Showing posts with label 30s. Show all posts
Showing posts with label 30s. Show all posts

8.8.18

Το κορίτσι που δεν έκλαιγε ποτέ



Ήταν τυχερή, είχε βρει το άλλο της μισό, κάτι πραγματικά σπάνιο και πολύτιμο. Ήταν αυτός για εκείνη, μόνον αυτός, το ήξερε, το ένιωθε, το έχτιζε κάθε ημέρα. Όλη της τη ζωή ήταν σκληρή, δυνατή, δεν είχε κανέναν ανάγκη για να τη δυναμώσει ή να την ολοκληρώσει. Ήταν αυτόνομη, αυτάρκης, γεμάτη από ενέργεια. Είχε πληγωθεί κάποιες φορές, μα ήταν μόνο γρατζουνιές που γρήγορα ξεθώριαζαν στο χρόνο. Απλώς έτυχε να βρεθεί εκείνος στο δρόμο της και τότε, εκτός από πολύ δυνατή, ήταν και πολύ ευτυχισμένη.

Ήξερε ότι βρήκε την πραγματική της αγάπη, γιατί αυτού του είδους η αγάπη γινόταν μέρα με τη μέρα πιο ισχυρή αντί να ξεθυμαίνει. Τον βάφτισε έρωτα, στήριγμα, σύντροφο, τον βάφτισε αγκαλιά, ταξίδι, μαξιλάρι, τον βάφτισε ευτυχία με γεύση.

Μια ημέρα όμως, έτσι ξαφνικά, κάτι έγινε κι ούτε ξέρει γιατί, εκείνος τυφλός από εγωισμό ή δειλός, ποιος ξέρει, έφυγε μακριά της. Την αποχαιρέτισε λέγοντάς την «αγάπη του», γιατί η αγάπη του ήταν. Αυτή τη φορά δεν ήταν γρατζουνιά. Ήταν ξερίζωμα.

Δεν άπλωσε το χέρι της να τον κρατήσει, γιατί είχε ακούσει από μικρή, πως όταν κάτι δεν γυρίζει πίσω σε εσένα, δεν ήταν ποτέ δικό σου. Δεν σταμάτησε ούτε μία στιγμή να πιστεύει ότι αυτός, που τώρα γύρισε την πλάτη και φεύγει, είναι η πραγματική αγάπη της, το απόλυτο ταίριασμά της. Έμεινε μόνη της, με τόσους πολλούς να της χαϊδεύουν τα μαλλιά και να της λένε πως είναι δυνατή, μόνη της με άπειρους φίλους, μόνη της με όλους εμάς γύρω της.

Δεν έπαψε να είναι δυνατή, δεν έπαψε να είναι αυτάρκης, αλλά ένιωθε ότι η μοναξιά της θα κρατήσει για πάντα. Θα έβρισκε σύντροφο, θα ερωτευόταν ξανά, πιθανότατα θα ξαναγαπούσε. Οι άνθρωποι ερωτεύονται πολλές φορές στη ζωή τους και έχουν την ικανότητα να αγαπούν περισσότερους από έναν ανθρώπους. Όμως ένας είναι ο άνθρωπος που κουμπώνει άψογα στην καρδιά σου…

Πέρασε ο καιρός, σε μια τυχαία συνάντηση τον κοίταξε από μακριά και ήξερε, ότι ακόμη, μετά από τόσο καιρό, είναι αυτός, κι ας μην του αξίζει. Όλοι έχουμε έναν δικό μας άνθρωπο στον κόσμο, για εκείνη ήταν αυτός. Δεν έκλαψε ούτε τότε. Χαμογέλασε στην παρέα της, είπε αστεία, ήπιε, τραγούδησε και χόρεψε και στο τέλος γύρισε σπίτι της έχοντας περάσει καλά. Μα όπως κάθε βράδυ, άκουγε το μικρό σφύριγμα, από την μικρή τρυπούλα που είχε ανοίξει στην καρδούλα της και δεν έλεγε να κλείσει.

Δεν κλαίει πριν κοιμηθεί, δεν το έκανε ούτε εκείνο το βράδυ κι ας τον είχε δει από τόσο κοντά, κι ας άντεξε να του δώσει απλώς μια ψυχρή χειραψία. Είναι δυνατή, πολύ δυνατή. Αυτό θα σκέφτηκε κι εκείνος ίσως. Ίσως ήταν τόσο βλάκας, που δεν κατάλαβε ποτέ τι χάθηκε όταν έφυγε…

Σε ανύποπτο χρόνο, ένα βράδυ, με ένα συνηθισμένο τραγούδι, σε μια χωρίς ένταση ατμόσφαιρα, τα μάτια της αρχίσανε να φλυαρούν με τη θάλασσα, ώσπου πια δεν ξεχώριζες τη θάλασσα από τα μάτια. «Μην κλαις. Είσαι δυνατή». Και τότε σήκωσε τις θάλασσες και απάντησε «κλαίω για όλα τα «μην κλαις» που μου έχουν πει».

