Showing posts with label zednyc. Show all posts
Showing posts with label zednyc. Show all posts

19.4.17

#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη vol6



Τα αμερικανικά φάρμακα ήταν δυνατά σαν πυρηνικά όπλα, όχι αστεία. Μια φορά ψεκάστηκε, αμέσως συνήλθε. Η Πέμπτη ήταν χαλαρή, όλο βόλτες στο πάρκο, τους δρόμους, στα δρομάκια, συμπληρωματικά ψώνια, ακόμη και τον τελευταίο όροφο της Victoria Secret εξερεύνησαν, όπου είχε μια εντυπωσιακή έκθεση με ρούχα επιδείξεων και το σημαντικότερο από όλα, πεντακάθαρες πολυτελείς τουαλέτες. Να το ξέρετε σε περίπτωση που σας συμβεί το αναπάντεχο στην 5η λεωφόρο και δεν βρίσκετε που να πάτε…

Το βράδυ, ο Κινέζος με το λοξό περπάτημα τους οδήγησε σε μια πιάτσα εστιατορίων, κάτω από την Times Square. Μπήκαν στο ασανσέρ και ανεβαίνοντας μερικούς ορόφους, βρέθηκαν στην καρδιά της Σεούλ. Είχαν πια ξεχάσει ότι βρίσκονται στη Νέα Υόρκη, ανάμεσα σε Ασιάτες διαφόρων χωρών, περικυκλωμένοι από ξύλινα σπιτάκια με τραπέζια τύπου πικ νικ ανάμεσα…

Οι Ασιάτες έπιναν ένα περίεργο ποτό, που έμοιαζε με ανθρακούχο και είχε το χρώμα του ούζου, γευστικά δεν έμοιαζε με τίποτα παρά διέκρινες μια υποψία γεύσης ρυζιού. Το makgeolli, όπως λεγόταν, το έπιναν με μανία οι κορεάτες φίλοι του κινέζου και ο Κινέζος και το συνδύαζαν με κάτι άλλο που έμοιαζε με σάκε, αλλά δεν ήταν. Σε κάποια φάση, αφού τα τουριστάκια έχουν μπει στο κλίμα του μπάρμπεκιου- τα κρέατα ψήνονταν στη μέση του τραπεζιού, από εκεί προέκυπτε η λέξη «μπάρμπεκιου»- όλοι μιλούσαν με όλους και ο Κινέζος είχε μείνει με τα δύο χέρια του να αγκαλιάζουν το ποτήρι, να περιστρέφει τον κορμό του δεξιά κι αριστερά απελπισμένος, δείχνοντάς μάς με τα μάτια, αλλά χωρίς να το ζητάει λεκτικά, ότι χρειάζεται γέμισμα. «Κουλός είναι; Γιατί δεν γεμίζει το ποτήρι του μόνος του;».

Ο Κινέζος συνέχισε να «ζητιανεύει» σερβίρισμα και οι κορεάτες χαμογελούσαν με ευχαρίστηση. «Ω, μα φυσικά! Είναι θέμα σεβασμού!», είπε ο μεγαλύτερος από τους κορεάτες και τον σέρβιρε. Ο Κινέζος τον ευχαρίστησε με ένα νεύμα κι ύστερα ο κορεάτης ζήτησε γέμισμα με τον ίδιο τρόπο από την αφηγήτρια που κοιτούσε αποσβολωμένη. «Τι στο καλό…», είπε μέσα από τα δόντια της προσπαθώντας να χαμογελάσει και σήκωσε το μπουκάλι να του γεμίσει το ποτήρι. Ο Κινέζος γούρλωσε όσο γινόταν τα σχιστά ματάκια του, «two hands, two hands! Και με τα δύο χέρια για να δείξεις σεβασμό!», της εξήγησε.

