Showing posts with label μικρές ιστορίες. Show all posts
Showing posts with label μικρές ιστορίες. Show all posts

18.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες vol3



Φτάνοντας στην 3η και τελευταία ιστορία, ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε για την πλέον επικίνδυνη καψούρα, την απαγορευμένη καλοκαιρινή καψούρα της ώριμης περιόδου.

Είναι η 3η και φαρμακερή. Η καψούρα που έρχεται σε πιο μεγάλη ηλικία, σε φαινομενικά ανύποπτο πάλι χρόνο, στην ώριμη περίοδο – διαφορετική για τον καθένα, άλλους τους πιάνει στα τριάντα, άλλους τους πιάνει στα σαράντα και άλλους στα πενήντα. Από εκεί και ύστερα, η καψούρα ονομάζεται γεροντοέρωτας και δεν μπορώ να μιλήσω για αυτό, καθώς δεν έχω φτάσει ούτε απ’ έξω, αλλά όποιον ξέρω που το έπαθε, το πέρασε πολύ βαριά.

Η ώριμη καλοκαιρινή καψούρα είναι η πιο επικίνδυνη, γιατί δεν έχει τον ενθουσιασμό των προηγούμενων και άρα, μπορεί να κρατήσει περισσότερο από το συνηθισμένο. Όπως είπαμε στο πρώτο επεισόδιο, η δύναμη της καψούρας και ο χρόνος ζωής της είναι αντιστρόφως ανάλογες. Επομένως, η ώριμη καλοκαιρινή καψούρα μπορεί να χάνει λίγο στη μονάδα μέτρησης του αρχικού πάθους και του ενθουσιασμού, αλλά μπορεί να κρατήσει περισσότερο καιρό. Και όσο περισσότερος χρόνος της δίδεται, μπορεί να φουντώσει αργότερα και να γίνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από μια απλή καψούρα.

 Όπου γάμος και χαρά…

Ο Βλάσης λοιπόν, βρέθηκε καλεσμένος στο γάμο ενός φίλου του και στο τραπέζι της δεξίωσης, είχε τη χαρά να σμίξει με παλιούς γνωστούς και φίλους που είχαν ξεχαστεί από καιρό. Παρατήρησε ότι όλοι συνοδεύονταν εκτός από εκείνον και θεώρησε ότι αυτό το πάρτι θα ήταν αρκετά βαρετό, δεδομένου ότι θα χανόταν για άλλη μια φορά η ευκαιρία να γνωρίσει κάποια κοπέλα.

Καθώς η ώρα περνούσε, έτρωγαν κι έπιναν και κάποιοι σηκωνόντουσαν να χορέψουν, οι θέσεις άλλαξαν και ούτε κατάλαβε πως, βρέθηκε δίπλα σε μια κοπέλα, που φυσικά ούτε αυτή ήταν ασυνόδευτη. Ίσως να την είχε γνωρίσει ξανά, αλλά δεν το θυμόταν. Ή μάλλον, το θυμόταν, αλλά ήταν σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.

Αφού μιλήσανε λίγο περί ανέμων και υδάτων, του φάνηκε πολύ οικεία τελικά, όπως όταν γνωρίζεις κάποιον για πρώτη φορά, αλλά αισθάνεσαι σαν να τον ξέρεις από πάντα. Αυτοί οι δύο καταλαβαινόντουσαν με έναν περίεργο τρόπο, παρότι δεν είχαν τίποτα κοινό. Και ζωδιακά να το πάρεις δηλαδή, ήταν εντελώς αντίθετοι σε όλα τους.

Ανάμεσα στις παύσεις της χαζοσυζήτησης, κοιτιόντουσαν και τα μάτια τους φλυαρούσαν ανελέητα. Ήταν αμοιβαίο βέβαια, ο Βλάσης δεν ήταν τρελός. Της κοπέλας της φάνηκε τόσο έντονη η αύρα μεταξύ τους, που ήταν σίγουρη ότι το βλέπουν και το καταλαβαίνουν όλοι. Όμως κανένας δεν έδινε σημασία, ούτε καν ο συνοδός της. Ήταν τόσο ξεκάθαρο, που απορούσε πως γίνεται να περνά απαρατήρητο, σαν να τους κάλυπτε κάποιος αόρατος μανδύας, σαν αυτός του Χάρι Πότερ.

Ο γάμος τελείωσε και μαζεύτηκαν σπίτια τους. Και πέρασε πολύς καιρός, που ούτε βλεπόντουσαν, ούτε μιλούσανε, όμως στριφογύριζε ο ένας στο μυαλό του άλλου. Κι έτσι, ήρθε το επόμενο καλοκαίρι και βρέθηκαν τυχαία πάλι, σε έναν άλλο γάμο. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πολύ πιο μπερδεμένα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο βρέθηκαν ξανά δίπλα δίπλα, να μιλάνε και να χαμογελάνε ο ένας στον άλλον κι ήταν σαν να αγκαλιάζονται χωρίς καν να ακουμπιούνται. Κανείς δεν παρατήρησε τίποτα, ούτε τα βλέμματα, ούτε τα γέλια, ούτε το κρασί που εξαφανιζόταν από τα ποτήρια τους με τρόπο μαγικό.

Και πέρασε άλλος ένας χρόνος και τους έφερε στο τρίτο καλοκαίρι, με κάποια ενδιάμεση τυχαία συνάντηση μέσα στο χειμώνα. Και πάθανε «Μαμιχλαπινάταπάι» (αν δεν ξέρεις κάνε κλικ να μάθεις) και κανείς δεν έμαθε ποτέ τι έγινε με αυτούς τους δύο, γιατί ο αόρατος μανδύας μπορεί τελικά και να υπάρχει!

Και επίσης, karma is a GREAT bitch.

17.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες...vol2

Για τον ορισμό της καψούρας και την ιστορία Καψούρα α': Ο γιός του ξενοδόχου, πατήστε εδώ
Διαφορετικά συνεχίστε...




Καψούρα β’: Με αεροπλάνα και βαπόρια... 

Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ένα καλοκαίρι στη Σίφνο, γνωρίστηκαν μέσα από κοινή παρέα, η Αγκάθα και ο Σίφης, ετών είκοσι δύο και είκοσι τρία αντίστοιχα. Αυτή η καψούρα ήταν αρχικά έντονη από τη δική του πλευρά, εκείνη δεν πίστευε σε τέτοιους έρωτες, τους απέφευγε. Εκείνη έμενε όλο το καλοκαίρι στο νησί, καθότι δούλευε εκεί, ενώ εκείνος είχε τις δικές του δουλειές στην Αθήνα κι άλλωστε ήταν περαστικός, οι διακοπές του ήταν κανονισμένες από καιρό, θα πήγαινε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Γαύδο. Ο Σίφης μαγεμένος από την Αγκάθα ξεκίνησε την πολιορκία και η Αγκάθα δεν άργησε να την πατήσει μαζί του, αλλά σχετικά ελαφρά, όσο το πάτημα της γάτας. Και δώστου κάθε Σαββατοκύριακο να πηγαίνει ο Σίφης στη Σίφνο και δώστου να αντιστέκεται η Αγκάθα, αλλά  κάθε φορά να δυσκολεύεται ολοένα και πιο πολύ να του αντισταθεί.

Ο Σίφης που είχε πάρει φωτιά για τα καλά, αλλά είχε και εγωισμό που να μην είχε, της έδωσε τελεσίγραφο. "Θέλω να έρθεις εσύ σε εμένα, έτσι για αλλαγή. Τάδε του μήνα θα κάνω πάρτι στη Γαύδο. Θα έρθεις;". Εεεεε... όχι; Η Αγκάθα ούτε που το σκεφτόταν στην αρχή, αλλά όμως, αυτό το τελεσίγραφο είχε μια πνοή τρέλας κι αυτό της άρεσε, καθότι Κριός κι εκείνη, όπως η αφηγήτρια. Οι ημερομηνίες δεν έβγαιναν, καθότι η Αγκάθα, την επόμενη του πάρτι, θα έπρεπε οπωσδήποτε να βρίσκεται στη δουλειά της μέχρι τις 12 το μεσημέρι. 

Τελευταία στιγμή, λίγο πριν μπαρκάρει το πλοίο, αποφάσισε ότι θα πάει να τον βρει κι ας ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε στη ζωή της (το είχε πει κι άλλες φορές αυτό και πάντα βρισκόταν με μπελάδες... ). Πήρε το πλοίο από τη Σίφνο, πήγε στην Πάρο, από την Πάρο στη Σαντορίνη κι από εκεί στο Ηράκλειο της Κρήτης. Από το Ηράκλειο πήρε το ΚΤΕΛ, πήγε στα Σφακιά, πήρε το πλοίο κι έφθασε στο πάρτι στη Γαύδο. Όλα για τον έρωτα. Όλα για ένα φιλί. Όλα για το Σίφη, που μπορεί τελικά να μην ήταν απλά μια καλοκαιρινή καψούρα, αλλά ο έρωτας της ζωής της. Δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον...