Αυτοί που αξίζουν πραγματικά την αγάπη, είναι εκείνοι που την έχασαν…

25.7.18

Άνθρωπος: το μεγαλύτερο δυστύχημα του πλανήτη



Ένας άνθρωπος αναπνέει περίπου 9,5 τόνους αέρα το χρόνο, που αντιστοιχεί σε 7-8 δέντρα το χρόνο να φωτοσυνθέτουν αποκλειστικά για αυτόν, άρα περίπου 450-500 δέντρα αναλογούν στον καθέναν από εμάς, για να αναπνέουμε σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας.


Ο πλανήτης που μας φιλοξενεί είχε την ατυχία να ζήσει αυτό που οι επιστήμονες λένε «Το Γεγονός της Μεγάλης Οξείδωσης», που αν δεν είχε συμβεί, τα δέντρα θα συνέχιζαν να υπάρχουν, αλλά εμείς όχι.  Παρ’ όλ’αυτά συνέβη, κι έτσι σήμερα η ατμόσφαιρα περιέχει περίπου 20% οξυγόνο χάρη στα φωτοσυνθετικά βακτήρια κι έτσι υπάρχουμε κι εμείς, οι άνθρωποι.

Ο άνθρωπος λειτουργεί με αυτοσκοπό την καταστροφή του πλανήτη, από την πρώτη κιόλας στιγμή που βγήκε από τη σπηλιά, καθώς από τους πρώτους πολιτισμούς μέχρι σήμερα, έχουμε ήδη καταστρέψει το 50% των δέντρων της Γης. Κόβουμε περίπου 15 δισεκατομμύρια δέντρα ετησίως και φυτεύουμε μόνο 9. Και συνεχίζουμε ακάθεκτοι να κόβουμε και να καίμε...


Κάθε εκατό χρόνια ξεσπούν πυρκαγιές από φυσικά αίτια (π.χ. κάποιος κεραυνός), και τα δάση αναγεννιούνται από τις στάχτες τους στην κυριολεξία. Αυτό έχει προβλέψει η φύση, γι’ αυτό και τα δέντρα έχουν την ικανότητα μεταπυρικής αναγέννησης! Στην Ελλάδα όμως καιγόμαστε κάθε χρόνο, όχι κάθε εκατό. Και το 95% των πυρκαγιών οφείλεται στην ανθρώπινη ασυνειδησία. Ή μήπως να πω καλύτερα εγκληματικότητα;

Δεν υπάρχουν λόγια, για το γεγονός ότι το 2018 οι άνθρωποι σε αυτή τη χώρα χάνουν τη ζωή τους από τη βροχή και από τη φωτιά. Μιλάμε για την ίδια χώρα που η τεχνολογία του iphone έχει μπει σε όλα τα σπίτια, που για μήνες μας ζαλίζουν με τις οπτικές ίνες, με τις πλαστικές σακούλες και τα πλαστικά καλαμάκια. Σε αυτή την τρελή χώρα και την τρελή εποχή, που ακόμη υπάρχουν εμπρηστές, οι οποίοι για όποιον στο διάολο λόγο έχουν, καίνε δάση, ζώα, πόλεις, ανθρώπους. Τι σημασία έχει αν οι εμπρηστές είχαν πολιτικό, οικονομικό ή άλλο σκοπό, τι σημασία έχει αν ήταν Έλληνες, Ρώσοι, Τούρκοι, άλλοι. Δεν είναι οι εμείς και οι εμπρηστές… είναι το ανθρώπινο είδος, το μεγαλύτερο δυστύχημα του πλανήτη.

15.7.18

Στο μυαλό ενός δωδεκάχρονου...



Στη ζωή υπάρχουν σημαντικοί σταθμοί μετάβασης από μια κατάσταση στην άλλη, που σε αλλάζουν σαν άνθρωπο. Οι σταθμοί μπορεί να είναι αντικειμενικά ή υποκειμενικά μεταβατικοί. Για παράδειγμα, θα έλεγα αντικειμενική τη μετάβαση του παιδιού στην εφηβεία, το πέρασμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο ή από το σχολείο στο Πανεπιστήμιο. Υποκειμενική μετάβαση, είναι για παράδειγμα η αλλαγή που θα υποστεί κανείς μετά από μια τραυματική εμπειρία, όπως ένα διαζύγιο, δικό του ή των γονιών του, ή από έναν θάνατο, μεταφορικά ή κυριολεκτικά. Είναι υποκειμενική, καθώς για τον καθένα σημαίνει κάτι διαφορετικό και ο καθένας μας το περνά αναπόφευκτα σε απροσδιόριστο χρόνο μέσα στη ζωή του, συχνά χωρίς να το επιδιώξει ή να μπορεί να το ελέγξει.