Αφού σέρβιραν πολλές φορές ο ένας τον άλλον με το γνωστό «κουλό» στυλ, ο κινέζος είχε καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να ευχαριστήσει τους φιλοξενούμενους και κυρίως τον άνδρα φιλοξενούμενο. «Fun? Fun?», τον ρωτούσε κάθε λίγο και λιγάκι. Το κορεάτικο ποτό δεν είχε ζαλίσει καθόλου τους αναξιοπαθούντες φιλοξενούμενους και όλη αυτή η ασιατική ευθυμία που είχε επέλθει στο τραπέζι τους ξένιζε. «Delicious, but also fun! Νο?», έλεγε εκστασιασμένος ο Κινέζος. «Τι μου λέει;», αναρωτήθηκε φωναχτά ο Caris στην καλή του. «Φάν, φάν!», του απάντησε εκείνη. «Fun? Fun?», ανταπάντησε με το γνωστό ερωτηματικό αμφίβολης χαράς ή ξενέρας ο κινέζος. «Very-very fun», τον διαβεβαίωσε εκείνη και σφίχτηκε να χαμογελάσει.

Μετά το κορεάτικο, όλα έμοιαζαν με ανέκδοτο…

«Ήταν μέσα σε ένα αμερικανικό μπαρ, ένας μεθυσμένος Κινέζος, ένας πρίγκιπας Άραβας και τρείς μπατίρηδες Έλληνες…»

11.4.17

#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη Vol5


Η αρρωστίλα της έφερε νεύρα και τα νεύρα της έφεραν μανία. Ξύπνησε νωρίτερα για να διαβάσει ξανά όλα τα μηνύματα που άφησαν οι φίλοι της για τα γενέθλιά της και σημείωσε στο μυαλό της με ανεξίτηλο μελάνι αυτούς που την ξέχασαν. Συγχύστηκε και αποφάσισε να μην τους ευχηθεί ποτέ ξανά, αν και θα έπρεπε να δείξει μεγαλύτερη γενναιοδωρία, αλλά η γενναιοδωρία είναι πλεονκέτημα εκείνων που μπορούν να πάρουν βαθιές αναπνοές, ενώ εκείνη δεν μπορούσε λόγω του κρυώματός της.  

Κάτω από την ομπρέλα με τη μύτη της να τρέχει, κουλουριάστηκε πάνω στον καλό της και διέσχισε τη γέφυρα του Μπρούκλιν. «Poor Alexia», της έλεγε εκείνος με κακομοίρικη φωνή, αλλά τα μάτια του γελούσαν. «Γελάς; Είμαι άρρωστη Χάρη! Άρρωστη! ΠΑΕΙ! ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΗΚΑΝ ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΜΑΣ – ΜΑΣ ΓΚΑΝΤΕΜΙΑΣΑΝ!», ξεφώνισε και συνέχισε να περπατάει και να προσποιείται ότι όλα είναι καλά, η βόλτα τους θα παρέμενε υπέροχη, παρά την καταιγίδα και την παραλίγο πνευμονία της. «Ωωω, μα κοίτα τι ωραίο που είναι το Μανχάταν από εδώ!», είπε όταν γύρισε να κοιτάξει πίσω της τη γη που είχαν αφήσει πίσω.

Αφού διέσχισαν τη γέφυρα, έφτασαν μέχρι απέναντι και ξαναγύρισαν, τα παπούτσια τους είχαν  γίνει εντελώς μουσκίδι, το ίδιο και τα μπουφάν τους, λες και η ομπρέλα ήταν τρύπια. Αναγκαστικά έπρεπε να επιστρέψουν στο σπίτι να τα στεγνώσουν και ήλπιζαν ότι το απογευματάκι θα καταφέρουν να ξεμυτίσουν, να πάνε στο SOHO για φαγητό και ποτό. Αποκοιμήθηκαν βλέποντας τα χαμένα επεισόδια Survivor και ξύπνησαν από το «Baby μου, I will kill you! I’ll kill you!», που ακουγόταν από την κουζίνα.

