθούν να εξαλείψουν η μία την άλλη. Όσο πιο δυνατή είναι η καλοκαιρινή καψούρα, τόσο πιο γρήγορα σου τελειώνει. Ξέρω, είναι άδικο, αλλά αξίζει να το ζήσεις μια, δυο, πέντε, δέκα φορές στη ζωή σου.

Η καλοκαιρινή καψούρα ονομάζεται έτσι, γιατί συνήθως αρχίζει και τελειώνει μέσα στο ίδιο καλοκαίρι. Το πιθανότερο είναι να σε βρει στις διακοπές, ή σε κάποιο γαμήλιο πάρτι, ή σε κάποιο πάρτι γενικά. Η καλοκαιρινή καψούρα έχει ηλιοκαμένο πρόσωπο και ατίθασα μαλλιά, εμφανίζεται συχνά επάνω σε δύο ρόδες αντί για τέσσερις. Έχει την ιδιότητα να κάνει τα ηλιοβασιλέματα όμορφα σαν της Σαντορίνης, αν δεν βρίσκεται ούτως ή άλλως στη Σαντορίνη, και τις νύχτες ατελείωτες, ωσάν να έσβησε ο ήλιος – αλλά να συνεχίζει να κάνει ζέστη.

Φίλες μου (και λιγοστοί άνδρες φίλοι), μην ανησυχείτε, θα καείτε σίγουρα από μια τέτοια καψούρα, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή σας. Είναι αδύνατο να μην ερωτευτείς παράφορα όταν νιώθεις ανέμελος και σέξι . Στη βάση της η καλοκαιρινή καψούρα είναι ένα τεράστιο κομπλιμέντο για τον ίδιο μας τον εαυτό. Εγώ θα σας αφηγηθώ 2-3 καψουρο-ιστορίες από το φιλικό περιβάλλον, όχι για να σας αποτρέψω από το  πάθημα, ίσα ίσα, ελπίζω να σας πείσω να αφεθείτε και να φάτε τα μούτρα σας, γιατί η ζωή είναι πολύ μικρή για να μην τα φάτε.

Καψούρα α’: Ο γιός του ξενοδόχου

Εκείνο το καλοκαίρι, η Σμάρα θα πήγαινε στη Λήμνο με τους θείους της, που κάθε χρόνο επισκεπτόντουσαν το νησί, με αφορμή τους Ελληνοαμερικανούς φίλους τους, τους Ξενοδόχους. Η Σμάρα ήταν περίπου δεκαπέντε χρονών τότε και ο γιός του ξενοδόχου γύρω στα είκοσι ένα και όταν τον είδε, κεραυνοβολήθηκε αστραπιαία (τεράστια υπερβολή, αλλά έτσι το έβλεπε τότε).

Εκείνα τα χρόνια, η Σμάρα κοίταζε τον Έτσι, αλλά δεν έβλεπε τη χρυσή αλυσίδα με το σταυρουδάκι στο λαιμό, ούτε άκουγε την ελληνοαμερικάνικη προφορά, ούτε μπορούσε να προβλέψει ότι ο γεροδεμένος, ξανθός με μπλε μάτια, γιός του ξενοδόχου, λίγα χρόνια αργότερα θα είχε μια μπιροκοιλιά από τη Λήμνο ως τον Άη Στράτη. Έβλεπε μόνο αυτό που ήθελε να δει και πίστευε αυτό που ήθελε να πιστέψει. Ένα έλεγε εκείνος, δέκα άκουγε εκείνη. Τύχαινε να της κρατήσει το χεράκι λίγο πιο σφιχτά κι εκείνη ήταν έτοιμη να πάθει ανακοπή.

Η καψούρα ήταν αναπόφευκτη κάτω από τον έναστρο ουρανό και ήταν έντονη, καθότι η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει ήδη από το πρώτο λεπτό της γνωριμίας τους. Οι διακοπές της θα κρατούσαν λίγες ημέρες και λίγες ημέρες μετά, εκείνος θα επέστρεφε ούτως ή άλλως στην Αμέρικα. Το drama έκανε ακόμη εντονότερη την καψούρα της για τον Έτσι και φυσικά, η καψούρα έδωσε ρέστα από την αποχώρησή της από το νησί και μετά. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο δυνάμωνε η καψούρα, τόσο τα σχέδια για το επόμενο καλοκαίρι φούντωναν, τόσο οι πεταλούδες στο στομάχι την έκαναν σχεδόν να πονάει, τόσο τα τραγούδια της Celine Dion την έκαναν να κλαίει κι ήταν αδύνατο να κοιμηθεί το βράδυ γιατί τον σκεφτόταν συνέχεια… Και ξαφνικά, μια ημέρα μέσα στο φθινόπωρο όλα αυτά σταμάτησαν. Έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη.


(to be continued)

15.7.18

Στο μυαλό ενός δωδεκάχρονου...



Στη ζωή υπάρχουν σημαντικοί σταθμοί μετάβασης από μια κατάσταση στην άλλη, που σε αλλάζουν σαν άνθρωπο. Οι σταθμοί μπορεί να είναι αντικειμενικά ή υποκειμενικά μεταβατικοί. Για παράδειγμα, θα έλεγα αντικειμενική τη μετάβαση του παιδιού στην εφηβεία, το πέρασμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο ή από το σχολείο στο Πανεπιστήμιο. Υποκειμενική μετάβαση, είναι για παράδειγμα η αλλαγή που θα υποστεί κανείς μετά από μια τραυματική εμπειρία, όπως ένα διαζύγιο, δικό του ή των γονιών του, ή από έναν θάνατο, μεταφορικά ή κυριολεκτικά. Είναι υποκειμενική, καθώς για τον καθένα σημαίνει κάτι διαφορετικό και ο καθένας μας το περνά αναπόφευκτα σε απροσδιόριστο χρόνο μέσα στη ζωή του, συχνά χωρίς να το επιδιώξει ή να μπορεί να το ελέγξει.