Σκέψου τώρα, να συμπίπτουν δύο από αυτές τις καταστάσεις μαζί. Δηλαδή, να μεταβαίνεις στην εφηβεία και παράλληλα να γίνεται μπάχαλο στο σπίτι σου. Είναι αρκετά πιεστικό, γεμάτο εκρήξεις και τεράστιες αλλαγές, και το γνωρίζω από πρώτο χέρι. Κάποτε λοιπόν, ήμουν ένα δωδεκάχρονο κορίτσι (λίγο μικρότερη από αυτό), που τέτοια εποχή ετοιμαζόταν για το Γυμνάσιο κι έβλεπα την αλλαγή πολύ μεγαλύτερη από αυτή που αντικειμενικά ήταν. Το Γυμνάσιο ήταν μια δεύτερη ευκαιρία για καλύτερους φίλους, για καλύτερους βαθμούς και για καλύτερη ζωή. Ήταν ένα βήμα πιο κοντά στην ενηλικίωση, που φάνταζε σαν απελευθέρωση. Υπήρχε αυτή η ελπίδα της αλλαγής, που θα ερχόταν σταδιακά χωρίς να την καταλαβαίνω. Υπήρχε όμως και η άλλη μετάβαση, σχετικά με τον θυμό. Ο θυμός που εκφραζόταν ως τότε με κλάμα και άναρθρες κραυγές, μπορούσε πια να εκφραστεί καλύτερα με λέξεις, με λεκτική άρνηση, με λεκτική επίθεση και στην περίπτωσή μου, με τον σωτήρα μου, που ήταν και είναι ως τώρα η γραφή. Η εφηβεία είναι η δυσκολότερη πίστα όσον αφορά τον έλεγχο του μυαλού και τον συγχρονισμό του με τη γλώσσα.

Κάπως έτσι λοιπόν, ένα δωδεκάχρονο αγόρι που αγαπώ πάρα πολύ βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση που ήμουν εγώ κάποτε και άρχισε να μεταφράζει το φόβο και τα νεύρα του, σε κάτι που μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα οι ενήλικοι. Ο λόγος και η κρίση μπήκαν σε τροχιά. Να μην καταπιέζετε τους έφηβους επειδή δεν μπορείτε να τους ελέγξετε. Να τους ακούτε. Εγώ τον ακούω, ακούω το θυμό που εκφράζει με λέξεις και δεν μπορώ πια να στεναχωριέμαι για το θυμό του, γιατί πλέον μπορώ να συζητήσω μαζί του για αυτό. Ο δωδεκάχρονος πλέον αδερφός μου είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορώ να επικοινωνήσω πολύ καλύτερα από τους περισσότερους φίλους μου, γιατί έχουμε κοινά βιώματα και πλέον μιλάμε την ίδια γλώσσα. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό!

Σκεφτόμουν λοιπόν, ότι οι εκρήξεις που παθαίνουμε στην εφηβεία είναι απόλυτα λογικές βάσει αυτού. Φαντάσου πως αντέδρασε ο πρώτος άνθρωπος που ανακάλυψε τη φωτιά. Θα ούρλιαζε, θα χτύπαγε το κεφάλι του από χαρά και από έκπληξη, πιθανό να έδειρε και κάποιον από την υπερδιέγερση που του προκάλεσε το αίσθημα της δύναμης. Ο έφηβος ανακαλύπτει ότι μπορεί να εκφράσει την άποψή του. Ότι μπορεί να πληγώσει με τις λέξεις. Ακόμη κι αν είναι εξαρτημένος από τους γονείς του, βρίσκεται σε ένα στάδιο που πλέον μπορεί να τους κρίνει και αν το αποφασίσει, να μην τους χωνεύει! Ο έφηβος μπορεί πλέον να βάλει τα γεγονότα σε σειρά και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ένα παιδί δεν μπορεί να το κάνει αυτό.

Γονείς, ακούστε καλά τι σας λένε οι έφηβοι και μην τους παρεξηγείτε αν τα λένε λίγο πιο τσουβαλάτα. Είναι σαν να βλέπατε μέχρι σήμερα μόνο ασπρόμαυρο τον κόσμο και ξαφνικά, αρχίσατε να βλέπετε χρώματα. Ακούστε και μάθετε από αυτή τη μετάβαση, γιατί δυστυχώς, καθώς τα χρόνια περνούν, ο λόγος μας γίνεται άλλου είδους εργαλείο. Τον χρησιμοποιούμε χειριστικά ή διπλωματικά. Ξεχνάμε να έχουμε απόψεις, τις στρογγυλεύουμε, ή τις κρύβουμε. Πιστέψτε με, αυτά που έγραφα στα ημερολόγια του Γυμνασίου ήταν πολύ πιο αληθινά από ό,τι μπορει να γράψω ποτέ ξανά, ακόμη κι αν ήξερα ότι δεν θα τα διαβάσει κανείς, παρά μόνο εγώ. 

6.5.18

Φλερτ σε Μπαρ Νο 349



-          Ποιο άρωμα φοράς;… Όχι, άσε μην μου πεις… Θα το βρω μόνος μου…


Τρείς ανεπιτυχείς προσπάθειες μετά, ο Τυπάκος παραδέχτηκε ότι δεν μπόρεσε να βρει το άρωμα της Τζέν-τζέν (γνωστή και ως Πίπης), και άρα την προκάλεσε σε μονομαχία, ήταν η σειρά της να μαντέψει το δικό του.

-          Δεν μυρίζω τίποτα. Εδώ μέσα μυρίζει μόνο τσιγαρίλα, του είπε κοφτά κοιτάζοντάς τον αφ’υψηλού, μιας που του έριχνε κι ένα κεφάλι.

-          Με πρόδωσε η όσφρησή σου!, είπε χαριτολογώντας ανεπιτυχώς για ακόμη μια φορά. 

