15.7.18

Στο μυαλό ενός δωδεκάχρονου...



Στη ζωή υπάρχουν σημαντικοί σταθμοί μετάβασης από μια κατάσταση στην άλλη, που σε αλλάζουν σαν άνθρωπο. Οι σταθμοί μπορεί να είναι αντικειμενικά ή υποκειμενικά μεταβατικοί. Για παράδειγμα, θα έλεγα αντικειμενική τη μετάβαση του παιδιού στην εφηβεία, το πέρασμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο ή από το σχολείο στο Πανεπιστήμιο. Υποκειμενική μετάβαση, είναι για παράδειγμα η αλλαγή που θα υποστεί κανείς μετά από μια τραυματική εμπειρία, όπως ένα διαζύγιο, δικό του ή των γονιών του, ή από έναν θάνατο, μεταφορικά ή κυριολεκτικά. Είναι υποκειμενική, καθώς για τον καθένα σημαίνει κάτι διαφορετικό και ο καθένας μας το περνά αναπόφευκτα σε απροσδιόριστο χρόνο μέσα στη ζωή του, συχνά χωρίς να το επιδιώξει ή να μπορεί να το ελέγξει.

Σκέψου τώρα, να συμπίπτουν δύο από αυτές τις καταστάσεις μαζί. Δηλαδή, να μεταβαίνεις στην εφηβεία και παράλληλα να γίνεται μπάχαλο στο σπίτι σου. Είναι αρκετά πιεστικό, γεμάτο εκρήξεις και τεράστιες αλλαγές, και το γνωρίζω από πρώτο χέρι. Κάποτε λοιπόν, ήμουν ένα δωδεκάχρονο κορίτσι (λίγο μικρότερη από αυτό), που τέτοια εποχή ετοιμαζόταν για το Γυμνάσιο κι έβλεπα την αλλαγή πολύ μεγαλύτερη από αυτή που αντικειμενικά ήταν. Το Γυμνάσιο ήταν μια δεύτερη ευκαιρία για καλύτερους φίλους, για καλύτερους βαθμούς και για καλύτερη ζωή. Ήταν ένα βήμα πιο κοντά στην ενηλικίωση, που φάνταζε σαν απελευθέρωση. Υπήρχε αυτή η ελπίδα της αλλαγής, που θα ερχόταν σταδιακά χωρίς να την καταλαβαίνω. Υπήρχε όμως και η άλλη μετάβαση, σχετικά με τον θυμό. Ο θυμός που εκφραζόταν ως τότε με κλάμα και άναρθρες κραυγές, μπορούσε πια να εκφραστεί καλύτερα με λέξεις, με λεκτική άρνηση, με λεκτική επίθεση και στην περίπτωσή μου, με τον σωτήρα μου, που ήταν και είναι ως τώρα η γραφή. Η εφηβεία είναι η δυσκολότερη πίστα όσον αφορά τον έλεγχο του μυαλού και τον συγχρονισμό του με τη γλώσσα.

Κάπως έτσι λοιπόν, ένα δωδεκάχρονο αγόρι που αγαπώ πάρα πολύ βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση που ήμουν εγώ κάποτε και άρχισε να μεταφράζει το φόβο και τα νεύρα του, σε κάτι που μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα οι ενήλικοι. Ο λόγος και η κρίση μπήκαν σε τροχιά. Να μην καταπιέζετε τους έφηβους επειδή δεν μπορείτε να τους ελέγξετε. Να τους ακούτε. Εγώ τον ακούω, ακούω το θυμό που εκφράζει με λέξεις και δεν μπορώ πια να στεναχωριέμαι για το θυμό του, γιατί πλέον μπορώ να συζητήσω μαζί του για αυτό. Ο δωδεκάχρονος πλέον αδερφός μου είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορώ να επικοινωνήσω πολύ καλύτερα από τους περισσότερους φίλους μου, γιατί έχουμε κοινά βιώματα και πλέον μιλάμε την ίδια γλώσσα. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό!