Έσυρε τα πόδια της μέχρι εκεί, εξέφρασε την επιθυμία να επιστρέψουν το πτώμα της στην Ελλάδα, σε περίπτωση που τα κακάρωνε. «Μα είσαι τόσο άρρωστη;», τη ρώταγε η φίλη της σαστισμένη. «Μάτι θα είναι!», είπε κι άρχισε να τη σταυρώνει και να τη φτύνει. Τότε ο Κινέζος αποφάσισε να δώσει το δικό του γιατροσόφι, έσκυψε προς το μέρος της ανασηκώνοντας και πάλι τα φρύδια, «Drink hot water and pee again and again. Καυτό νερό και τσίσα. Καυτό νερό και τσίσα. Ξανά και ξανά και ξανά και αύριο το πρωί θα είσαι μια χαρά».  Η καλή του συμφώνησε με ένα νεύρα, τον κοίταξε με θαυμασμό, σαν να είχε πει το πιο σοφό πράγμα του κόσμου. «Hot water… τσάι δηλαδή;», διευκρίνισε μέσα στην απελπισία της η φιλοξενούμενη. «Hot wata!», τόνισε ο Κινέζος. Της φάνηκε αηδιαστικό να πιεί καυτό νερό χωρίς τσάι, οπότε δεν ακολούθησε τη συμβουλή κατά γράμμα.

Την επόμενη ημέρα, εκτός από τη μύτη της, δάκρυζαν και τα  μάτια της, αλλά ήταν η ημέρα που θα αφιέρωναν στο εκπτωτικό χωριό «Woodbury» και ως δια μαγείας, για όση ώρα βρισκόταν κοντά σε τσάντες και παπούτσια, όλα ξεβούλωναν αυτομάτως και μπορούσε να αναπνέει κανονικά.  Μέσα στην κακομοιριά της, επιτέλους πήρε δώρο γενεθλίων και ησύχασε.


Αφού επέστρεψαν αργά τη νύχτα, έχοντας συναντήσει ένα τρελό γκρουπάκι Ελλήνων, που ευτυχώς τους έφερε πίσω στο Μανχάταν μιας που έχασαν το λεωφορείο τους, η φιλοξενούμενη κόντεψε να ξεριζώσει τη μύτη της φυσώντας και ξεφυσώντας και όλη νύχτα έπινε νερά και κατουρούσε, αλλά την Πέμπτη το πρωί, είπε αυστηρά στον εαυτό της ότι πρέπει να συνέλθει και να πάρει φάρμακα. Είχαν μείνει μόλις 3 ημέρες για το υπόλοιπο των διακοπών. «And tonight, Korean barbeque!», είπε πιο ενθουσιασμένος από ποτέ ο Κινέζος παραβλέποντας ότι η φιλοξενούμενη δεν είχε καν γεύση… 

Ποιο μπάρμπεκιου. 

#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη Vol4



Τη Δευτέρα όταν άνοιξε τα μάτια της, το κινητό της είχε πολλές νέες ειδοποιήσεις και μηνύματα. Είχαν ήδη σπεύσει οι κοντινοί της φίλοι να στείλουν ευχές για τα γενέθλιά της, στην Ελλάδα είχε γίνει 29 αρκετές ώρες τώρα και μάλιστα, αυτή η ιδιαίτερη, μοναδική του χρόνου ημέρα των γενεθλίων της κόντευε να τελειώσει πριν καν αρχίσει. «Δεν μοιάζει με γενέθλια…» γκρίνιαξε στον αγαπημένο της, ενώ ετοιμάζονταν να εκδράμουν στους δρόμους της Νέας Υόρκης.

Παραδόξως, δεν ένιωθε καθόλου άσχημα για το «29», για την ακρίβεια της είχε φανεί πολύ πιο ενδιαφέρον από το «28», γιατί το «9» εκβίαζε τον εορτασμό του τελευταίου έτους με το «2» μπροστά και σε αντίθεση με τον τελευταίο χρόνο που σχεδόν καθημερινά σκεφτόταν πόσο έχει μεγαλώσει, τώρα ένιωθε πάλι πολύ νέα.