-          Η κολόνια σου σε πρόδωσε, η όσφρησή μου είναι μια χαρά!, αποκρίθηκε εκείνη και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη.

Ο Τυπάκος είχε ξεκινήσει τη συζήτηση χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του φλέρτ σαν πολυβόλο όπλο. Μάστερ του είδους του, κατάφερε μέσα σε λίγα λεπτά να ξαμολήσει όλες τις ατάκες που μπορεί να έχεις την ατυχία να ακούσεις σε πέσιμο μέσα σε μπαρ. Μέσα σε λίγες ώρες δε, τις είχε επαναλάβει σε τουλάχιστον δέκα τσικάκια. Πολυβόλο. Στον αυτόματο.

-          - Σου την πέφτουν σίγουρα πολλοί άντρες όταν βγαίνεις ε; Γιατί είσαι πολύ ωραία γυναίκα…

Ότι δηλαδή, τι να απαντήσεις σε αυτό; Ναι, μου την πέφτουν συνέχεια. Ή να είσαι ταπεινή, τύπου, Χα-χα, Όμορφη εγώ; Άντε καλέ… Ή Όχι και συνέχεια, δεν έχουν όλοι τόση αυτοπεποίθηση όσο εσύ! Κι αφού έχει πει αυτό, συνεχίζει ακάθεκτος…

-          Το αγόρι σου που είναι; Αποκλείεται μια τόσο όμορφη κοπέλα να μην έχει αγόρι!

Ναι, είναι νόμος της φύσης. Αν είσαι όμορφη έχεις αγόρι πάντα, αποκλείεται να συμβαίνει το αντίθετο. Οπότε εσύ είσαι η εξαίρεση. Η όμορφη που την περνάνε για άσχημη. Όπως είπε κάποτε ένας χαμηλοκώλης σε άλλη φίλη όταν αυτή τον χώρισε, «ήμουν ένα διαμάντι ανάμεσα στα βότσαλα, που δεν το αναγνώρισες ότι ήταν διαμάντι και το πέταξες πίσω στη θάλασσα!».

-          Μου θυμίζεις μια παρουσιάστρια/τραγουδίστρια/ηθοποιό…

Ελάτε τώρα αγοράκια, σταματήστε να λέτε αυτήν την ατάκα για να πιάσετε κουβέντα. Δηλαδή, πραγματικά, για να μη ρωτήσετε το ζώδιο και φανείτε κατινάρες, το αμέσως καλύτερο που έχετε να πείτε είναι αυτό; Σοβαρά;!

-          Από πού είσαι; Μοιάζεις με Σουηδέζα! (αν είσαι ξανθιά)

Αυτή η ατάκα μου θυμίζει τη Λίμνη Μπελέτσι που επισκέφθηκα πρόσφατα. Διάβαζα στο ίντερνετ ότι το τοπίο έχει Σκανδιναβική ομορφιά. Ξεκάθαρα αυτός που το έγραψε αυτό, δεν έχει βρεθεί ποτέ σε Σκανδιναβική χώρα. Έτσι κι ο Τυπάκος, ξεκάθαρα δεν έχει δει ποτέ Σουηδέζα από κοντά.

26.4.18

Ταξιδεύοντας με τον Μαύρο Σίφουνα




Ο Μαύρος Σίφουνας ήρθε στην κυριότητά μου το 2006, όταν ήταν ήδη πέντε χρονών. Δεν τον αγάπησα καθόλου, ήμουν εξ αρχής επιφυλακτική μαζί του, γιατί ο πρώτος είναι πρώτος και ο δεύτερος τίποτα και το πρώτο σου αμάξι το αγαπάς, ενώ για το δεύτερο σκασίλα σου.

Ο Σίφουνας είναι καλός, δεν φταίει σε τίποτα. Παρότι τον κακομεταχειρίζομαι χρόνια τώρα…με αντέχει. Τους πρώτους μήνες της σχέσης μας τρακάραμε με μια πέτρα και χάσαμε την πορεία μας και κινδυνεύαμε να πέσουμε στο γκρεμό με τις αγελάδες στα Μάρμαρα ή σαν εναλλακτική επιλογή να φρενάρουμε στο βράχο από την άλλη πλευρά. Τελικά βρήκαμε την ευθεία και γλιτώσαμε με την αεροτομή να έχει πετάξει λίγα μέτρα παρακάτω, τίποτα σοβαρό. Τον επόμενο χρόνο, μουτζώσαμε έναν κύριο (ο θεός να τον κάνει) κι εκείνος μας κυνήγησε λυσσαλέα, μας πλάγιαζε, μας στίμωχνε, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα προκειμένου να μας τρομοκρατήσει. Κατεβάσαμε το παράθυρο και τον βρίσαμε, δεν φοβηθήκαμε. Λίγο καιρό μετά, τρέχαμε ξημερώματα στα Εξάρχεια χωρίς ζώνη, με το κινητό και το gps στο χέρι, αναζητώντας την οδό Μπενάκη για να μαζέψουμε το άλλο κινητό μου, όπως συχνά συμβαίνει, το είχα ξεχάσει. Είχαμε το θράσος να ρωτήσουμε τους μπάτσους αν πηγαίνουμε σωστά. Και πάλι βγήκαμε αλώβητοι, αλλά στην επιστροφή χάσαμε την 1η ταχύτητα και αναγκαστικά, πήγαμε να το επισκευάσουμε. Και παρεμπιπτόντως φτιάξαμε και την αεροτομή.