Τα ξημερώματα ο Σίφης δεν καταλάβαινε γιατί η Αγκάθα έπρεπε να φύγει. Γιατί δεν καθόταν λίγες μέρες μαζί του... Η Αγκάθα δεν κατάλαβε ότι αυτό το λάθος θα το μετάνιωνε για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Κι έτσι, έφυγε πίσω για το νησί της, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα. Βλέπετε ήταν όλα προδιαγεγραμμένα εξ αρχής, το άτιμο το σύμπαν... Όσο πιο δυνατός ο καλοκαιρινός έρωτας, τόσο πιο σύντομη η διάρκεια της περιπέτειας, αντίθετες δυνάμεις (βλέπε εισαγωγή στο vol1). Τέτοιος έρωτας δεν μπορούσε να επιβιώσει, θα τα σκέπαζε όλα. Δεν το ήξεραν τότε, βέβαια.. Τότε υπήρχε ακόμη η ελπίδα της επιβίωσης και η τελευταία ευκαιρία που νόμιζαν ότι θα υπάρξει. Η Αγκάθα επέστρεψε στη Σίφνο και λίγες εβδομάδες αργότερα επέστρεψαν και οι δύο στην Αθήνα. Κι είχαν όλα τελειώσει και κανείς δεν ξέρει γιατί... 

(ξέρω ότι μερικοί το διαβάζετε και σας έρχεται να σκάσετε και δεν καταλαβαίνετε γιατί δεν πήγε καλά αυτή η ιστορία. Κι εγώ έσκασα και δεν ξέρω τι συνέβη... Αλλά και να το γνώριζα, δεν θα σας έλεγα!)

Καψούρα γ': Όπου γάμος και χαρά... 

(συνεχίζεται...)

16.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες… vol1


Όλοι έχουμε ακούσει για την καλοκαιρινή καψούρα, ένα είδος καψούρας εντελώς διαφορετικής από όλες τις άλλες για λόγους που θα αναλύσουμε παρακάτω. Καταρχήν, η καλοκαιρινή καψούρα φημίζεται για δύο λόγους: τη δύναμή της και για το χρόνο ζωής της. Πρόκειται για δύο αντίθετες δυνάμεις που προσπαθούν να εξαλείψουν η μία την άλλη. Όσο πιο δυνατή είναι η καλοκαιρινή καψούρα, τόσο πιο γρήγορα σου τελειώνει. Ξέρω, είναι άδικο, αλλά αξίζει να το ζήσεις μια, δυο, πέντε, δέκα φορές στη ζωή σου.

Η καλοκαιρινή καψούρα ονομάζεται έτσι, γιατί συνήθως αρχίζει και τελειώνει μέσα στο ίδιο καλοκαίρι. Το πιθανότερο είναι να σε βρει στις διακοπές, ή σε κάποιο γαμήλιο πάρτι, ή σε κάποιο πάρτι γενικά. Η καλοκαιρινή καψούρα έχει ηλιοκαμένο πρόσωπο και ατίθασα μαλλιά, εμφανίζεται συχνά επάνω σε δύο ρόδες αντί για τέσσερις. Έχει την ιδιότητα να κάνει τα ηλιοβασιλέματα όμορφα σαν της Σαντορίνης, αν δεν βρίσκεται ούτως ή άλλως στη Σαντορίνη, και τις νύχτες ατελείωτες, ωσάν να έσβησε ο ήλιος – αλλά να συνεχίζει να κάνει ζέστη.

Φίλες μου (και λιγοστοί άνδρες φίλοι), μην ανησυχείτε, θα καείτε σίγουρα από μια τέτοια καψούρα, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή σας. Είναι αδύνατο να μην ερωτευτείς παράφορα όταν νιώθεις ανέμελος και σέξι . Στη βάση της η καλοκαιρινή καψούρα είναι ένα τεράστιο κομπλιμέντο για τον ίδιο μας τον εαυτό. Εγώ θα σας αφηγηθώ 2-3 καψουρο-ιστορίες από το φιλικό περιβάλλον, όχι για να σας αποτρέψω από το  πάθημα, ίσα ίσα, ελπίζω να σας πείσω να αφεθείτε και να φάτε τα μούτρα σας, γιατί η ζωή είναι πολύ μικρή για να μην τα φάτε.

Καψούρα α’: Ο γιός του ξενοδόχου

Εκείνο το καλοκαίρι, η Σμάρα θα πήγαινε στη Λήμνο με τους θείους της, που κάθε χρόνο επισκεπτόντουσαν το νησί, με αφορμή τους Ελληνοαμερικανούς φίλους τους, τους Ξενοδόχους. Η Σμάρα ήταν περίπου δεκαπέντε χρονών τότε και ο γιός του ξενοδόχου γύρω στα είκοσι ένα και όταν τον είδε, κεραυνοβολήθηκε αστραπιαία (τεράστια υπερβολή, αλλά έτσι το έβλεπε τότε).

Εκείνα τα χρόνια, η Σμάρα κοίταζε τον Έτσι, αλλά δεν έβλεπε τη χρυσή αλυσίδα με το σταυρουδάκι στο λαιμό, ούτε άκουγε την ελληνοαμερικάνικη προφορά, ούτε μπορούσε να προβλέψει ότι ο γεροδεμένος, ξανθός με μπλε μάτια, γιός του ξενοδόχου, λίγα χρόνια αργότερα θα είχε μια μπιροκοιλιά από τη Λήμνο ως τον Άη Στράτη. Έβλεπε μόνο αυτό που ήθελε να δει και πίστευε αυτό που ήθελε να πιστέψει. Ένα έλεγε εκείνος, δέκα άκουγε εκείνη. Τύχαινε να της κρατήσει το χεράκι λίγο πιο σφιχτά κι εκείνη ήταν έτοιμη να πάθει ανακοπή.

Η καψούρα ήταν αναπόφευκτη κάτω από τον έναστρο ουρανό και ήταν έντονη, καθότι η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει ήδη από το πρώτο λεπτό της γνωριμίας τους. Οι διακοπές της θα κρατούσαν λίγες ημέρες και λίγες ημέρες μετά, εκείνος θα επέστρεφε ούτως ή άλλως στην Αμέρικα. Το drama έκανε ακόμη εντονότερη την καψούρα της για τον Έτσι και φυσικά, η καψούρα έδωσε ρέστα από την αποχώρησή της από το νησί και μετά. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο δυνάμωνε η καψούρα, τόσο τα σχέδια για το επόμενο καλοκαίρι φούντωναν, τόσο οι πεταλούδες στο στομάχι την έκαναν σχεδόν να πονάει, τόσο τα τραγούδια της Celine Dion την έκαναν να κλαίει κι ήταν αδύνατο να κοιμηθεί το βράδυ γιατί τον σκεφτόταν συνέχεια… Και ξαφνικά, μια ημέρα μέσα στο φθινόπωρο όλα αυτά σταμάτησαν. Έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη.


(to be continued)

21.12.17

Η Αφηγήτρια & Οι Δέκα Πληγές του Φαραώ vol2

Τέσσερις ώρες διήρκησε η καταδίωξη του Ρατατούη, όταν ο Κουταλιανός κατά τον κόσμο Χάρης, στρίμωξε επιτέλους τον ποντικό στην πόρτα έξω από την κουζίνα. Άρπαξε το δόρυ του, ήτοι το σκουπόξυλο, και ωσάν να ήθελε να σκοτώσει Τυραννόσαβρο  Ρεξ, του βρόντηξε μια δυνατή σκουποξυλιά στοχεύοντας στο Δόξα Πατρί.

Η πόρτα άνοιξε διάπλατα από τη σμπρωξιά, το σκουπόξυλο διαμελίστηκε σε χίλια κομμάτια και ο Ρατατούη αλόβητος, αλλά φανερά τρομοκρατημένος, βούτηξε μέσα στην κουζίνα αλλόφρων. Το χειρότερο μόλις είχε συμβεί. Ποντίκι στην κουζίνα σήμαινε ότι ο χειρότερος εφιάλτης ζωντάνευε ξανά μπροστά στα μάτια της αφηγήτριας. 

Για ένα ποντίκι η κουζίνα είναι ο παράδεισος του κρυφτούλι. Αμέτρητες κρυψώνες, αμέτρητες διαδρομές και συνάμα ό,τι πιο σιχαμένο για τους κατοίκους της μικρής έπαυλης, που είχαν βιώσει ξανά αυτό το δράμα προ διετίας. Ο Κουταλιανός-Χάρης έχασε την ψυχραιμία του. «Τελείωσαν όλα, χαθήκαμε», ψέλλισε και άρπαξε ένα δεύτερο σκουπόξυλο. Καθώς η υπομονή τους, αλλά και ο οπλισμός τους άρχισε να λιγοστεύει, η αφηγήτρια βρήκε τον Ρατατούη εγκλωβισμένο ανάμεσα σε δύο κατσαρόλες.

Έσκυψε και τον κοίταξε στα μάτια. Ήταν συμπαθητικός και ήθελε να του δώσει μια τελευταία ευκαιρία. «Μίκι, Ρατατούη, ή όπως διάολο σε λένε, βγες έξω από το σπίτι μας και θα σε αφήσουμε να ζήσεις». Εκείνος την κοίταζε κατάματα, να καταλάβει αν του έλεγε αλήθεια, όμως τα μάτια του Κουταλιανού πέταγαν σπίθες, ήταν πασιφανές ότι τίποτα δεν μπορούσε να τον γλιτώσει. 

Σε μια στιγμή ο Ραταούη χάθηκε από τα μάτια τους. Η αφηγήτρια ούτε πρόλαβε να καταλάβει πως αυτή η τρυφερή στιγμή είχε λήξει και η δράση είχε πάρει τη θέση της. «Πίσω σου είναι!», ούρλιαξε ο Κουταλιανός-Χάρης και η ψυχραιμία που με τόσο κόπο είχε βρει η αφηγήτρια εξανεμίστηκε. Πετάχτηκε στο ταβάνι ουρλιάζοντας «πίσωωωωω μουουου?????», το κυνηγητό ξεκίνησε και πάλι, ώσπου το δεύτερο σκουπόξυλο έσπασε πάνω στο άψυχο πλέον σώμα του Ρατατούη.