Με αυτή τη διάθεση έσυρε τον αγαπημένο της σε όλες τις βιτρίνες της 5ης λεωφόρου, έφαγε χωρίς να μετράει καθόλου θερμίδες και κατέληξε στον Πύργο του Τράμπ για Cosmopolitan. Μετά το δεύτερο ή το τρίτο κοκτέιλ, ξαναήπιε milkshake και έφτασε στο σημείο συνάντησής τους, με τη φίλη της και τον Κινέζο.

Ο προαύλιος χώρος έξω από το στάδιο των Nick’s είχε γεμίσει οπαδούς με καπέλα και φανέλες μπλέ με πορτοκαλί γράμματα. Χαμογελαστοί, ενθουσιώδεις αλλά ήρεμοι, οι φίλαθλοι προχωρούσαν προς τα μέσα. Ακόμη και την ιερή ημέρα των γενεθλίων της η αφηγήτρια είχε φτάσει στην ώρα της στο ραντεβού, σε αντίθεση με τη φίλη της. Μισή ώρα μετά βρίσκονταν όλοι μαζί μέσα στο στάδιο του NBA, ψάχνοντας για τις θέσεις τους, αλλά ο Κινέζος ήθελε να τους καθυστερήσει κι άλλο. Δεν έφτανε που άργησαν, ήθελε και να κατουρήσει!

Ο αγώνας τελείωσε και είχαν κερδίσει οι Νευορκέζοι, ωστόσο η φιλοξενούμενη ένιωθε ότι η γενέθλια ημέρα της έσβηνε και στην πατρίδα την είχαν ήδη αφήσει πίσω τους όλοι, αλλά εκείνη δεν είχε γενεθλιάσει αρκετά. Ο Κινέζος και η καλή του έφυγαν ολοταχώς μετά τον αγώνα, ενώ τα τουριστάκια έκαναν πρώτα μια βόλτα στο κέντρο. Όταν επέστρεψαν, ο Κινέζος ήταν πίσω από τις φυλλωσιές και παραμόνευε, αλλά δεν τον είχαν πάρει χαμπάρι. Κι όταν άνοιξε η πόρτα, η οικοδέσποινα και η συγκάτοικός της poor Maria την περίμεναν με μια τούρτα-έκπληξη! Το γενέθλιο τραγούδι τη γέμισε χαρά, της την είχαν φέρει για τα καλά. Η τούρτα ήταν τελείως μπαγιάτικη, αλλά δεν έφταιγε αυτό. Την επόμενη ημέρα η αφηγήτρια ξύπνησε τελείως άρρωστη. Ο λαιμός της πονούσε, η μύτη της έτρεχε, τα αφτιά της είχαν βουλώσει.


Ο καιρός επίσης είχε τα χάλια του, κοίταζες έξω και νόμιζες ότι ήταν νύχτα από τα μαύρα σύννεφα που είχαν περικυκλώσει τους ουρανοξύστες, ήταν θέμα λεπτών να ξεσπάσει η μπόρα, αλλά τα τουριστάκια είχαν αποφασίσει να διασχίσουν τη γέφυρα του Brooklyn, ώστε σε 4 ημέρες να τα έχουν δει πράγματι όλα, όπως στόχευαν εξ αρχής κι ας είχαν άλλες 5 ημέρες χωρίς πρόγραμμα, Νέα Υόρκη ήταν αυτή, κάτι θα έβρισκαν να κάνουν…  

10.4.17

#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη Vol3

Η Κυριακή στη Νέα Υόρκη τους βρήκε μέσα σε βάρκα, να τρώνε brezel, στον πηγαιμό για το Άγαλμα της Ελευθερίας και το Έλις Άιλαντ. Ο Κινέζος δεν ήταν σαν τους άλλους κινέζους που έβγαζαν ασταμάτητα φωτογραφίες. Για την ακρίβεια δεν εξέφρασε επιθυμία να βγάλει καμία απολύτως φωτογραφία, φωτογράφιζε μονάχα στη μνήμη του κάθε πολύτιμη στιγμή μαζί της. Ο καυγάς πρέπει να είχε τελειώσει, γιατί τώρα η φίλη της επαναλάμβανε συνέχεια «baby μου, baby μου», αλλά είχε σταματήσει να τον απειλεί ότι θα τον σκοτώσει.