Σκεφτόμουν λοιπόν, ότι οι εκρήξεις που παθαίνουμε στην εφηβεία είναι απόλυτα λογικές βάσει αυτού. Φαντάσου πως αντέδρασε ο πρώτος άνθρωπος που ανακάλυψε τη φωτιά. Θα ούρλιαζε, θα χτύπαγε το κεφάλι του από χαρά και από έκπληξη, πιθανό να έδειρε και κάποιον από την υπερδιέγερση που του προκάλεσε το αίσθημα της δύναμης. Ο έφηβος ανακαλύπτει ότι μπορεί να εκφράσει την άποψή του. Ότι μπορεί να πληγώσει με τις λέξεις. Ακόμη κι αν είναι εξαρτημένος από τους γονείς του, βρίσκεται σε ένα στάδιο που πλέον μπορεί να τους κρίνει και αν το αποφασίσει, να μην τους χωνεύει! Ο έφηβος μπορεί πλέον να βάλει τα γεγονότα σε σειρά και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ένα παιδί δεν μπορεί να το κάνει αυτό.

Γονείς, ακούστε καλά τι σας λένε οι έφηβοι και μην τους παρεξηγείτε αν τα λένε λίγο πιο τσουβαλάτα. Είναι σαν να βλέπατε μέχρι σήμερα μόνο ασπρόμαυρο τον κόσμο και ξαφνικά, αρχίσατε να βλέπετε χρώματα. Ακούστε και μάθετε από αυτή τη μετάβαση, γιατί δυστυχώς, καθώς τα χρόνια περνούν, ο λόγος μας γίνεται άλλου είδους εργαλείο. Τον χρησιμοποιούμε χειριστικά ή διπλωματικά. Ξεχνάμε να έχουμε απόψεις, τις στρογγυλεύουμε, ή τις κρύβουμε. Πιστέψτε με, αυτά που έγραφα στα ημερολόγια του Γυμνασίου ήταν πολύ πιο αληθινά από ό,τι μπορει να γράψω ποτέ ξανά, ακόμη κι αν ήξερα ότι δεν θα τα διαβάσει κανείς, παρά μόνο εγώ. 

29.5.18

Δεν φιλάς θάλασσες αν φοβάσαι μην πνιγείς


Και τώρα θα σας εξηγήσω πως είναι να φιλάς θάλασσες, γιατί μερικοί είστε πολύ πεζοί για να το καταλάβετε.

Να φιλάς θάλασσες, τα χείλη σου να καίνε από την αλμύρα, να ξέρεις ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να πνιγείς, αλλά να ελπίζεις ότι μπορείς να κρατήσεις την ανάσα σου για λίγο ακόμα. Θέλεις να κολλήσεις τα χείλη σου στα δικά της, με την πιθανότητα να πνιγείς. Να ξέρεις ότι μπορεί να πνιγείς τελικά, αλλά να μην φοβάσαι. Γιατί αυτό παθαίνει όποιος ερωτεύεται τη θάλασσα, ρωτήστε και τους παλιούς ναυτικούς αν δεν με πιστεύετε. Όλοι ξέρουν τον κίνδυνο, αλλά δεν φοβούνται, γιατί η επιθυμία, είναι μεγαλύτερη από το φόβο. Να φιλάς θάλασσες, άστατες, αγριεμένες θάλασσες, που μπορεί να σε πετάξουν στα βράχια ή να σε παρασύρουν στο βυθό, στο χάος. Να μην φιλάς θάλασσες αν δεν αντέχεις να χαθείς μέσα σε αυτές.