Η αφηγήτρια κατάκοπη άρχισε να μαζεύει το χάος της κουζίνας, απορροφημένη στις σκέψεις της… Ποτέ δεν είναι ευχάριστο να σκοτώνεις ένα ζώο, ακόμη κι αν αυτό είναι ποντίκι. Δυστυχώς για εκείνη, οι Πληγές του Φαραώ δεν είχαν σταματημό…


«Μια κατσαρίδα!», φώναξε οργισμένος ο Κουταλιανός. Ε, όχι, αυτό πήγαινε πολύ. Δεν υπήρχαν αποθέματα ψυχραιμίας, είχε έρθει η ώρα να αφεθεί σε απόλυτη υστερία. «ΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑΑ»

15.11.17

Η Αφηγήτρια & Οι Δέκα Πληγές του Φαραώ vol1


Ήταν βράδυ Κυριακής, όταν η εξουθενωμένη αφηγήτρια άνοιξε την Πύλη του Χάους. Για πολλές ημέρες σκεφτόταν να ανοίξει αυτή την πόρτα, να πιάσει τη σφουγγαρίστρα και να φέρει βόλτα το νοικοκυριό, που λόγω επαγγελματικών υποχρεώσεων είχε αφεθεί στο έλεος. Τα μάτια της άργησαν να συνηθίσουν το έντονο ηλεκτρικό φως που άλλοτε έκανε τα πλακάκια του μπάνιου να αστράφτουν, μέχρι που μέσα στη μυωπία της άρχισε να εντοπίζει μικρές, μαύρες πεταλουδίτσες. Άπλωσε τη χερούκλα της και άρχισε να σκοτώνει μερικές, ώσπου γύρισε την πλάτη και στην άλλη μεριά του τοίχου αντίκρισε σμήνη από δαύτες. Να ήταν πενήντα; Εκατό;

Ήταν αδύνατο να τις μετρήσει, καθότι οι κραυγές που έβγαιναν αβίαστα από το στόμα της έκαναν τις πεταλούδες να πετούν πάνω από το κεφάλι της επιθετικά. Έφυγε και έκλεισε γρήγορα την πόρτα πίσω της και με ορμή άνοιξε το κουτί της Πανδώρας, ή αλλιώς, το ντουλάπι με τα αγαπημένα της δηλητήρια. Τα δηλητήρια της αφηγήτριας σκότωναν και την πιο δόλια κατσαρίδα, θα ήταν αδύνατο να μην εξοντώσουν μερικές πεταλουδίτσες, φαίνονταν άλλωστε τόσο, μα τόσο εύθραυστες.

Δέκα ημέρες μετά οι πεταλουδίτσες άρχισαν να εμφανίζονται και να πολλαπλασιάζονται σε όλους τους χώρους της μικρής έπαυλης, που παρεμπιπτόντως περιβαλλόταν από πυκνή βλάστηση, που περισσότερο έμοιαζε με τον Αμαζόνιο, παρά με συνηθισμένο κήπο προαστίων και σε αυτόν κατοικούσαν διάφορα πλάσματα «της φύσης». 

Κατάκοπη από τον αγώνα επικράτειας, «ή αυτά, ή εμείς!», την άλλη ημέρα το πρωί, η αφηγήτρια χτένιζε την κόμη της όταν το μάτι της έπεσε σε ένα περίεργο εύρημα εντός του λουτρού. Στην αρχή της φάνηκε ότι ήταν η ιδέα της, όταν όμως εξέτασε το στοιχείο προσεκτικά η Δεύτερη Πληγή του Φαραώ έκανε τα χέρια και τα πόδια της να τρέμουν. «Νομίζω έχουμε ποντίκι…», ψιθύρισε στο λαγωνικό της κι εκείνο φάνηκε να συμφωνεί, σαν κάτι να ήξερε, αλλά δεν μπορούσε να της το πει.
Το απόγευμα, γυρνώντας από τη δουλειά, βρήκε ακόμη δύο ευρήματα. Ήταν πλέον σίγουρο. Η έπαυλη δεχόταν επίθεση εκ των έσω. Με μανία έπιασε να σηκώνει όλα τα έπιπλα στο διάβα της, ακόμη και το πλυντήριο, αλλά δεν βρέθηκε τίποτα. Για καλή της τύχη, σε λίγο επέστρεφε ο άντρας του σπιτιού, ο Μέγας Ανιχνευτής. Και εκεί που τον περίμενε με ένα βουβό κλαψούρισμα, κουλουριασμένη στον καναπέ, ακούει ένα θόρυβο από το μπάνιο. «Πίσω και σ’ έφαγα!», ούρλιαξε και άρχισε να τρέχει προς το μπάνιο, άοπλη. Λίγο πριν φτάσει στο κατώφλι της πόρτας, ο Ρατατούης πετάχτηκε μπροστά της, άρχισε να τρέχει με ιλιγγιώδη ταχύτητα.  Πηδάει πάνω από τα πόδια της, δίνει μια σπρωξιά στον γέροντα Κύριο Τζέρι και κρύβεται κάτω από τη Βιβλιοθήκη, που σε όγκο δεν έχει τίποτα να ζηλέψει από τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας.


Όταν επέστρεψε ο Άνδρας του σπιτιού, τη βρήκε σε κατάσταση νιρβάνα, στρογγυλοκαθισμένη στον καναπέ, με σβηστά τα φώτα. «Περιμένω να βγει. Εκεί είναι…», είπε ψύχραιμα και του έδειξε τις παγίδες που είχε στήσει. Όμως εκείνος δεν μπορούσε να περιμένει το νυχτόβιο τέρας, άναψε ξανά όλα τα φώτα και σαν άλλος Κουταλιανός έσπρωξε τη βιβλιοθήκη μισό μέτρο μπροστά. Ο Ραταούης άρχισε πάλι την τρεχάλα γύρω από τα πόδια τους, βρέθηκε για λίγες στιγμές στα δόντια του λαγωνικού, ο κύριος Τζέρι παρέμενε απλός θεατής κι ο Ρατατούης ξέφευγε ξανά και ξανά.

(δυστυχώς συνεχίζεται)

19.4.17

#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη vol6



Τα αμερικανικά φάρμακα ήταν δυνατά σαν πυρηνικά όπλα, όχι αστεία. Μια φορά ψεκάστηκε, αμέσως συνήλθε. Η Πέμπτη ήταν χαλαρή, όλο βόλτες στο πάρκο, τους δρόμους, στα δρομάκια, συμπληρωματικά ψώνια, ακόμη και τον τελευταίο όροφο της Victoria Secret εξερεύνησαν, όπου είχε μια εντυπωσιακή έκθεση με ρούχα επιδείξεων και το σημαντικότερο από όλα, πεντακάθαρες πολυτελείς τουαλέτες. Να το ξέρετε σε περίπτωση που σας συμβεί το αναπάντεχο στην 5η λεωφόρο και δεν βρίσκετε που να πάτε…

Το βράδυ, ο Κινέζος με το λοξό περπάτημα τους οδήγησε σε μια πιάτσα εστιατορίων, κάτω από την Times Square. Μπήκαν στο ασανσέρ και ανεβαίνοντας μερικούς ορόφους, βρέθηκαν στην καρδιά της Σεούλ. Είχαν πια ξεχάσει ότι βρίσκονται στη Νέα Υόρκη, ανάμεσα σε Ασιάτες διαφόρων χωρών, περικυκλωμένοι από ξύλινα σπιτάκια με τραπέζια τύπου πικ νικ ανάμεσα…

Οι Ασιάτες έπιναν ένα περίεργο ποτό, που έμοιαζε με ανθρακούχο και είχε το χρώμα του ούζου, γευστικά δεν έμοιαζε με τίποτα παρά διέκρινες μια υποψία γεύσης ρυζιού. Το makgeolli, όπως λεγόταν, το έπιναν με μανία οι κορεάτες φίλοι του κινέζου και ο Κινέζος και το συνδύαζαν με κάτι άλλο που έμοιαζε με σάκε, αλλά δεν ήταν. Σε κάποια φάση, αφού τα τουριστάκια έχουν μπει στο κλίμα του μπάρμπεκιου- τα κρέατα ψήνονταν στη μέση του τραπεζιού, από εκεί προέκυπτε η λέξη «μπάρμπεκιου»- όλοι μιλούσαν με όλους και ο Κινέζος είχε μείνει με τα δύο χέρια του να αγκαλιάζουν το ποτήρι, να περιστρέφει τον κορμό του δεξιά κι αριστερά απελπισμένος, δείχνοντάς μάς με τα μάτια, αλλά χωρίς να το ζητάει λεκτικά, ότι χρειάζεται γέμισμα. «Κουλός είναι; Γιατί δεν γεμίζει το ποτήρι του μόνος του;».

Ο Κινέζος συνέχισε να «ζητιανεύει» σερβίρισμα και οι κορεάτες χαμογελούσαν με ευχαρίστηση. «Ω, μα φυσικά! Είναι θέμα σεβασμού!», είπε ο μεγαλύτερος από τους κορεάτες και τον σέρβιρε. Ο Κινέζος τον ευχαρίστησε με ένα νεύμα κι ύστερα ο κορεάτης ζήτησε γέμισμα με τον ίδιο τρόπο από την αφηγήτρια που κοιτούσε αποσβολωμένη. «Τι στο καλό…», είπε μέσα από τα δόντια της προσπαθώντας να χαμογελάσει και σήκωσε το μπουκάλι να του γεμίσει το ποτήρι. Ο Κινέζος γούρλωσε όσο γινόταν τα σχιστά ματάκια του, «two hands, two hands! Και με τα δύο χέρια για να δείξεις σεβασμό!», της εξήγησε.