Μετά τη ρομαντική και συνάμα διδακτική κρουαζιέρα, τα ζευγάρια χωρίστηκαν, καθότι τα τουριστάκια θέλησαν να πάνε στο μνημείο της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, στο World Trade Center, να περπατήσουν στη Wall Street «και οπωσδήποτε να δείτε τον Ταύρο!», τόνισε ανασηκώνοντας τα φρύδια του, ο Κινέζος.  Τα έκαναν όλα, αν και δεν κατάλαβαν τι νόημα έχει να φωτογραφήσουν τον ταύρο, αργότερα έμαθαν ότι έπρεπε να τον αγγίξουν για καλή τύχη και όχι μόνο να τον φωτογραφήσουν αλλά ήταν πια αργά - κι ύστερα,  αποφάσισαν να μπουν στο μετρό για να επιστρέψουν στο κέντρο, όπου είχαν ένα πολύ σημαντικό για την αφηγήτρια ραντεβού. Αν και θα έλεγε κανείς ότι η πόλη όπως είναι χτισμένη, έτσι και το μετρό της είναι σχεδιασμένο για πανίβλακες, το σύστημα με τις χάρτινες κάρτες μετρό ήταν προβληματικό.

Τα τουριστάκια μπήκαν στο μετρό και στην προσπάθεια να ανανεώσουν την κάρτα που είχαν αγοράσει από το αεροδρόμιο, έχασαν από 3 δολλάρια έκαστος. Στη συνέχεια, ίδρωναν και ξε-ίδρωναν ανεβοκατεβαίνοντας τη σκάλα, αναζητώντας βοήθεια στο πουθενά και η αφηγήτρια άρχισε να βρίζει θεούς και δαίμονες στη γλώσσα της – έντρομοι οι Νευορκέζοι προσπερνούσαν με χαμηλωμένο βλέμμα. Τους κόστισε κάτι παραπάνω, αλλά κατάφεραν να βγάλουν κάρτες και η αφηγήτρια με τσαμπουκά πέρασε στην πλατφόρμα. Ο τουριστάκος όμως σε μια κίνηση αστραπή μπλόκαρε την πόρτα, έχασε άλλη μια φορά τα χρήματά του κι έμεινε να την κοιτάζει αγανακτισμένος, πίσω από τη σιδεριά. Η αφηγήτρια σαν αλλοτινή wonderwoman του άνοιξε από την πόρτα κινδύνου κι εκείνος πέρασε μέσα κόκκινος σαν το παντζάρι. «Έλεος με το μετρό τους, το απαρχαιωμένο!».

Μισή ώρα αργότερα βρίσκονται στη Madison Square, και τρέχουν για να είναι στην ώρα τους στο μπαρ που είχαν δώσει ραντεβού. Επρόκειτο για μια συνάντηση που η αφηγήτρια περίμενε καιρό. Θα συναντούσε την πολυαγαπημένη της Μαργιορί, τη γαλλίδα φίλη της που πέντε χρόνια δεν είχε συναντήσει, από όταν αποχαιρετίστηκαν στην Τουλούζη. Κι εκεί που πίστευε ότι δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ, τα έφερε έτσι η ζωή να συναντηθούν σε διακοπές στη Νέα Υόρκη. Ήπιαν τα ποτά τους σε ένα όμορφο Roof Top Bar κι ύστερα γύρισαν στο σπίτι, όπου φυσικά τους ανέμεναν ο Κινέζος με την καλή του.