Πήγαμε βόλτες μόνοι μας για να κλάψουμε κάπου με ωραία θέα… Κι άλλες φορές, πήραμε και την Ειρήνη μαζί κι ανεβήκαμε στο βουνό για να πιούμε και να κλάψουμε παρέα. Τον πρώτο καιρό που άρχισα να δουλεύω, είχε εκπαιδευτεί να με πηγαίνει χωρίς βενζίνη. Μα ούτε αυτό είχα εκτιμήσει αρκετά, απλά δεν έδινα σημασία… Και τα χρόνια περνούσαν κι ο Σίφουνας ήταν πιστός, μέχρι που μια μέρα επαναστάτησε κι άρχισε να μου κάνει τσαλιμάκια. Του θύμωσα πολύ, κι αφού με εκβίασε αφήνοντάς με στην αριστερή λωρίδα στον παλιό Ιππόδρομο, χωρίς φρένα και με κλειδωμένο το τιμόνι, αναγκάστηκα να του πάρω αυτό που τόσο ήθελε. Αισθητήρα λάμδα και κάτι άλλα ακαταλαβίστικα.

Τα τελευταία χρόνια πίστευα ότι έχει Πάρκινσον, εκείνος βέβαια το αρνιόταν, έλεγε ότι είναι power plate κι ότι το κάνει επίτηδες, πρώτον για να γυμνάζομαι ενώ οδηγώ και δεύτερον, για να τραβάω τα βλέμματα στην παραλιακή (το Χάρο με τα μάτια τους οι άνθρωποι). Ούτε η Ίντι τον χώνευε. Μια μέρα την άφησα μέσα και μπήκα στο βίντεο κλάμπ κι όταν είχα βγει του είχε φάει το μισό χειρόφρενο.

Είχα σκεφτεί να τον εγκαταλείψω. Έτσι κι εγώ, από το καλοκαίρι και μετά, αφού είδα ότι το power plate δεν έχει αποτελέσματα, τον άφησα βρωμιάρη και συχνά τον πάρκαρα αφήνοντας τάχα μου επάνω τα κλειδιά μπας και στραβωθεί κανείς και μου τον κλέψει.

Τελικά, τον πήγα για service και ολική επαναφορά, αφού κανείς δεν τον έκλεψε. Κι είχαν περάσει δέκα χρόνια από την τελευταία φορά (#true_story #απαράδεκτη #τραγική). Ο μηχανικός έτριβε τα μάτια του. «Μα αυτό δεν είναι αμάξι… Αυτό είναι θαύμα! Πως σε άντεξε; Μανάρι μου, έχεις δέκα χρόνια να του κάνεις σέρβις!». Έλα ντε… Πως με άντεξε. Και κυρίως, πως πέρασαν τόσα χρόνια χωρίς να το καταλάβω;

 Ο Μαύρος Σίφουνας έγινε σαν καινούργιος. Φτού μην τον ματιάσω. Κι ας μην τον συμπαθώ. Είναι το καλό παιδί που θέλεις απλά να μείνετε φίλοι, ξέρεις…

25.4.18

Παπουτσοβγάλτες vs Άσε το Κακό να Μπει



Ο Πίπης περίμενε το τελευταίο ραντεβού, κατάκοπος από όλη την ημέρα και με το αυχενικό τέρμα πιασμένο. Όλη μέρα σκυμμένος πάνω από στόματα, με τα χέρια μέσα στα στόματα, με τα μάτια εστιασμένα στην πέτρα και τη χολέρα και τη χθεσινή μπριζόλα. «Αυτό είναι το χειρότερο… Μα να πηγαίνουν οδοντίατρο και να μην έχουν την καλοσύνη να πλύνουν τα δόντια τους πριν! Εδώ στο γυναικολόγο πηγαίνεις όπως θα πήγαινες σε πρώτο ραντεβού», σχολίασα.

Ο Πίπης όμως κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος, «όχι, υπάρχει και χειρότερο από αυτό… κάποιοι βγάζουν και τα παπούτσια τους πριν ξαπλώσουν». Το σκηνικό άρχισε να μοιάζει πολύ με ραντεβού στο γυναικολόγο. Έλα, τώρα, πείτε αλήθεια… Εσείς που βγάζετε τα παπούτσια σας στον οδοντίατρο, είστε οι ίδιοι που όταν ερχόμαστε σπίτι σας, μας αναγκάζετε να βγάλουμε τα δικά μας παπούτσια!