Αφού σέρβιραν πολλές φορές ο ένας τον άλλον με το γνωστό «κουλό» στυλ, ο κινέζος είχε καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να ευχαριστήσει τους φιλοξενούμενους και κυρίως τον άνδρα φιλοξενούμενο. «Fun? Fun?», τον ρωτούσε κάθε λίγο και λιγάκι. Το κορεάτικο ποτό δεν είχε ζαλίσει καθόλου τους αναξιοπαθούντες φιλοξενούμενους και όλη αυτή η ασιατική ευθυμία που είχε επέλθει στο τραπέζι τους ξένιζε. «Delicious, but also fun! Νο?», έλεγε εκστασιασμένος ο Κινέζος. «Τι μου λέει;», αναρωτήθηκε φωναχτά ο Caris στην καλή του. «Φάν, φάν!», του απάντησε εκείνη. «Fun? Fun?», ανταπάντησε με το γνωστό ερωτηματικό αμφίβολης χαράς ή ξενέρας ο κινέζος. «Very-very fun», τον διαβεβαίωσε εκείνη και σφίχτηκε να χαμογελάσει.

Μετά το κορεάτικο, όλα έμοιαζαν με ανέκδοτο…

«Ήταν μέσα σε ένα αμερικανικό μπαρ, ένας μεθυσμένος Κινέζος, ένας πρίγκιπας Άραβας και τρείς μπατίρηδες Έλληνες…»

11.4.17

#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη Vol5


Η αρρωστίλα της έφερε νεύρα και τα νεύρα της έφεραν μανία. Ξύπνησε νωρίτερα για να διαβάσει ξανά όλα τα μηνύματα που άφησαν οι φίλοι της για τα γενέθλιά της και σημείωσε στο μυαλό της με ανεξίτηλο μελάνι αυτούς που την ξέχασαν. Συγχύστηκε και αποφάσισε να μην τους ευχηθεί ποτέ ξανά, αν και θα έπρεπε να δείξει μεγαλύτερη γενναιοδωρία, αλλά η γενναιοδωρία είναι πλεονκέτημα εκείνων που μπορούν να πάρουν βαθιές αναπνοές, ενώ εκείνη δεν μπορούσε λόγω του κρυώματός της.  

Κάτω από την ομπρέλα με τη μύτη της να τρέχει, κουλουριάστηκε πάνω στον καλό της και διέσχισε τη γέφυρα του Μπρούκλιν. «Poor Alexia», της έλεγε εκείνος με κακομοίρικη φωνή, αλλά τα μάτια του γελούσαν. «Γελάς; Είμαι άρρωστη Χάρη! Άρρωστη! ΠΑΕΙ! ΚΑΤΑΣΤΡΑΦΗΚΑΝ ΟΙ ΔΙΑΚΟΠΕΣ ΜΑΣ – ΜΑΣ ΓΚΑΝΤΕΜΙΑΣΑΝ!», ξεφώνισε και συνέχισε να περπατάει και να προσποιείται ότι όλα είναι καλά, η βόλτα τους θα παρέμενε υπέροχη, παρά την καταιγίδα και την παραλίγο πνευμονία της. «Ωωω, μα κοίτα τι ωραίο που είναι το Μανχάταν από εδώ!», είπε όταν γύρισε να κοιτάξει πίσω της τη γη που είχαν αφήσει πίσω.

Αφού διέσχισαν τη γέφυρα, έφτασαν μέχρι απέναντι και ξαναγύρισαν, τα παπούτσια τους είχαν  γίνει εντελώς μουσκίδι, το ίδιο και τα μπουφάν τους, λες και η ομπρέλα ήταν τρύπια. Αναγκαστικά έπρεπε να επιστρέψουν στο σπίτι να τα στεγνώσουν και ήλπιζαν ότι το απογευματάκι θα καταφέρουν να ξεμυτίσουν, να πάνε στο SOHO για φαγητό και ποτό. Αποκοιμήθηκαν βλέποντας τα χαμένα επεισόδια Survivor και ξύπνησαν από το «Baby μου, I will kill you! I’ll kill you!», που ακουγόταν από την κουζίνα.

Έσυρε τα πόδια της μέχρι εκεί, εξέφρασε την επιθυμία να επιστρέψουν το πτώμα της στην Ελλάδα, σε περίπτωση που τα κακάρωνε. «Μα είσαι τόσο άρρωστη;», τη ρώταγε η φίλη της σαστισμένη. «Μάτι θα είναι!», είπε κι άρχισε να τη σταυρώνει και να τη φτύνει. Τότε ο Κινέζος αποφάσισε να δώσει το δικό του γιατροσόφι, έσκυψε προς το μέρος της ανασηκώνοντας και πάλι τα φρύδια, «Drink hot water and pee again and again. Καυτό νερό και τσίσα. Καυτό νερό και τσίσα. Ξανά και ξανά και ξανά και αύριο το πρωί θα είσαι μια χαρά».  Η καλή του συμφώνησε με ένα νεύρα, τον κοίταξε με θαυμασμό, σαν να είχε πει το πιο σοφό πράγμα του κόσμου. «Hot water… τσάι δηλαδή;», διευκρίνισε μέσα στην απελπισία της η φιλοξενούμενη. «Hot wata!», τόνισε ο Κινέζος. Της φάνηκε αηδιαστικό να πιεί καυτό νερό χωρίς τσάι, οπότε δεν ακολούθησε τη συμβουλή κατά γράμμα.

Την επόμενη ημέρα, εκτός από τη μύτη της, δάκρυζαν και τα  μάτια της, αλλά ήταν η ημέρα που θα αφιέρωναν στο εκπτωτικό χωριό «Woodbury» και ως δια μαγείας, για όση ώρα βρισκόταν κοντά σε τσάντες και παπούτσια, όλα ξεβούλωναν αυτομάτως και μπορούσε να αναπνέει κανονικά.  Μέσα στην κακομοιριά της, επιτέλους πήρε δώρο γενεθλίων και ησύχασε.


Αφού επέστρεψαν αργά τη νύχτα, έχοντας συναντήσει ένα τρελό γκρουπάκι Ελλήνων, που ευτυχώς τους έφερε πίσω στο Μανχάταν μιας που έχασαν το λεωφορείο τους, η φιλοξενούμενη κόντεψε να ξεριζώσει τη μύτη της φυσώντας και ξεφυσώντας και όλη νύχτα έπινε νερά και κατουρούσε, αλλά την Πέμπτη το πρωί, είπε αυστηρά στον εαυτό της ότι πρέπει να συνέλθει και να πάρει φάρμακα. Είχαν μείνει μόλις 3 ημέρες για το υπόλοιπο των διακοπών. «And tonight, Korean barbeque!», είπε πιο ενθουσιασμένος από ποτέ ο Κινέζος παραβλέποντας ότι η φιλοξενούμενη δεν είχε καν γεύση… 

Ποιο μπάρμπεκιου. 

#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη Vol4



Τη Δευτέρα όταν άνοιξε τα μάτια της, το κινητό της είχε πολλές νέες ειδοποιήσεις και μηνύματα. Είχαν ήδη σπεύσει οι κοντινοί της φίλοι να στείλουν ευχές για τα γενέθλιά της, στην Ελλάδα είχε γίνει 29 αρκετές ώρες τώρα και μάλιστα, αυτή η ιδιαίτερη, μοναδική του χρόνου ημέρα των γενεθλίων της κόντευε να τελειώσει πριν καν αρχίσει. «Δεν μοιάζει με γενέθλια…» γκρίνιαξε στον αγαπημένο της, ενώ ετοιμάζονταν να εκδράμουν στους δρόμους της Νέας Υόρκης.

Παραδόξως, δεν ένιωθε καθόλου άσχημα για το «29», για την ακρίβεια της είχε φανεί πολύ πιο ενδιαφέρον από το «28», γιατί το «9» εκβίαζε τον εορτασμό του τελευταίου έτους με το «2» μπροστά και σε αντίθεση με τον τελευταίο χρόνο που σχεδόν καθημερινά σκεφτόταν πόσο έχει μεγαλώσει, τώρα ένιωθε πάλι πολύ νέα.

Με αυτή τη διάθεση έσυρε τον αγαπημένο της σε όλες τις βιτρίνες της 5ης λεωφόρου, έφαγε χωρίς να μετράει καθόλου θερμίδες και κατέληξε στον Πύργο του Τράμπ για Cosmopolitan. Μετά το δεύτερο ή το τρίτο κοκτέιλ, ξαναήπιε milkshake και έφτασε στο σημείο συνάντησής τους, με τη φίλη της και τον Κινέζο.

Ο προαύλιος χώρος έξω από το στάδιο των Nicks είχε γεμίσει οπαδούς με καπέλα και φανέλες μπλέ με πορτοκαλί γράμματα. Χαμογελαστοί, ενθουσιώδεις αλλά ήρεμοι, οι φίλαθλοι προχωρούσαν προς τα μέσα. Ακόμη και την ιερή ημέρα των γενεθλίων της η αφηγήτρια είχε φτάσει στην ώρα της στο ραντεβού, σε αντίθεση με τη φίλη της. Μισή ώρα μετά βρίσκονταν όλοι μαζί μέσα στο στάδιο του NBA, ψάχνοντας για τις θέσεις τους, αλλά ο Κινέζος ήθελε να τους καθυστερήσει κι άλλο. Δεν έφτανε που άργησαν, ήθελε και να κατουρήσει!