“I’ll kill you! I’ll kill you!”, εξαγριωμένη για ακόμη μια φορά, η φίλη της έσπρωχνε τον Κινέζο ρίχνοντάς τον κάτω από τον καναπέ. Αυτή τη φορά, του έκανε σκηνή ζηλοτυπίας γιατί είχε βρει μια μαύρη μακριά τρίχα μαλλιών στο μπουφάν του. «Πως βρέθηκε η τρίχα στο μπουφάν;», να ρωτάει με γουρλωμένα μάτια, «I can’t explain!», έλεγε εκείνος σε κατάσταση ζεν. Η αφηγήτρια, θερμή ελληνίδα και παθιασμένη φίλη, «μα πως you can’t explain βρε my friend; Αφού σε κατηγορεί, πως γίνεται να μη θυμώνεις, αν είσαι αθώος?». Ο Κινέζος ανασήκωσε τους ώμους του, «μα δεν με νοιάζει που με κατηγορεί! Αφού την αγαπώ και δεν έχω κάτι να πω!».

Αγανακτισμένη περισσότερο από όλους με αυτήν την κατάσταση, ήταν η ισπανίδα συγκάτοικος της καλής του Κινέζου, που στόμα είχε και μιλιά δεν είχε και μέχρι εκείνη την ώρα, η παρουσία της ήταν καθόλα διακριτική. Βασικά, οι φιλοξενούμενοι δεν την είχαν καν συναντήσει… «ΣΚΑΣΤΕ ΚΟΙΜΑΜΑΙ!», ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή από το βάθος του άλλου διαδρόμου, προς το μπάνιο. «Poor Maria!!!», ξεφύσησε η οικοδέσποινα και απευθύνθηκε στον Κινέζο, «την ξύπνησες με τις φωνές σου!». Ο Κινέζος παρέμεινε να κοιτάζει βουβά και να της χαιδεύει το χεράκι. «Άντε, πάμε σπίτι σου να κοιμηθούμε να αφήσουμε και τα παιδιά να ξεκουραστούν!», είπε κοιτάζοντάς τον με καχυποψία.

Την επόμενη ημέρα η αφηγήτρια είχε τα γενέθλιά της και ήταν αποφασισμένη να τα περάσει μεθυσμένη κάπου στην 5η λεωφόρο...


#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη Vol2

Καταρχήν ό,τι έμεινε στο πιάτο έσπευσε να το αποτελειώσει ο Κινέζος. «Και νόμιζα ότι οι Ασιάτες είναι ολιγόφαγοι…», ψιθύρισε η φιλοξενούμενη στον αγαπητικό της. Όταν ήρθε ο λογαριασμός έγινε σαφές γιατί ο Κινέζος έγλειψε τα πιάτα. Σε αυτές τις τιμές, θα έπρεπε να πάρουν και τα σερβίτσια προίκα τους. «Εεε.. βασικά, δεν είναι μόνο αυτά… Είναι και το ταξ και το τιπ». Ο λογαριασμός τώρα φούσκωσε ακόμη περισσότερο, γεγονός που οδήγησε τους φιλοξενούμενους στη λύση του Mc Donald.

Μετά το γεύμα αποφάσισαν να κάνουν μια οικονομικότερη τουριστική δραστηριότητα. Περπάτησαν όλο το Highline μέχρι το Central Park. Πρώτο μέλημα του Κινέζου, όλες τις ώρες που διήρκεσε η βόλτα, ήταν να κουκουλώνει την καλή του στην κυριολεξία, καθότι ο αέρας της κατέβαζε την κουκούλα του μπουφάν και υπήρχε κίνδυνος να πουντιάσει. Κάθε λίγο και λιγάκι, άπλωνε στοργικά το χέρι του και επανατοποθετούσε την κουκούλα στο κεφάλι της, ενόσω εκείνη άνοιγε το βήμα, περπατούσε και κοίταζε στην ευθεία της νευρικά. «Baby μου, I ‘ll kill you!», τον απειλούσε άλλοτε πιο παιχνιδιάρικα κι άλλοτε πιο θυμωμένα. Στο τέλος της διαδρομής ένιωθαν τα στομάχια τους άδεια, σαν να μην έφαγαν ποτέ τίποτε.