Τι είναι αυτό; Μικροβιοφοβία ή έχετε κάτι άλλο; Μην είστε Ιάπωνες; Ερχόμαστε με την καλή μας διάθεση, με τα ωραία μας παπουτσάκια και με την τρύπια κάλτσα από μέσα, που κανείς ποτέ δεν έχουμε αφήσει να δει… με την κάλτσα που μυρίζει και ποτέ κανείς δεν έχει μυρίσει…. Και θα μας αναγκάσετε να ξεφτιλιστούμε; Και καλά να είναι τρύπια η κάλτσα, αν δεν υπάρχει καθόλου κάλτσα; Να περπατήσουμε με γυμνά ποδαράκια στο πάτωμά σας… Βέβαια κάποιοι είναι πολύ οργανωμένοι και σου προσφέρουν παντόφλες - ό,τι πιο σιχαμένο, τα έχουν βάλει όλοι οι προηγούμενοι καλεσμένοι - ή ποδονάρια - αυτά που φοράμε στο χειρουργείο... Απόλυτα λογικό. Ακόμη καλύτερο θα ήταν να υπάρχει μια ντουσιέρα στο χολάκι, να κάνουμε κι ένα μπανάκι για να μπούμε στο σπίτι.

Γιατί; Γιατί έχετε όλα τα παπούτσια σας σε παράταξη φάλαγγας στο χολ; Είναι ωραίο τώρα αυτό; 

Κι όταν έρχεστε στο δικό μας σπίτι, που βλέπετε ότι τα παπούτσια δεν τα στολίζουμε μπροστά στην είσοδο, γιατί μας ρωτάτε αν πρέπει να βγάλετε τα δικά σας; Όχι, να μην τα βγάλετε! Σιχαινόμαστε! Να μην τα βγάλετε, για το Θεό! Η άλλη μου έλεγε ότι το σκυλί της δεν βγαίνει ποτέ από το σπίτι, κατουράει σε πάνα (καθαριότητα φουλ) γιατί σιχαίνεται να βγάλει το σκύλο έξω και να πατήσει το βρώμικο πεζοδρόμιο/κήπο/δρόμο και μετά να περπατήσει μέσα στο σπίτι. Γιατί έχει σκύλο; Γιατί δεν μπαίνει επιτέλους μια κατσαρίδα μέσα στο σπίτι αυτό, να καταλάβει τι σημαίνει να περπατάει ο υπόνομος στον τοίχο σου; (sorry, not sorry).

Πείτε αλήθεια ρε. Εσείς οι παπουτσοβγάλτες, είστε οι ίδιοι που δεν χρησιμοποιείτε χαρτί τουαλέτας αλλά έχετε μπιντέ, έτσι; Που όταν πηγαίνετε σε ξενοδοχείο, κουβαλάτε πάντα μαζί σας οινόπνευμα και χλωρίνη… Φαντάζομαι στο σεξ είστε το ίδιο ανέμελοι και αυθόρμητοι… Όχι, δεν κρίνω, no judgment. Απλά δεν μπορώ να το καταλάβω.

Χιλιάδες βακτήρια σου λέει κάτω από τα παπούτσια. Υποχόνδριοι... (με την καλή έννοια) αφήστε μας να σας κεράσουμε λίγο αντίσωμα!

23.4.18

Μαμιχλαπιναταπάι




Το Μαμιχλαπιναταπάι είναι μια λέξη που δεν μεταφράζεται και προέρχεται από τη διάλεκτο που ομιλούν οι άνθρωποι στη Γη του Πυρός. Έπεσα πάνω της τυχαία και μου άρεσε πολύ η ερμηνεία της, γιατί έχω πάθει πολλές φορές μαμιχλαπιναταπάι, αλλά δεν ήξερα πώς να το πω. Τώρα ξέρω!

Μαμιχλαπιναταπάι είναι μια σιωπή που μοιράζονται με το βλέμμα δύο άνθρωποι, που θέλουν το ίδιο πράγμα – αλλά δεν το λένε, μόνο κοιτάζονται- καταλαβαίνουν το ίδιο πράγμα, αλλά κανένας από τους δύο δεν παίρνει την πρωτοβουλία να κάνει την κίνηση. Για παράδειγμα, όταν έχει μείνει η τελευταία πατάτα στο πιάτο, τη θέλουν και οι δύο, αλλά κανείς δεν απλώνει το πιρούνι να την πάρει. Και τώρα θα σας το εξηγήσω ακόμη καλύτερα για να συναισθανθείτε, κάτι που το έχετε πάθει όλοι: όταν κοιτάζει ο ένας τον άλλον, ξέρουν και οι δύο τι υπάρχει μέσα στο μυαλό τους, θέλουν να αρπάξουν ο ένας τον άλλον και να φιληθούν, αλλά δεν το κάνουν, γιατί κανείς δεν παίρνει την πρωτοβουλία. Το’χουμε έτσι;

Το μαμιχλαπιναταπάι το αγαπώ γιατί περιγράφει τέλεια πολλές τέτοιες καταστάσεις και φυσικά τις αγαπημένες μου καταστάσεις, όπως για παράδειγμα, τους παράνομους έρωτες. Όχι ότι είναι καλό να ερωτεύεστε τα λάθος άτομα, ή τα σωστά άτομα στη λάθος στιγμή, αλλά όπως και να το κάνεις, αυτά τα εμπόδια δίνουν πάντα κάτι παραπάνω στις ιστορίες.

Το να μιλάς σε κάποιον με τα μάτια και να σου μιλάει κι αυτός και να καταλαβαίνεστε είναι εκπληκτικό. Αυτό που είναι σπάνιο όμως, είναι να κοιτάζεσαι χωρίς να μιλάς κι αυτό να εκπέμπει μια παράξενη οικειότητα.  Φυσικά, αυτό δεν είναι απαραίτητα ερωτικό – αλλά συνήθως είναι. Αλλά επειδή είμαι η αφηγήτρια, ας πούμε για την ώρα ότι δεν είναι.