Ο αγώνας τελείωσε και είχαν κερδίσει οι Νευορκέζοι, ωστόσο η φιλοξενούμενη ένιωθε ότι η γενέθλια ημέρα της έσβηνε και στην πατρίδα την είχαν ήδη αφήσει πίσω τους όλοι, αλλά εκείνη δεν είχε γενεθλιάσει αρκετά. Ο Κινέζος και η καλή του έφυγαν ολοταχώς μετά τον αγώνα, ενώ τα τουριστάκια έκαναν πρώτα μια βόλτα στο κέντρο. Όταν επέστρεψαν, ο Κινέζος ήταν πίσω από τις φυλλωσιές και παραμόνευε, αλλά δεν τον είχαν πάρει χαμπάρι. Κι όταν άνοιξε η πόρτα, η οικοδέσποινα και η συγκάτοικός της poor Maria την περίμεναν με μια τούρτα-έκπληξη! Το γενέθλιο τραγούδι τη γέμισε χαρά, της την είχαν φέρει για τα καλά. Η τούρτα ήταν τελείως μπαγιάτικη, αλλά δεν έφταιγε αυτό. Την επόμενη ημέρα η αφηγήτρια ξύπνησε τελείως άρρωστη. Ο λαιμός της πονούσε, η μύτη της έτρεχε, τα αφτιά της είχαν βουλώσει.


Ο καιρός επίσης είχε τα χάλια του, κοίταζες έξω και νόμιζες ότι ήταν νύχτα από τα μαύρα σύννεφα που είχαν περικυκλώσει τους ουρανοξύστες, ήταν θέμα λεπτών να ξεσπάσει η μπόρα, αλλά τα τουριστάκια είχαν αποφασίσει να διασχίσουν τη γέφυρα του Brooklyn, ώστε σε 4 ημέρες να τα έχουν δει πράγματι όλα, όπως στόχευαν εξ αρχής κι ας είχαν άλλες 5 ημέρες χωρίς πρόγραμμα, Νέα Υόρκη ήταν αυτή, κάτι θα έβρισκαν να κάνουν…  

10.4.17

#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη Vol3

Η Κυριακή στη Νέα Υόρκη τους βρήκε μέσα σε βάρκα, να τρώνε brezel, στον πηγαιμό για το Άγαλμα της Ελευθερίας και το Έλις Άιλαντ. Ο Κινέζος δεν ήταν σαν τους άλλους κινέζους που έβγαζαν ασταμάτητα φωτογραφίες. Για την ακρίβεια δεν εξέφρασε επιθυμία να βγάλει καμία απολύτως φωτογραφία, φωτογράφιζε μονάχα στη μνήμη του κάθε πολύτιμη στιγμή μαζί της. Ο καυγάς πρέπει να είχε τελειώσει, γιατί τώρα η φίλη της επαναλάμβανε συνέχεια «baby μου, baby μου», αλλά είχε σταματήσει να τον απειλεί ότι θα τον σκοτώσει.

Μετά τη ρομαντική και συνάμα διδακτική κρουαζιέρα, τα ζευγάρια χωρίστηκαν, καθότι τα τουριστάκια θέλησαν να πάνε στο μνημείο της 11ης Σεπτεμβρίου 2001, στο World Trade Center, να περπατήσουν στη Wall Street «και οπωσδήποτε να δείτε τον Ταύρο!», τόνισε ανασηκώνοντας τα φρύδια του, ο Κινέζος.  Τα έκαναν όλα, αν και δεν κατάλαβαν τι νόημα έχει να φωτογραφήσουν τον ταύρο, αργότερα έμαθαν ότι έπρεπε να τον αγγίξουν για καλή τύχη και όχι μόνο να τον φωτογραφήσουν αλλά ήταν πια αργά - κι ύστερα,  αποφάσισαν να μπουν στο μετρό για να επιστρέψουν στο κέντρο, όπου είχαν ένα πολύ σημαντικό για την αφηγήτρια ραντεβού. Αν και θα έλεγε κανείς ότι η πόλη όπως είναι χτισμένη, έτσι και το μετρό της είναι σχεδιασμένο για πανίβλακες, το σύστημα με τις χάρτινες κάρτες μετρό ήταν προβληματικό.

Τα τουριστάκια μπήκαν στο μετρό και στην προσπάθεια να ανανεώσουν την κάρτα που είχαν αγοράσει από το αεροδρόμιο, έχασαν από 3 δολλάρια έκαστος. Στη συνέχεια, ίδρωναν και ξε-ίδρωναν ανεβοκατεβαίνοντας τη σκάλα, αναζητώντας βοήθεια στο πουθενά και η αφηγήτρια άρχισε να βρίζει θεούς και δαίμονες στη γλώσσα της – έντρομοι οι Νευορκέζοι προσπερνούσαν με χαμηλωμένο βλέμμα. Τους κόστισε κάτι παραπάνω, αλλά κατάφεραν να βγάλουν κάρτες και η αφηγήτρια με τσαμπουκά πέρασε στην πλατφόρμα. Ο τουριστάκος όμως σε μια κίνηση αστραπή μπλόκαρε την πόρτα, έχασε άλλη μια φορά τα χρήματά του κι έμεινε να την κοιτάζει αγανακτισμένος, πίσω από τη σιδεριά. Η αφηγήτρια σαν αλλοτινή wonderwoman του άνοιξε από την πόρτα κινδύνου κι εκείνος πέρασε μέσα κόκκινος σαν το παντζάρι. «Έλεος με το μετρό τους, το απαρχαιωμένο!».

Μισή ώρα αργότερα βρίσκονται στη Madison Square, και τρέχουν για να είναι στην ώρα τους στο μπαρ που είχαν δώσει ραντεβού. Επρόκειτο για μια συνάντηση που η αφηγήτρια περίμενε καιρό. Θα συναντούσε την πολυαγαπημένη της Μαργιορί, τη γαλλίδα φίλη της που πέντε χρόνια δεν είχε συναντήσει, από όταν αποχαιρετίστηκαν στην Τουλούζη. Κι εκεί που πίστευε ότι δεν θα την ξανάβλεπε ποτέ, τα έφερε έτσι η ζωή να συναντηθούν σε διακοπές στη Νέα Υόρκη. Ήπιαν τα ποτά τους σε ένα όμορφο Roof Top Bar κι ύστερα γύρισαν στο σπίτι, όπου φυσικά τους ανέμεναν ο Κινέζος με την καλή του.

“I’ll kill you! Ill kill you!”, εξαγριωμένη για ακόμη μια φορά, η φίλη της έσπρωχνε τον Κινέζο ρίχνοντάς τον κάτω από τον καναπέ. Αυτή τη φορά, του έκανε σκηνή ζηλοτυπίας γιατί είχε βρει μια μαύρη μακριά τρίχα μαλλιών στο μπουφάν του. «Πως βρέθηκε η τρίχα στο μπουφάν;», να ρωτάει με γουρλωμένα μάτια, «I cant explain!», έλεγε εκείνος σε κατάσταση ζεν. Η αφηγήτρια, θερμή ελληνίδα και παθιασμένη φίλη, «μα πως you cant explain βρε my friend; Αφού σε κατηγορεί, πως γίνεται να μη θυμώνεις, αν είσαι αθώος?». Ο Κινέζος ανασήκωσε τους ώμους του, «μα δεν με νοιάζει που με κατηγορεί! Αφού την αγαπώ και δεν έχω κάτι να πω!».

Αγανακτισμένη περισσότερο από όλους με αυτήν την κατάσταση, ήταν η ισπανίδα συγκάτοικος της καλής του Κινέζου, που στόμα είχε και μιλιά δεν είχε και μέχρι εκείνη την ώρα, η παρουσία της ήταν καθόλα διακριτική. Βασικά, οι φιλοξενούμενοι δεν την είχαν καν συναντήσει… «ΣΚΑΣΤΕ ΚΟΙΜΑΜΑΙ!», ακούστηκε ξαφνικά μια φωνή από το βάθος του άλλου διαδρόμου, προς το μπάνιο. «Poor Maria!!!», ξεφύσησε η οικοδέσποινα και απευθύνθηκε στον Κινέζο, «την ξύπνησες με τις φωνές σου!». Ο Κινέζος παρέμεινε να κοιτάζει βουβά και να της χαιδεύει το χεράκι. «Άντε, πάμε σπίτι σου να κοιμηθούμε να αφήσουμε και τα παιδιά να ξεκουραστούν!», είπε κοιτάζοντάς τον με καχυποψία.

Την επόμενη ημέρα η αφηγήτρια είχε τα γενέθλιά της και ήταν αποφασισμένη να τα περάσει μεθυσμένη κάπου στην 5η λεωφόρο...


#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη Vol2

Καταρχήν ό,τι έμεινε στο πιάτο έσπευσε να το αποτελειώσει ο Κινέζος. «Και νόμιζα ότι οι Ασιάτες είναι ολιγόφαγοι…», ψιθύρισε η φιλοξενούμενη στον αγαπητικό της. Όταν ήρθε ο λογαριασμός έγινε σαφές γιατί ο Κινέζος έγλειψε τα πιάτα. Σε αυτές τις τιμές, θα έπρεπε να πάρουν και τα σερβίτσια προίκα τους. «Εεε.. βασικά, δεν είναι μόνο αυτά… Είναι και το ταξ και το τιπ». Ο λογαριασμός τώρα φούσκωσε ακόμη περισσότερο, γεγονός που οδήγησε τους φιλοξενούμενους στη λύση του Mc Donald.