Παίρνεις τα ρίσκα σου λοιπόν, σκύβεις και τη φιλάς. Κι άμα γλιτώσεις τον πνιγμό, σκύβεις να τη φιλήσεις πάλι, ξανά και ξανά, γιατί η σκέψη δεν φεύγει από το μυαλό σου. Γιατί φιλώντας τη, ανακαλύπτεις ότι αναπνέεις καλύτερα μέσα στο νερό και ο πραγματικός πνιγμός βρίσκεται έξω από αυτήν, όταν είσαι μακριά της. Γιατί το χάος της ταιριάζει άψογα με το χάος του μυαλού σου.

Δεν φιλάς θάλασσες αν φοβάσαι μην πνιγείς.

Κατάλαβες;

16.5.18

Δημόσιες Υπηρεσίες, Τόμος Β’: Επανέκδοση διπλώματος οδήγησης


Εκτός από τα υπόλοιπα ταλέντα μου, έχω και τη μαγική ικανότητα να εξαφανίζω τα πράγματά μου! Κάποια τα βρίσκω λίγο ή αρκετό καιρό μετά, κάποια άλλη χάνονται για πάντα. Δεν θα πιάσουμε βέβαια να συζητάμε τα όσα έχω χάσει αφήνοντάς τα σε απίθανα μέρη ανά τον κόσμο (π.χ. μέσα σε ταξί, μέσα σε ντουλάπες ξενοδοχείων), ούτε την τάση να αφήνω το κινητό μου παντού και μετά  να τρέχω πανικόβλητη να το μαζέψω. Ειδικά το τελευταίο ανήκει στην κατηγορία «σπορ», όχι στα ταλέντα. Εδώ μιλάμε για την απόλυτη εξαπάτηση των αισθήσεων, μιλάμε για μαγεία.

Τη μια μέρα το δίπλωμα οδήγησης ήταν στο ντουλάπι του αυτοκινήτου, την επόμενη ημέρα δεν ήταν εκεί. Κι έτσι άρχισε ο γολγοθάς της περασμένης εβδομάδας, με τα νεύρα να κυριαρχούν έναντι όλων των άλλων συναισθημάτων. Τη μια μέρα υπήρχε μάρτυρας που το είδε μέσα εκεί, την άλλη μέρα ο μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν το είδε ποτέ. Αφού έφαγα τον κόσμο στην κυριολεξία και έψαξα παντού, αποφάσισα να παραιτηθώ από την προσπάθεια ανεύρεσης και να βγάλω νέο δίπλωμα, γιατί ήθελα να πετάξω και μερικά λεφτά και δεν έβρισκα που, μιας που νύχι δεν μου έχει μείνει να πάω να το φτιάξω, το κομμωτήριο που εμπιστευόμουν έκλεισε οπότε ούτε ρίζα είχα να βάψω και βλεφαρίδες έχω μπόλικες, οπότε δεν χρειαζόταν να βάλω. Ναι, το να πετάξω τα λεφτά μου για να βγάλω νέο δίπλωμα ήταν καλή ιδέα.

Και τρέχα στο αστυνομικό τμήμα  να δηλώσεις την εξαφάνιση (όπου τσάλ-τσάλ ο δημόσιος υπάλληλος την τσίχλα). «Γειά σας, θέλω να δηλώσω μια εξαφάνιση», είπα συνοφρυωμένη. Ούτε που ταράχτηκε, μου φάνηκε δε, ότι τα έξυσε και λίγο μπροστά στα μάτια μου πριν καν γυρίσει να με κοιτάξει. «Τι έχασες;», μου απαντάει συνεχίζοντας να κοιτάζει την οθόνη του. «Το παιδί μου!», ήθελα να του πω μπας και επιτέλους γυρίσει την κεφάλα του. Κρατήθηκα όμως, γιατί η μητέρα λέει ότι στις δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να είσαι ευγενικός και καλοβαλμένος για να καταφέρεις να εξυπηρετηθείς. Αφού κατάφερα να συνεννοηθώ και στο τέλος γίναμε και λίγο φίλοι, πήγα στα ΚΕΠ. Εκεί ο υπάλληλος δεν μασούσε τσίχλα. Από εκεί, πήρα τα παράβολα παραμάσχαλα και γύρισα στο σπίτι κι έκανα υπομονή μέχρι την επόμενη ημέρα το πρωί, για να πάω στην τράπεζα να πληρώσω τα κέρατά μου τα παράβολα…