Σκέψου τώρα, να συμπίπτουν δύο από αυτές τις καταστάσεις μαζί. Δηλαδή, να μεταβαίνεις στην εφηβεία και παράλληλα να γίνεται μπάχαλο στο σπίτι σου. Είναι αρκετά πιεστικό, γεμάτο εκρήξεις και τεράστιες αλλαγές, και το γνωρίζω από πρώτο χέρι. Κάποτε λοιπόν, ήμουν ένα δωδεκάχρονο κορίτσι (λίγο μικρότερη από αυτό), που τέτοια εποχή ετοιμαζόταν για το Γυμνάσιο κι έβλεπα την αλλαγή πολύ μεγαλύτερη από αυτή που αντικειμενικά ήταν. Το Γυμνάσιο ήταν μια δεύτερη ευκαιρία για καλύτερους φίλους, για καλύτερους βαθμούς και για καλύτερη ζωή. Ήταν ένα βήμα πιο κοντά στην ενηλικίωση, που φάνταζε σαν απελευθέρωση. Υπήρχε αυτή η ελπίδα της αλλαγής, που θα ερχόταν σταδιακά χωρίς να την καταλαβαίνω. Υπήρχε όμως και η άλλη μετάβαση, σχετικά με τον θυμό. Ο θυμός που εκφραζόταν ως τότε με κλάμα και άναρθρες κραυγές, μπορούσε πια να εκφραστεί καλύτερα με λέξεις, με λεκτική άρνηση, με λεκτική επίθεση και στην περίπτωσή μου, με τον σωτήρα μου, που ήταν και είναι ως τώρα η γραφή. Η εφηβεία είναι η δυσκολότερη πίστα όσον αφορά τον έλεγχο του μυαλού και τον συγχρονισμό του με τη γλώσσα.

Κάπως έτσι λοιπόν, ένα δωδεκάχρονο αγόρι που αγαπώ πάρα πολύ βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση που ήμουν εγώ κάποτε και άρχισε να μεταφράζει το φόβο και τα νεύρα του, σε κάτι που μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα οι ενήλικοι. Ο λόγος και η κρίση μπήκαν σε τροχιά. Να μην καταπιέζετε τους έφηβους επειδή δεν μπορείτε να τους ελέγξετε. Να τους ακούτε. Εγώ τον ακούω, ακούω το θυμό που εκφράζει με λέξεις και δεν μπορώ πια να στεναχωριέμαι για το θυμό του, γιατί πλέον μπορώ να συζητήσω μαζί του για αυτό. Ο δωδεκάχρονος πλέον αδερφός μου είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορώ να επικοινωνήσω πολύ καλύτερα από τους περισσότερους φίλους μου, γιατί έχουμε κοινά βιώματα και πλέον μιλάμε την ίδια γλώσσα. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό!

Σκεφτόμουν λοιπόν, ότι οι εκρήξεις που παθαίνουμε στην εφηβεία είναι απόλυτα λογικές βάσει αυτού. Φαντάσου πως αντέδρασε ο πρώτος άνθρωπος που ανακάλυψε τη φωτιά. Θα ούρλιαζε, θα χτύπαγε το κεφάλι του από χαρά και από έκπληξη, πιθανό να έδειρε και κάποιον από την υπερδιέγερση που του προκάλεσε το αίσθημα της δύναμης. Ο έφηβος ανακαλύπτει ότι μπορεί να εκφράσει την άποψή του. Ότι μπορεί να πληγώσει με τις λέξεις. Ακόμη κι αν είναι εξαρτημένος από τους γονείς του, βρίσκεται σε ένα στάδιο που πλέον μπορεί να τους κρίνει και αν το αποφασίσει, να μην τους χωνεύει! Ο έφηβος μπορεί πλέον να βάλει τα γεγονότα σε σειρά και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ένα παιδί δεν μπορεί να το κάνει αυτό.

Γονείς, ακούστε καλά τι σας λένε οι έφηβοι και μην τους παρεξηγείτε αν τα λένε λίγο πιο τσουβαλάτα. Είναι σαν να βλέπατε μέχρι σήμερα μόνο ασπρόμαυρο τον κόσμο και ξαφνικά, αρχίσατε να βλέπετε χρώματα. Ακούστε και μάθετε από αυτή τη μετάβαση, γιατί δυστυχώς, καθώς τα χρόνια περνούν, ο λόγος μας γίνεται άλλου είδους εργαλείο. Τον χρησιμοποιούμε χειριστικά ή διπλωματικά. Ξεχνάμε να έχουμε απόψεις, τις στρογγυλεύουμε, ή τις κρύβουμε. Πιστέψτε με, αυτά που έγραφα στα ημερολόγια του Γυμνασίου ήταν πολύ πιο αληθινά από ό,τι μπορει να γράψω ποτέ ξανά, ακόμη κι αν ήξερα ότι δεν θα τα διαβάσει κανείς, παρά μόνο εγώ.