Μετά το γεύμα αποφάσισαν να κάνουν μια οικονομικότερη τουριστική δραστηριότητα. Περπάτησαν όλο το Highline μέχρι το Central Park. Πρώτο μέλημα του Κινέζου, όλες τις ώρες που διήρκεσε η βόλτα, ήταν να κουκουλώνει την καλή του στην κυριολεξία, καθότι ο αέρας της κατέβαζε την κουκούλα του μπουφάν και υπήρχε κίνδυνος να πουντιάσει. Κάθε λίγο και λιγάκι, άπλωνε στοργικά το χέρι του και επανατοποθετούσε την κουκούλα στο κεφάλι της, ενόσω εκείνη άνοιγε το βήμα, περπατούσε και κοίταζε στην ευθεία της νευρικά. «Baby μου, I ‘ll kill you!», τον απειλούσε άλλοτε πιο παιχνιδιάρικα κι άλλοτε πιο θυμωμένα. Στο τέλος της διαδρομής ένιωθαν τα στομάχια τους άδεια, σαν να μην έφαγαν ποτέ τίποτε.

Αν και οι τρεις από τους τέσσερις ήταν Έλληνες, είχαν καταβάλλει κάθε δυνατή προσπάθεια να επικοινωνούν στα αγγλικά, για να μπορεί να παρακολουθήσει ο Κινέζος. Τις περισσότερες φορές όμως, παρότι οι φιλοξενούμενοι θέλανε πολύ να σχολιάσουν στα ελληνικά, όπως κάθε σωστός ελληνάρας, ο Κινέζος έδειχνε αδιάφορος προς τα λεγόμενά τους, σε όποια γλώσσα κι αν ήταν αυτά. Βυθιζόταν μέσα στο κινητό του και που και που διέκοπτε, για να δείξει στην καλή του, «Oh no, baby, another Chinese video? Baby, I’ll kill you! I’ll kill you!». Η καλή του δυσανασχετούσε, μα η φιλοξενούμενή της που την ήξερε πολλά χρόνια και πολύ καλά, δεν μπορούσε να διαβάσει πραγματικό θυμό στη φωνή της. Οι φιλοξενούμενοι συνέχισαν τη βόλτα, ενώ οι ερωτευμένοι επέστρεψαν στο σπίτι.

«Να πιούμε μια κόκα κόλα στην Times Square!», πρότεινε ο φιλοξενούμενος. Πράγματι, τα τουριστάκια έβγαλαν αμέτρητες σέλφι στην πλατεία, πίνοντας κόκακόλα και κάνοντας αστειάκια και αργά το βράδυ επέστρεψαν στο σπίτι, κατηφορίζοντας την 6η λεωφόρο και όχι λοξά, όπως τους έδειξε ο Κινέζος το προηγούμενο βράδυ. Τους φάνηκε πιο απλή η επιστροφή, ή απλώς ήταν πιο ξεκούραστοι από την προηγουμένη, που είχαν ταξιδέψει.

Όταν μπήκαν πια στο σπίτι, θα ήταν 10 το βράδυ, ο Κινέζος ήταν σκαρφαλωμένος στο παράθυρο του 14ου ορόφου και φυσούσε απαλά τον καπνό του τσιγάρου του προς τα έξω. Η καλή του πήγαινε κι ερχόταν στο διάδρομο της κουζίνας, κρατώντας μια τεκίλα στο χέρι και τον μάλωνε για κάποια σοβαρή παράβαση, τα τουριστάκια δεν είχαν καταλάβει τι ακριβώς, αλλά εκείνος παρέμενε ζεν. «Τι πρόβλημα υπάρχει;», ρώτησε η φιλοξενούμενη δειλά, όταν ο Κινέζος είχε πια απομακρυνθεί για να επισκεφθεί το λουτρό. «Α, τίποτα… Μάλλον είμαστε πολύ ερωτευμένοι, γι’ αυτό μαλώνουμε συνέχεια!», της απάντησε γλυκά η φίλη της.

Το δεύτερο βράδυ στη Νέα Υόρκη, οι φιλοξενούμενοι έπεσαν ξεροί στο κρεβάτι τους για ύπνο από τις 11 και τους νανούριζε μια φωνούλα από το σαλόνι, πίσω από την κλειστή πόρτα, «Baby μου, I’ll kill you! I’ll kill you!».

#zednyc: Έρωτας στη Νέα Υόρκη Vol1

Όλα ξεκίνησαν στο Grand Central Terminal... σαν πρώτο ραντεβού άλλης εποχής, αντάλλαξαν ένα πεταχτό φιλί μπροστά από το ρολόι και κάτω από το ζωγραφισμένο ουρανό στο ταβάνι της αίθουσας... τόσο ρομαντικά, τόσο αμερικανικά. Κάθισαν αντικριστά λίγο παραπέρα, για ένα γεύμα κλασικά αμερικανικό, μπέργκερ και μίλκ σέηκ.

Ο Κινέζος έτρωγε χωρίς να μιλάει. Με το αριστερό χέρι κρατούσε λαίμαργα το μπέργκερ και με το δεξί, σφιχτά αλλά σταθερά, το χέρι της καλής του. «Μπέιμπι μου, αλ κίλ γιου!», του είπε εκείνη γλυκά, οι νεοφερμένοι φιλοξενούμενοι κοιτάχτηκαν φευγαλέα νομίζοντας ότι παράκουσαν.
Ύστερα χέρι-χέρι περπάτησαν όλη τη Νέα Υόρκη, περνώντας από το παγοδρόμιο του Rockefeller, κατεβαίνοντας προς την Time Square, όπου ήπιαν μια κοακόλα για τη χώνεψη. Χάζεψαν λίγο τις φωτεινές διαφημίσεις και λίγο πριν την κρίση επιληψίας συνέχισαν τη βόλτα τους κατηφορίζοντας προς το Empire Building. Ήταν όμορφα φωτισμένο σε χρώμα πορφυρό. Το φωτογράφισαν κι αυτό και συνέχισαν, διέσχισαν τη γραφική Madison Square και κοντοστάθηκαν για να φωτογραφηθούν μπροστά από το Flatiron. Είχαν δει σχεδόν τα πάντα από Νέα Υόρκη σε μόλις μια βόλτα.

Επέστρεψαν σώοι και ασφαλείς με τα ποδαράκια τους, διασχίζοντας λοξά σαν τα καβούρια τους δρόμους, μια αρχαία κινέζικη μέθοδος παράκαμψης που κάνει το Μανχάταν να φαίνεται μικρό σαν τα Κουφονήσια.

Την επόμενη ημέρα και κάτω από το φως του ήλιου, αντίκρισαν μια άλλη Νέα Υόρκη, νοτιοανατολικά του Μανχάταν, όπου η πόλη δεν θύμιζε σε τίποτε το busy υπερκέντρο. Οι δρόμοι και οι πλατείες γέμισαν από ανθρώπους που πήγαιναν τα σκυλιά τους βόλτα. Όλοι έσκυβαν να μαζέψουν τα «δωράκια» των σκύλων τους και τα πεζοδρόμια ήταν πεντακάθαρα. Ντυμένοι αθλητικά, οι περισσότεροι, βάδιζαν σε ταχείς ρυθμούς προς κάθε κατεύθυνση, πολλοί από αυτούς βαστάζοντας στο χέρι ένα ρόφημα, σαν να μην υπήρχε χρόνος για χάσιμο. Η ουρά στην καφετέρια της γωνίας φαινόταν μεγάλη, όμως η σειρά τους έφτασε τόσο γρήγορα που ούτε πρόλαβαν να διαλέξουν τι θα φάνε και τι θα πιούνε. Αυτή η καθυστέρηση προκάλεσε νεύρα στην ταμεία που ταυτοχρόνως έπαιρνε παραγγελίες. Από τη βιασύνη της κατάλαβε τα μισά που της είπαν. «Μα γιατί βιάζονται τόσο;», απόρησε εκείνος, ενώ εκείνη ήταν απασχολημένη με το να μετράει τα δολάρια στην τσέπη της.

Στο μεταξύ, στην άλλη πλευρά της πόλης, ο Κινέζος και η καλή του θα πήγαιναν για αγορές στην ChinaTown, προκειμένου ο Κινέζος να φτιάξει μια από τις χιλιάδες σπεσιαλιτέ του στους φιλοξενούμενους. Ωστόσο, η καλή του είχε ξυπνήσει φτιαγμένη για καβγά κι έτσι, σαν ερωτευμένοι πιγκουίνοι, άρχισαν να καυγαδίζουν δίχως τέλος και ούτε για ψώνια πήγαν, ούτε τους φιλοξενούμενους συνόδευσαν στην πρωινή βόλτα τους στη West side, παρά τους συνάντησαν στο Chelsea Market ώρες μετά για φαγητό.


«Μπέιμπι, αλ κίλ γιου!», του έλεγε κάθε λίγο και λιγάκι, αλλά εκείνος δεν έχανε την όρεξή του. Με τη συνήθη κινέζικη έκφραση που ούτε φαίνεται να χαίρεται μα ούτε και να λυπάται, συνέχισε να ρουφάει σιωπηλά τα μακαρόνια του. Φαινόταν κατσαδιασμένος, αλλά είχε επιλέξει να κάνει τον κινέζο, με μεγάλη επιτυχία…

22.3.17

Οι πινακίδες έκαναν φτερά!



Η Μπέμπα ήταν κατσούφα από το πρωί. Κλώτσησε με δύναμη τα σκεπάσματα και βρόντηξε την εξώπορτα, όταν λίγη ώρα μετά έφευγε από το σπίτι για να πάει να πληρώσει το πρόστιμο του αυτοκινήτου. Άλλα δύο ημερομίσθια θα πήγαιναν χαμένα… Τουλάχιστον, θα παραλάμβανε πίσω τις πινακίδες της, χωρίς τις οποίες ένιωθε ανήμπορη δύο εβδομάδες τώρα.