Τώρα έπρεπε να περιμένω μέχρι το επόμενο πρωί, για να πάω στο Υπουργείο Μεταφορών. Δεν υπήρχε ουρά όπως με έχουν συνηθίσει οι δημόσιες υπηρεσίες. Υπήρχε μόνο ένας μπάρμπας μπροστά μου, πολύ μεγάλος μάγκας, στάνταρ δάσκαλος οδήγησης. Μέσα από το τζάμι, πέντε άτομα. Ο ένας έκανε ότι δούλευε, οι άλλοι είχαν σχηματίσει πηγαδάκι, ντυμένοι σα να πήγαιναν στην παραλία και λέγανε τα νέα τους. Προσπάθησα να μην κοιτάζω επίμονα το ρολόι και εκείνους με μισό μάτι. 

Επιτέλους ήρθε αυτή με το παρεό να με εξυπηρετήσει. Τσαλ – τσαλ η τσίχλα να χτυπιέται στα δόντια της κυρίας. «Πήγαινε εδώ στη γειτονιά να βγάλεις καμιά άλλη φωτογραφία, αυτή με το μαγιό δεν κάνει». Ντάξει, αυτό με το μαγιό δεν έγινε ποτέ, αλλά η φωτογραφία όντως δεν έκανε, ήταν λέει μικρή. Πήγα κι εγώ απέναντι να τυπώσω μια γιγαντοαφίσα με την πιο ξινισμένη μούρη που μπορεί να έχω στις 8 το πρωί πριν τη δουλειά και κατέθεσα τα χαρτιά μου. Όλα καλά μου λέει. Πότε θα ξέρω ότι είναι έτοιμο, της λέω, γιατί στο μεσοδιάστημα δεν πρέπει να οδηγώ, έτσι λέει ο Νόμος. «Δεν θα σε ειδοποιήσουμε, έλα απλά σε δεκαπέντε μέρες!». Τσαλ-τσαλ. Ευχαριστώ. Γειά σας.

Δεκατέσσερις και σήμερα.

6.5.18

Φλερτ σε Μπαρ Νο 349



-          Ποιο άρωμα φοράς;… Όχι, άσε μην μου πεις… Θα το βρω μόνος μου…


Τρείς ανεπιτυχείς προσπάθειες μετά, ο Τυπάκος παραδέχτηκε ότι δεν μπόρεσε να βρει το άρωμα της Τζέν-τζέν (γνωστή και ως Πίπης), και άρα την προκάλεσε σε μονομαχία, ήταν η σειρά της να μαντέψει το δικό του.

-          Δεν μυρίζω τίποτα. Εδώ μέσα μυρίζει μόνο τσιγαρίλα, του είπε κοφτά κοιτάζοντάς τον αφ’υψηλού, μιας που του έριχνε κι ένα κεφάλι.

-          Με πρόδωσε η όσφρησή σου!, είπε χαριτολογώντας ανεπιτυχώς για ακόμη μια φορά. 

-          Η κολόνια σου σε πρόδωσε, η όσφρησή μου είναι μια χαρά!, αποκρίθηκε εκείνη και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη.

Ο Τυπάκος είχε ξεκινήσει τη συζήτηση χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του φλέρτ σαν πολυβόλο όπλο. Μάστερ του είδους του, κατάφερε μέσα σε λίγα λεπτά να ξαμολήσει όλες τις ατάκες που μπορεί να έχεις την ατυχία να ακούσεις σε πέσιμο μέσα σε μπαρ. Μέσα σε λίγες ώρες δε, τις είχε επαναλάβει σε τουλάχιστον δέκα τσικάκια. Πολυβόλο. Στον αυτόματο.