Αν και οι τρεις από τους τέσσερις ήταν Έλληνες, είχαν καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να επικοινωνούν στα αγγλικά, για να μπορεί να παρακολουθήσει ο Κινέζος. Τις περισσότερες φορές όμως, παρότι οι φιλοξενούμενοι θέλανε πολύ να σχολιάσουν στα ελληνικά, όπως κάθε σωστός ελληνάρας, ο Κινέζος έδειχνε αδιάφορος προς τα λεγόμενά τους, σε όποια γλώσσα κι αν ήταν αυτά. Βυθιζόταν μέσα στο κινητό του και που και που διέκοπτε, για να δείξει στην καλή του, «Oh no, baby, another Chinese video? Baby, I’ll kill you! I’ll kill you!». Η καλή του δυσανασχετούσε, μα η φιλοξενούμενή της που την ήξερε πολλά χρόνια και πολύ καλά, δεν μπορούσε να διαβάσει πραγματικό θυμό στη φωνή της. Οι φιλοξενούμενοι συνέχισαν τη βόλτα, ενώ οι ερωτευμένοι επέστρεψαν στο σπίτι.

«Να πιούμε μια κόκα κόλα στην Times Square!», πρότεινε ο φιλοξενούμενος. Πράγματι, τα τουριστάκια έβγαλαν αμέτρητες σέλφι στην πλατεία, πίνοντας κόκακόλα και κάνοντας αστειάκια και αργά το βράδυ επέστρεψαν στο σπίτι, κατηφορίζοντας την 6η λεωφόρο και όχι λοξά, όπως τους έδειξε ο Κινέζος το προηγούμενο βράδυ. Τους φάνηκε πιο απλή η επιστροφή, ή απλώς ήταν πιο ξεκούραστοι από την προηγουμένη, που είχαν ταξιδέψει.

Όταν μπήκαν πια στο σπίτι, θα ήταν 10 το βράδυ, ο Κινέζος ήταν σκαρφαλωμένος στο παράθυρο του 14ου ορόφου και φυσούσε απαλά τον καπνό του τσιγάρου του προς τα έξω. Η καλή του πήγαινε κι ερχόταν στο διάδρομο της κουζίνας, κρατώντας μια τεκίλα στο χέρι και τον μάλωνε για κάποια σοβαρή παράβαση, τα τουριστάκια δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς, αλλά εκείνος παρέμενε ζεν. «Τι πρόβλημα υπάρχει;», ρώτησε η φιλοξενούμενη δειλά, όταν ο Κινέζος είχε πια απομακρυνθεί για να επισκεφθεί το λουτρό. «Α, τίποτα… Μάλλον είμαστε πολύ ερωτευμένοι, γι’ αυτό μαλώνουμε συνέχεια!», της απάντησε γλυκά η φίλη της.

Το δεύτερο βράδυ στη Νέα Υόρκη, οι φιλοξενούμενοι έπεσαν ξεροί στο κρεβάτι τους για ύπνο από τις 11 και τους νανούριζε μια φωνούλα από το σαλόνι, πίσω από την κλειστή πόρτα, «Baby μου, I’ll kill you! I’ll kill you!».

#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη Vol1

Όλα ξεκίνησαν στο Grand Central Terminal... σαν πρώτο ραντεβού άλλης εποχής, αντάλλαξαν ένα πεταχτό φιλί μπροστά από το ρολόι και κάτω από το ζωγραφισμένο ουρανό στο ταβάνι της αίθουσας... τόσο ρομαντικά, τόσο αμερικανικά. Κάθισαν αντικριστά λίγο παραπέρα, για ένα γεύμα κλασικά αμερικανικό, μπέργκερ και μίλκ σέηκ.