 Φυσικά, η Μπέμπα δεν διέθετε ποδήλατο, ούτε πατίνι, επομένως δανείστηκε το αυτοκίνητο της μικρής της αδελφής για να μετακινηθεί. Έφτασε έξω από το αστυνομικό τμήμα, κι αφού είχε κάνει δέκα κύκλους να βρει να παρκάρει, ως εκ θαύματος  εκείνη την ώρα έφευγε ένας κύριος που είχε διπλοπαρκάρει σχεδόν απ’ έξω. Η Μπέμπα, δίχως να χάσει δευτερόλεπτο, άναψε τα αλάρμ και μόλις η θέση απελευθερώθηκε μπήκε με τα μπούνια. Ήταν μεγάλη τύχη, γιατί δεν υπήρχε καμία ελεύθερη θέση parking σε όλο το τετράγωνο και από τα διπλοπαρκαρισμένα επίσης δεν κουνιόταν φύλλο.
Άφησε ανοιχτά τα αλάρμ και ανέβηκε δύο δύο τα σκαλάκια. Χαρτογραφώντας το χώρο εντόπισε το γραφείο στο οποίο έπρεπε να απευθυνθεί. Σιχαμένο, μέσα στη βρώμα, το γραφείο θαρρείς πως είχε να καθαριστεί από όταν πρωτοχτίστικε, σιχαινόσουν να ακουμπήσεις. Ο αστυνόμος ήταν σκυθρωπός, την κοιτούσε λοξά σαν να επρόκειτο για την έσχατη παράβαση του ΚΟΚ, της μιλούσε στον ενικό σα να ήταν ο μπάρμπας της, ωστόσο η διαδικασία δεν διήρκησε παρά μόλις λίγα λεπτά, η Μπέμπα υπέγραψε ένα βρωμόχαρτο και παρέλαβε τις πινακίδες της με λαχτάρα.

Τώρα, μπορούσε επιτέλους να συνεχιστεί η ζωή όπως την ήξερε, να πηγαίνει αυτόνομα στις δουλειές της, να μεταφέρει ό,τι και όποιον θέλει, όποτε θέλει, ακόμη και το να πληρώνει για βενζίνη της έμοιαζε ευχάριστο. Έκλεισε τα μάτια, ο ήλιος ήταν εκτυφλωτικός, πήρε μια βαθιά αναπνοή και έβγαλε το κλειδί από την τσέπη. Όταν άνοιξε τα μάτια, είδε ένα ροζ χαρτάκι να ανεμίζει στο παρμπρίζ του αυτοκινήτου της αδερφής της κι αμέσως γύρισε το βλέμμα τις στις πινακίδες. Η Μπέμπα γούρλωσε τα μάτια της τόσο πολύ που νόμιζε κανείς ότι θα πεταχτούν έξω. Μικρές κόκκινες φλεβίτσες άρχισαν να εμφανίζονται στο ασπράδι των γουρλωμένων ματιών της, ενώ την ίδια στιγμή τα ρουθούνια της είχαν ανοίξει διάπλατα, έτοιμα να ρουφήξουν όλο το διαθέσιμο οξυγόνο του σημείο όπου βρισκόταν. Οι πινακίδες έλειπαν! Για μια στιγμή, σκέφτηκε να φορέσει στο αμάξι της αδελφής της τις δικές της πινακίδες, που κρατούσε στα χέρια. Άραγε θα το καταλάβαινε κανείς;

Τελικά έκανε στροφή και όρμησε μέσα στο αστυνομικό τμήμα σαν μανιασμένος ταύρος, βρόντηξε κοφτά το χέρι της στο γραφείο του αστυνόμου και αφηγήθηκε απελπισμένη το πάθημά της. «Ήρθα να πάρω τις πινακίδες μου με το αμάξι της αδερφής μου και παίρνετε και τις δικές της πινακίδες; ΤΙ ΦΑΣΗ;». Οργισμένη και εξουθενωμένη πλήρωσε και τη νέα κλήση και έφυγε βλαστημώντας.

Το αμάξι επέστρεψε χωρίς πινακίδες φυσικά, γιατί σε κάτι τέτοια είμαστε «Ευρωπαίοι».

7.2.17

Η Σούτκεης & η τρεχάλα στον Υμηττό



Ήταν ένα παγωμένο βράδυ του Ιανουαρίου, όπως όλα τα προηγούμενα, στο μικρό σπίτι στον Υμηττό. H Σούτκεης καθόταν αναπαυτικά στο κρεβάτι κρατώντας το μωρό της αγκαλιά. Στο διάδρομο των υπνοδωματίων ήταν ξαπλωμένοι ο Φοίβος και ο Μέρφι, με τις μουσούδες τους ο ένας πάνω στον άλλον.

Η γλυκιά Σούτκεης σιγοτραγουδούσε ένα νανούρισμα, τα μάτια του μικρού νεσεσσερακίου είχαν γλαρώσει για τα καλά. Σε λίγο θα γλίστραγαν μαζί, έτσι αγκαλιασμένες, μέσα από τα σκεπάσματα και θα έπεφταν σε βαθύ ύπνο, που τον είχαν και οι δυό τους τόσο πολύ ανάγκη.

Λίγο πριν να κλείσουν τα μάτια τους ο Μέρφι άρχισε να σφυρίζει ανυπόμονα μια υποψία κλαψουρίσματος. Κοντοζύγωνε η ώρα να επιστρέψει στο σπίτι το Big Boss του, η κολώνα του σπιτιού, ο στοργικός σύζυγος και χαζομπαμπάς, ονόματι Μπιλ. Η Σούτκεης σηκώθηκε αργά αργά, βαστάζοντας στα δυό της χέρια το κοιμισμένο πλέον νεσσεσεράκι.  Έκανε τα χέρια της σαν κούνια μπλέκοντας τα δάχτυλά της σαν γόρδιους δεσμούς, ώστε το μωρό να μην καταλάβει τη μετάβαση από το δωμάτιο στο χωλ. Ο Μέρφι τώρα ρουθούνιζε στην πόρτα και κουνούσε ζωηρά την ουρίτσα του. Η Σούτκεης, ξυπόλυτη διέσχισε το διάδρομο και έχοντας πάντα το νεσσεσεράκι αγκαλιά της, σηκώνοντας το πόδι προς το ταβάνι, άνοιξε την εξώπορτα λυγίζοντας τα δαχτυλάκια των ποδιών της. Όμως ο Μπιλ δεν είχε επιστρέψει ακόμη –false alert, αντιθέτως ή η πόρτα της μικρής αυλής ήταν άνοιχτη, ένας θεός ξέρει το πώς. Ο Μέρφι με ένα σάλτο πήδηξε τα σκαλάκια κι άρχισε να τρέχει… 

Βγήκε από την πόρτα και πέρασε το δρόμο, δεν σταμάτησε ούτε για να κατουρήσει τη γλάστρα κι έγινε άφαντος. Η Σούτκεης έπαθε πανικό. Κοίταξε γύρω της, κοίταξε πάνω της το κοιμισμένο νεσεσσεράκι, «δεν υπάρχει λύση!», είπε δυνατά στον εαυτό της κι άρχισε να τρέχει παίρνοντας το Μέρφι στο κατόπι. Το κρύο ήταν τσουχτερό, μα δεν την έμελλε. Η Σούτκεης έτρεχε με ιλιγγιώδη ταχύτητα πίσω από το τετράποδο, με το μωρό αγκαλιά, μη μπορώντας να ξεμπλέξει καθόλου κανένα από τα χέρια της, ξυπόλυτη και φορώντας μόνο ένα δαντελωτό βρακί πάνω από την ξέχειλη φανέλα.

Καθώς ανηφόριζε προς το πάρκο, συνειδητοποίησε ότι τρέχει με το βρακί στη γειτονιά σα να την κυνηγούσε το χτικιό, αλλά επαναλάμβανε συνέχεια στον εαυτό της.  «Τρέχα, δεν υπάρχει άλλη λύση!». Μπήκε στο πάρκο αλαφιασμένη, ο Μέρφι είχε κοντοσταθεί σε ένα δέντρο να κάνει πιπί του. Γκράουπ! Και η Σούτκεης που τώρα νιώθει τις ξερές πευκοβελόνες κάτω από τα πόδια να τη γαργαλάνε, βουτάει όπως όπως το Μέρφι από το κολιέ του. Το νεσεσσεράκι, που τώρα κρεμόταν σαν μαϊμουδάκι από το ένα της χέρι, έχει ξυπνήσει για τα καλά και κοιτάζει αποσβολωμένο γύρω του.


Η Σούτκεης πήρε το δρόμο του γυρισμού, χωρίς καμία βιασύνη, άλλωστε δύο τετράγωνα ακόμη και θα έφτανε πίσω στη ζεστή φωλιά της με το απολωλώς Μέρφι και ούτε γάτα ούτε ζημιά. Τι κι αν οι πατούσες της είχαν γίνει κατάμαυρες, τι κι αν πίσω από τα παράθυρα στραυροκοπιώντουσαν οι γριές στη θέα του δαντελωτού βρακιού, η αποστολή Μέρφι Ρέσκιου είχε στεφθεί με επιτυχία. Και φυσικά όπως κάθε Ελληνίδα μάνα, έτσι και η Σούτκεης, δεν την πείραξε το ημίγυμνο τρεχαλητό μέσα στο κρύο, ούτε η μαύρη πατούσα, αλλά γύρισε θυμωμένη προς το Μέρφι και είπε, «ωραία! Και τώρα ποιος θα ξανακοιμήσει το μωρό, Ε?Ε?». 