Εγώ για παράδειγμα και εντελώς τυχαίως, έχει τύχει να γνωρίσω κάποιον, που φαινομενικά δεν παίζει κανένα ρόλο στη ζωή μου, είμαστε σχεδόν φίλοι, αλλά κυρίως γνωστοί. Δεν έχουμε κάνει καμία ουσιαστική συζήτηση μεταξύ μας, ίσως δεν έχουμε συζητήσει τίποτα απολύτως τώρα που το σκέφτομαι. Όμως έχουμε σταθεί για πολλή ώρα ο ένας δίπλα στον άλλον, χωρίς να μιλάμε κι αυτό δεν ήταν καθόλου αμήχανο, αντιθέτως, υπήρχε μια ανεξήγητη οικειότητα σε αυτή τη σιωπή.  Γι’ αυτό κι έχω την εντύπωση ότι έχουμε διαβάσει πολύ καλά ο ένας τον άλλον, έχουμε αναγνωρίσει το κενό που υπάρχει στον καθένα από εμάς, μέσα μας, το πρόβλημα ή το ελάττωμα, πες το όπως θες. Κι έχουμε αγκαλιαστεί περισσότερο από όσο έχουμε μιλήσει. Έχουμε αγκαλιαστεί όντως δύο τρεις φορές, αλλά πολλές περισσότερες με τα μάτια. Αλλά μπορεί και όχι, γιατί είμαι η αφηγήτρια και δεν ξέρουμε αν συνέβη πράγματι σε εμένα ή σε κάποια άλλη, έτσι δεν είναι;

Μαμιχλαπινάταπάι… Μπορεί να αναφέρεται στην τελευταία πατάτα, μπορεί να περιγράφει και μια ολόκληρη ζωή (υπερβολή, #story_of_my_life)! Αν για όλες τις ιστορίες υπήρχε μια μόνο λέξη, τι θα τα κάναμε τα blogs όμως!

20.4.18

Είναι τετράγωνο και γουρουνί. Τι είναι;




Κλασικοί ελληνο-αμερικάνοι, μισά ελληνικά, μισά αγγλικά, γιγαντιαίο σώμα, ηλιοκαμένη μούρη, ακριβά ρούχα και κολόνια, βέρα στο δεξί. Το «Εμείς στο Αμέρικα» να κρέμεται στην άκρη της γλώσσας. Ο κύριος αυτός, πλαστικός χειρουργός με εξειδίκευση στην πλαστική του… αιδοίου.

Ευτυχώς που στα νιάτα μου είχα δει μπόλικα επεισόδια NipTuck, διότι διαφορετικά δεν ξέρω πως θα κατάφερνα να το διαχειριστώ.  «Ξέρετε, μπορείτε να κάνετε το αιδοίο σας πιο στρογγυλό, ή πιο οβάλ… Όχι τετράγωνο όμως –lol». Ήταν κάπως δυσάρεστο να μιλάς μαζί του για ένα τέτοιο θέμα, γιατί στα έλεγε με τόση λεπτομέρεια που εύκολα το έκανες εικόνα. Στη συνέχεια μου ανέλυσε τη διαδικασία της «λεύκανσης». «Και ξέρετε…», βασικά όχι δεν ξέρω και δεν θέλω να μάθω, «υπάρχει και ειδικό χρωματολόγιο… Άλλη το θέλει πιο μπεζ, άλλη πιο ροδακινί… άλλη γουρουνί, ή  μπέιμπι πίνκ…». Πολλή πληροφορία, πολλές αποχρώσεις.

Η ερώτησή μου είναι ΓΙΑΤΙ; Γιατί συμβαίνει αυτό το κακό στις γυναίκες; Γιατί δεν αρκούνται στο βασανηστήριο της αποτρίχωσης, αλλά θέλουν και συμμετρία, τέλειο σχήμα και χρώμα; Άσε που είναι λέει και μόδα και το ζητάνε ολοένα και περισσότερες… Δηλαδή, αλήθεια; Δεν μπορούν καν να το δουν! «Ναι, αλλά για τους άνδρες είναι θέμα συζήτησης!», απαντάει και ανασηκώνει λίγο το φρύδι. Τι μου λέτε!  Αυτά συζητούν οι άνδρες; Κι εγώ που νόμιζα ότι μιλάνε μόνο για μπάλα και λίγο βυζγιά!

Κι όμως, κι όμως, είναι φλέγον θέμα. Μπορείς να κάνεις στο αιδοίο σου μεσοθεραπεία, μπότοξ, ακόμη και λίφτινγκ. Έτσι μου είπε… «Μα ξέρετε…», έτοιμος πλέον να πετάξει τον άσο του από το μανίκι, το πιο τρανταχτό του επιχείρημα, «αυτό που λέμε εμείς οι πλαστικοί, είναι… Vagina is the new face!».