Ο Κινέζος έτρωγε χωρίς να μιλάει. Με το αριστερό χέρι κρατούσε λαίμαργα το μπέργκερ και με το δεξί, σφιχτά αλλά σταθερά, το χέρι της καλής του. «Μπέιμπι μου, αλ κίλ γιου!», του είπε εκείνη γλυκά, οι νεοφερμένοι φιλοξενούμενοι κοιτάχτηκαν φευγαλέα νομίζοντας ότι παράκουσαν.
Ύστερα χέρι-χέρι περπάτησαν όλη τη Νέα Υόρκη, περνώντας από το παγοδρόμιο του Rockefeller, κατεβαίνοντας προς την Time Square, όπου ήπιαν μια κοακόλα για τη χώνεψη. Χάζεψαν λίγο τις φωτεινές διαφημίσεις και λίγο πριν την κρίση επιληψίας συνέχισαν τη βόλτα τους κατηφορίζοντας προς το Empire Building. Ήταν όμορφα φωτισμένο σε χρώμα πορφυρό. Το φωτογράφισαν κι αυτό και συνέχισαν, διέσχισαν τη γραφική Madison Square και κοντοστάθηκαν για να φωτογραφηθούν μπροστά από το Flatiron. Είχαν δει σχεδόν τα πάντα από Νέα Υόρκη σε μόλις μια βόλτα.

Επέστρεψαν σώοι και ασφαλείς με τα ποδαράκια τους, διασχίζοντας λοξά σαν τα καβούρια τους δρόμους, μια αρχαία κινέζικη μέθοδος παράκαμψης που κάνει το Μανχάταν να φαίνεται μικρό σαν τα Κουφονήσια.

Την επόμενη ημέρα και κάτω από το φως του ήλιου, αντίκρισαν μια άλλη Νέα Υόρκη, νοτιοανατολικά του Μανχάταν, όπου η πόλη δεν θύμιζε σε τίποτε το busy υπερκέντρο. Οι δρόμοι και οι πλατείες γέμισαν από ανθρώπους που πήγαιναν τα σκυλιά τους βόλτα. Όλοι έσκυβαν να μαζέψουν τα «δωράκια» των σκύλων τους και τα πεζοδρόμια ήταν πεντακάθαρα. Ντυμένοι αθλητικά, οι περισσότεροι, βάδιζαν σε ταχείς ρυθμούς προς κάθε κατεύθυνση, πολλοί από αυτούς βαστάζοντας στο χέρι ένα ρόφημα, σαν να μην υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Η ουρά στην καφετέρια της γωνίας φαινόταν μεγάλη, όμως η σειρά τους έφτασε τόσο γρήγορα που ούτε πρόλαβαν να διαλέξουν τι θα φάνε και τι θα πιούνε. Αυτή η καθυστέρηση προκάλεσε νεύρα στην ταμεία που ταυτοχρόνως έπαιρνε παραγγελίες. Από τη βιασύνη της κατάλαβε τα μισά που της είπαν. «Μα γιατί βιάζονται τόσο;», απόρησε εκείνος, ενώ εκείνη ήταν απασχολημένη με το να μετράει τα δολάρια στην τσέπη της.

Στο μεταξύ, στην άλλη πλευρά της πόλης, ο Κινέζος και η καλή του θα πήγαιναν για αγορές στην ChinaTown, προκειμένου ο Κινέζος να φτιάξει μια από τις χιλιάδες σπεσιαλιτέ του στους φιλοξενούμενους. Ωστόσο, η καλή του είχε ξυπνήσει φτιαγμένη για καβγά κι έτσι, σαν ερωτευμένοι πιγκουίνοι, άρχισαν να καυγαδίζουν δίχως τέλος και ούτε για ψώνια πήγαν, ούτε τους φιλοξενούμενους συνόδευσαν στην πρωινή βόλτα τους στη West side, παρά τους συνάντησαν στο Chelsea Market ώρες μετά για φαγητό.


«Μπέιμπι, αλ κίλ γιου!», του έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι, αλλά εκείνος δεν έχανε την όρεξή του. Με τη συνήθη κινέζικη έκφραση που ούτε φαίνεται να χαίρεται μα ούτε και να λυπάται, συνέχισε να ρουφάει σιωπηλά τα μακαρόνια του. Φαινόταν κατσαδιασμένος, αλλά είχε επιλέξει να κάνει τον κινέζο, με μεγάλη επιτυχία…