-          - Σου την πέφτουν σίγουρα πολλοί άντρες όταν βγαίνεις ε; Γιατί είσαι πολύ ωραία γυναίκα…

Ότι δηλαδή, τι να απαντήσεις σε αυτό; Ναι, μου την πέφτουν συνέχεια. Ή να είσαι ταπεινή, τύπου, Χα-χα, Όμορφη εγώ; Άντε καλέ… Ή Όχι και συνέχεια, δεν έχουν όλοι τόση αυτοπεποίθηση όσο εσύ! Κι αφού έχει πει αυτό, συνεχίζει ακάθεκτος…

-          Το αγόρι σου που είναι; Αποκλείεται μια τόσο όμορφη κοπέλα να μην έχει αγόρι!

Ναι, είναι νόμος της φύσης. Αν είσαι όμορφη έχεις αγόρι πάντα, αποκλείεται να συμβαίνει το αντίθετο. Οπότε εσύ είσαι η εξαίρεση. Η όμορφη που την περνάνε για άσχημη. Όπως είπε κάποτε ένας χαμηλοκώλης σε άλλη φίλη όταν αυτή τον χώρισε, «ήμουν ένα διαμάντι ανάμεσα στα βότσαλα, που δεν το αναγνώρισες ότι ήταν διαμάντι και το πέταξες πίσω στη θάλασσα!».

-          Μου θυμίζεις μια παρουσιάστρια/τραγουδίστρια/ηθοποιό…

Ελάτε τώρα αγοράκια, σταματήστε να λέτε αυτήν την ατάκα για να πιάσετε κουβέντα. Δηλαδή, πραγματικά, για να μη ρωτήσετε το ζώδιο και φανείτε κατινάρες, το αμέσως καλύτερο που έχετε να πείτε είναι αυτό; Σοβαρά;!

-          Από πού είσαι; Μοιάζεις με Σουηδέζα! (αν είσαι ξανθιά)

Αυτή η ατάκα μου θυμίζει τη Λίμνη Μπελέτσι που επισκέφθηκα πρόσφατα. Διάβαζα στο ίντερνετ ότι το τοπίο έχει Σκανδιναβική ομορφιά. Ξεκάθαρα αυτός που το έγραψε αυτό, δεν έχει βρεθεί ποτέ σε Σκανδιναβική χώρα. Έτσι κι ο Τυπάκος, ξεκάθαρα δεν έχει δει ποτέ Σουηδέζα από κοντά.

26.4.18

Ταξιδεύοντας με τον Μαύρο Σίφουνα




Ο Μαύρος Σίφουνας ήρθε στην κυριότητά μου το 2006, όταν ήταν ήδη πέντε χρονών. Δεν τον αγάπησα καθόλου, ήμουν εξ αρχής επιφυλακτική μαζί του, γιατί ο πρώτος είναι πρώτος και ο δεύτερος τίποτα και το πρώτο σου αμάξι το αγαπάς, ενώ για το δεύτερο σκασίλα σου.

Ο Σίφουνας είναι καλός, δεν φταίει σε τίποτα. Παρότι τον κακομεταχειρίζομαι χρόνια τώρα…με αντέχει. Τους πρώτους μήνες της σχέσης μας τρακάραμε με μια πέτρα και χάσαμε την πορεία μας και κινδυνεύαμε να πέσουμε στο γκρεμό με τις αγελάδες στα Μάρμαρα ή σαν εναλλακτική επιλογή να φρενάρουμε στο βράχο από την άλλη πλευρά. Τελικά βρήκαμε την ευθεία και γλιτώσαμε με την αεροτομή να έχει πετάξει λίγα μέτρα παρακάτω, τίποτα σοβαρό. Τον επόμενο χρόνο, μουτζώσαμε έναν κύριο (ο θεός να τον κάνει) κι εκείνος μας κυνήγησε λυσσαλέα, μας πλάγιαζε, μας στίμωχνε, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα προκειμένου να μας τρομοκρατήσει. Κατεβάσαμε το παράθυρο και τον βρίσαμε, δεν φοβηθήκαμε. Λίγο καιρό μετά, τρέχαμε ξημερώματα στα Εξάρχεια χωρίς ζώνη, με το κινητό και το gps στο χέρι, αναζητώντας την οδό Μπενάκη για να μαζέψουμε το άλλο κινητό μου, όπως συχνά συμβαίνει, το είχα ξεχάσει. Είχαμε το θράσος να ρωτήσουμε τους μπάτσους αν πηγαίνουμε σωστά. Και πάλι βγήκαμε αλώβητοι, αλλά στην επιστροφή χάσαμε την 1η ταχύτητα και αναγκαστικά, πήγαμε να το επισκευάσουμε. Και παρεμπιπτόντως φτιάξαμε και την αεροτομή.