Δικό σας…

Πάμε όλοι μαζί "Βετζάινα"... (δείξτε το με τα χέρια) ιζ δε νιού φέις (με στόμφο το νιού)

Υ.Γ. Η ατάκα είναι 100% αληθινή και βγήκε μέσα από το στόμα του. Επίσης να επισημάνω ότι δεν πήγα εγώ στον γιατρό, αλλά ο γιατρός σε εμένα - και όχι, δεν είμαι ψυχολόγος.

13.4.18

Πενταήμερη, Καψούρα & Μέθη


Μπορεί να φταίει που εδώ και δέκα ημέρες βρίσκομαι σε μια ημιμόνιμη κατάσταση μέθης – μια τα γενέθλια και το χανγκόβερ, μια οι οινογνωσίες, μια οι γιορτές, αλλά αυτό δεν ήταν Πάσχα τριαντάρηδων, ήταν η απόλυτη πενταήμερη τρίτης λυκείου.

 Χωρίς κανένα πρόγραμμα, χωρίς κανένα ωράριο, όλη μέρα έξω, χωρίς καθόλου ύπνο αλλά ακούραστα, όπως συμβαίνει όταν σε καίει κάποια καψούρα. Με θέα την καλντέρα και λίγα συννεφάκια πάνω από την Παλιά Καμένη, υπέκυψα στην πιο γελοία πόζα φωτογραφίας, κάνοντας τα χεράκια καρδούλα. Τέτοια κατάντια η δικιά σου! Αλλάαααα, το ευχαριστήθηκα!

Έκανα Επιτάφειο σε κάποιο φλεγόμενο βασίλειο του Westeros (Game of Thrones), που στη Σαντορίνη το λένε "Πύργο"… Πολύ εντυπωσιακοί φλεγόμενοι κουβάδες έκαναν το ορεινό χωριό να λάμψει μέσα στη σκοταδίλα και καθώς κατηφόριζα τα κακοτράχαλα στενά, απολάμβανα την άλλοτε φλεγόμενη Ντράνα, να με ακολουθεί με τα πασουμάκια της και το κοντό βραδινό αθηναϊκό σορτς.

Ανάσταση στην Οία, που αν έχετε το Θεό σας, δίπλα μου εντελώς τυχαία βρέθηκε ο «Κοντός», από τη Συμμορία του Μπλε Μαρκαδόρου*, φορώντας πάντα το φλογερό κόκκινο κραγιόν του.

(Δεν) απόλαυσα το ηλιοβασίλεμα με διακόσια μποφόρ στο Ακρωτήρι, φτύνοντας το συκώτι μου από το γέλιο – συμπέρανα για άλλη μια φορά ότι δεν αντέχω καθόλου τον ρομαντισμό, αλλά είμαι μια πολύ γελοία προσωπικότητα και το απολαμβάνω.

Τραγούδησα και χόρεψα με τον Πίπη (παλιά Τζεν-τζέν) και τη Ντράνα μέσα στο αυτοκίνητο, ενόσω ο Κουμπάρος έπαιρνε τις στροφές σβάρνα.



Μια ημέρα χωρίς πολλά σύννεφα, μας είπαν ότι φαίνεται η Κρήτη κάπου εκεί απέναντι, ξέρουμε-ξέρουμε τους είπα.  Κοίταξα προς τα «εκεί» και είδα τον εαυτό μου  λίγα χρόνια πριν να κοιτάει αντίστροφα, από ένα μπαλκόνι στη Ροδιά του Ηρακλείου προς τη Σαντορίνη. Την ίδια στιγμή κάποιος άλλος στεκόταν στο μπαλκόνι του στο Ρίο Ντε Τζανέιρο, αγνάντευε τον ωκεανό και σκεφτόταν σαν αλλοτινός Οδυσσέας ότι κάπου εκεί έξω βρίσκεται και η δική του Κρήτη. Ιλούζιον.

Έκανα άπειρο daydreaming και winetasting – οι βασικές δραστηριότητες των διακοπών μου και κέρδισα τις μονομαχίες με τα πασχαλινά και τα σοκολατένια αυγά. Δεν χόρεψα τσάμικο, αυτό ποτέ. Όμως μαγείρεψα σε επαγγελματική κουζίνα κάτι που έμοιαζε με σπετσοφάι κι ένα κακορίζικο κοτόπουλο, για τους φίλους μου που δεν τρώνε αρνί.

Γλεντοκόπησα μεθώντας τους φίλους μου στο νάιτ κλάμπ Τρόπικαλ (και όχι τροπικάνα), ένα υποβρύχιο αυτοί, ένα νερό με αφρό εγώ. Με την ίδια μέθοδο – μια εσύ, μία ο Κουμπάρος – έτρωγα τη μπουκιά του Κουμπάρου από το πεινιρλί, που είχε στόχο να τον ξεμεθύσει λίγες ώρες αργότερα. Αλλά τελικά έμεινε νηστικός.

Κατόπιν έγινα μάρτυρας της πλέον μεθυσμένης στιχομυθίας – Ντάξει δεν ήπιαμε πολύ – Όχι μια χαρά είμαστε. Κι όταν πλέον ήμασταν όλοι εντελώς νηφάλιοι, κολυμπήσαμε σε ένα άδειο τζακούζι.

Να σας πω τώρα κάτι; Τα 30 μέχρι τώρα είναι ό,τι καλύτερο έχω ζήσει.