Πήγαμε βόλτες μόνοι μας για να κλάψουμε κάπου με ωραία θέα… Κι άλλες φορές, πήραμε και την Ειρήνη μαζί κι ανεβήκαμε στο βουνό για να πιούμε και να κλάψουμε παρέα. Τον πρώτο καιρό που άρχισα να δουλεύω, είχε εκπαιδευτεί να με πηγαίνει χωρίς βενζίνη. Μα ούτε αυτό είχα εκτιμήσει αρκετά, απλά δεν έδινα σημασία… Και τα χρόνια περνούσαν κι ο Σίφουνας ήταν πιστός, μέχρι που μια μέρα επαναστάτησε κι άρχισε να μου κάνει τσαλιμάκια. Του θύμωσα πολύ, κι αφού με εκβίασε αφήνοντάς με στην αριστερή λωρίδα στον παλιό Ιππόδρομο, χωρίς φρένα και με κλειδωμένο το τιμόνι, αναγκάστηκα να του πάρω αυτό που τόσο ήθελε. Αισθητήρα λάμδα και κάτι άλλα ακαταλαβίστικα.

Τα τελευταία χρόνια πίστευα ότι έχει Πάρκινσον, εκείνος βέβαια το αρνιόταν, έλεγε ότι είναι power plate κι ότι το κάνει επίτηδες, πρώτον για να γυμνάζομαι ενώ οδηγώ και δεύτερον, για να τραβάω τα βλέμματα στην παραλιακή (το Χάρο με τα μάτια τους οι άνθρωποι). Ούτε η Ίντι τον χώνευε. Μια μέρα την άφησα μέσα και μπήκα στο βίντεο κλάμπ κι όταν είχα βγει του είχε φάει το μισό χειρόφρενο.

Είχα σκεφτεί να τον εγκαταλείψω. Έτσι κι εγώ, από το καλοκαίρι και μετά, αφού είδα ότι το power plate δεν έχει αποτελέσματα, τον άφησα βρωμιάρη και συχνά τον πάρκαρα αφήνοντας τάχα μου επάνω τα κλειδιά μπας και στραβωθεί κανείς και μου τον κλέψει.

Τελικά, τον πήγα για service και ολική επαναφορά, αφού κανείς δεν τον έκλεψε. Κι είχαν περάσει δέκα χρόνια από την τελευταία φορά (#true_story #απαράδεκτη #τραγική). Ο μηχανικός έτριβε τα μάτια του. «Μα αυτό δεν είναι αμάξι… Αυτό είναι θαύμα! Πως σε άντεξε; Μανάρι μου, έχεις δέκα χρόνια να του κάνεις σέρβις!». Έλα ντε… Πως με άντεξε. Και κυρίως, πως πέρασαν τόσα χρόνια χωρίς να το καταλάβω;

 Ο Μαύρος Σίφουνας έγινε σαν καινούργιος. Φτού μην τον ματιάσω. Κι ας μην τον συμπαθώ. Είναι το καλό παιδί που θέλεις απλά να μείνετε φίλοι, ξέρεις…