3.7.16

Η Συμμορία του Μαρκαδόρου - Απλήρωτοι Λογαριασμοί vol2

-       


  Θέλετε να παντρευτείτε;, ρώτησε ο Κοντός χωρίς να χρωματίζει τη φωνή του, όμως ήλπιζε να μπορούσε να καθοδηγήσει το μυαλό όλων των γυναικών του πλανήτη στο «όχι».

Η Τσίχλα χάιδεψε λίγο τη φράντζα της κοιτάζοντας στο κενό… Ξεκίνησε με «Κοίτα να δεις…», η σκέψη της δεν είχε ολοκληρωθεί, δεν ήταν σίγουρη για την απάντησή της παρότι είχε ήδη αρχίσει να την ξεστομίζει… Βεβαίως η Τσίχλα δεν θα μπορούσε παρά να δώσει δύσπιστες, περίεργες, δύσκολες, αμφιλεγόμενες, διπλής ανάγνωσης και τριπλής σκέψης απαντήσεις: Ίσως…δεν ξέρω…δεν είμαι σίγουρη, μπορεί ναι κάποια στιγμή αλλά όχι τώρα… Δε νομίζω…Μπα…Μάλλον όχι…». Η Αρχιμαφιόζα συμφώνησε στο «σίγουρα όχι ακόμα», αλλά και «μήπως δεν μας έρθει και ποτέ η επιθυμία τελικά». Φυσικά όσο πιο κοντά στο γάμο είναι κανείς, τόσο πιο φρικτή μπορεί να γίνει η ιδέα του, κι έτσι ο πιο φανατισμένος κατά του γάμου παρέμενε ο Κοντός, μιας που ήταν ο μόνος που γυρίζοντας πίσω στο σπίτι θα είχε κάποιον να τον περιμένει. Ο Κοντός συζούσε με έναν Μάγειρα, σοβαρό παιδί και μετρημένο, διατεθειμένο να ταξιδέψει στην άλλη άκρη της γης για να τον παντρευτεί. Όμως όχι, ο γάμος δεν τον ενδιέφερε τον Κοντό.

-          Δεν σας λείπουν οι περιπέτειες; Οι αποστολές μας στην Τουλούζ; Δεν νιώθετε καλύτερα όταν ζείτε επικίνδυνα; Δεν χαίρεστε όταν είστε ζαβολιάρες, ύπουλες και κακές;! Ο Κοντός ξεκίνησε τις ερωτήσεις ανέκφραστος και άχρωμος όπως προείπαμε, αλλά στο τέλος παρασύρθηκε σε μια λογοδιάρροια και σαν τον παλιό καλό καιρό βρέθηκε πάνω στο σκαμπό με τεντωμένο το χέρι στο ταβάνι και το δείκτη να πετάγεται να σου βγάλει το μάτι άπαξ και δεν συμφωνούσες με το τσιτάτο του. Ύστερα όμως απογοητευμένος κατέβηκε και ξανάκατσε σα σωστή δεσποινίς, άλλωστε μη ξεχνάμε ότι σε αυτή μας την ιστορία φορούσε την αλεξίσφαιρη ροζ φουστανέλα. 


Η Τσίχλα σταμάτησε να χαϊδεύει αμήχανα το στόμιο του ποτηριού της και ομολόγησε. «Δεν είμαι ούτε εγώ καλά. Δεν είμαι αυτή που ήμουν. Έχω χάσει τις δυνάμεις μου, θυμώνω με τον εαυτό μου, αλλά είναι αλήθεια. Τόσους μήνες είμαι χωμένη σε μια εταιρεία και προσπαθώ να χακάρω το σύστημά τους…». Η Αρχιμαφιόζα γέλασε δυνατά, «να το χακάρεις;», τη ρώτησε. «Ξέρεις..όχι ακριβώς… Να το χαλάσω κυρίως.  Σε άλλες εποχές θα αρκούσε ένα απλό άγγιγμα στον σέρβερ. Δεν έχω τις δυνάμεις πια, έπαψα να πιστεύω στον εαυτό μου…». Ο Κοντός απεφάνθη ότι αυτό είναι αποτέλεσμα της Αθηναικής ρουτίνας. «Έχουμε βαλτώσει! Οι αποστολές μας είναι φόλες! Καμία ζαβολιά, κανένας φόνος, κανένας μαφιόζος και για όλα φταίει ο γάμος!», επέμενε. «Μα αφού δεν έχουμε παντρευτεί;», παραπονέθηκε η Τσίχλα. «Ναι αλλά το σκέφτεσαι. Το κρυφοεπιθυμείς. Παντρεύονται όλοι γύρω σου και νομίζεις ότι πρέπει να κάνεις το ίδιο για να πιστέψεις ότι κάτι πέτυχες στη ζωή σου, αφού σαν πράκτορας απέτυχες». Η Τσίχλα παρεξηγήθηκε, «δεν απέτυχα σαν πράκτορας!». Ο Κοντός που σε άλλες περιπτώσεις θα είχε γίνει πυρ και μανία για να περάσει το δικό του, ανακάθισε χαλαρά, ακούμπησε την πλάτη πίσω στο τζάμι… «Τόσα όνειρα… Τόσες φιλοδοξίες… Τόσα "ο Εντουάρ είναι Κονάρ" γραμμένα με μπλέ μαρκαδόρο...Άπατα όλα», είπε…

1.7.16

Η Συμμορία του Μαρκαδόρου – Απλήρωτοι Λογαριασμοί vol1



Το ραντεβού ήταν προγραμματισμένο για τις 21:30. Τοποθεσία: Πλατεία Συντάγματος. Η Αρχιμαφιόζα, λίγο γερασμένη ωστόσο ντυμένη έξαλλα και νεανικά όπως πάντα, κατέφθασε πρώτη στο σημείο συνάντησης. Κοίταζε γύρω της ανήσυχα. Η ώρα περνούσε, ο Κοντός και η Τσίχλα δεν εμφανίζονταν από πουθενά. Άραγε θα την αναγνώριζαν; Είχαν ήδη περάσει κοντά 4 χρόνια από την τελευταία τους αποστολή στην Τουλούζη κι είχαν βρεθεί 1-2 φορές στις «εκλογές» της Εταιρείας, χωρίς όμως να ανταλλάξουν πολλές κουβέντες. 

«Είμαι ντυμένη μεταλλαγμένη ροκού. Σε περιμένω στα σκαλάκια.», έστειλε αυτοκαταστρεφόμενο μήνυμα στον Κοντό. Λίγο μετά ένας νεαρός άνδρας την πλησίασε… «Μήπως σας περισσεύει ένα τσιγάρο;». Η Αρχιμαφιόζα δεν μίλησε καθόλου. Τον εξερεύνησε κοιτάζοντας βαθιά μέσα στα μάτια, άνοιξε την τσάντα και του έδωσε ανέκφραστα ένα τσιγάρο, από τα δηλητηριώδη που κουβαλάει πάντα μαζί. Θα θυμάστε βεβαίως το τρομερό δηλητήριο «Λινού»… Είχε πλέον βγει και σε συσκευασία καπνού. 

(για όποιον δεν θυμάται τίποτα από όσα αναφέραμε ήδη… γρήγορα πίσω στις παλιές αποστολές της συμμορίας)

«Ελάτε γρήγορα. Μου ζήτησαν τσιγάρο στον πληθυντικό. Κινδυνεύω», ειδοποίησε η Αρχιμαφιόζα. Ο Κοντός βρισκόταν όπως συνήθιζε πάντοτε, κρυμμένος σε ένα ντουλάπι, αυτή τη φορά στο δικηγορικό γραφείο του κύριου Μεταλλά τον οποίο και παρακολουθούσε. «Δεν μπορώ να φύγω, είναι ακόμα εδώ αυτός… Βλέπω να αργώ. Πάρε την Τσίχλα». Ο Μεταλλάς ήταν διαπρεπής μεγαλοδικηγόρος, με πολλά όμως σκοτεινά μυστικά. Ο Κοντός έπρεπε να μάθει τι ήταν αυτό που έκρυβε διακαώς, ώστε ακόμη και την P.A. του έδιωχνε από το γραφείο, όταν μιλούσε στο τηλέφωνο. Η Αρχιμαφιόζα κάλεσε την Τσίχλα. «Είμαι πίσω από το συντριβάνι… Ή μήπως είμαι μπροστά; Δεν ξέρω…», μονολογούσε στο τηλέφωνο. «Πίσω ή μπροστά είσαι;», τη ρωτάει η Αρχιμαφιόζα που έχει αρχίσει να πλησιάζει δειλά δειλά το συντριβάνι. «Και πίσω και μπροστά…», είπε αινιγματικα η Τσίχλα. Τους πήρε ώρα να συνεννοηθούν αλλά στο τέλος κατάφεραν να βρουν η μια την άλλη. Πλέον δεν είχαν στέκι… Δεν υπήρχε Αθηναική Τιρέζ (La Tireuse). Κάθισαν σε ένα και καλά wine bar και περιμένοντας τον Κοντό άρχισαν να μπεκροπίνουν άφθονα κρασί, όπως παλιά.


Λίγα λίτρα κρασί μετά εμφανίστηκε και ο Κοντός με μια ροζ φουστανέλα, ασορτί τσάντα, μαλλιά μακριά και όπως πάντα σουφρωμένα χείλη έτοιμα να εκτοξεύσουν βρισιά. «Ποιος είχε την ιδέα να ξαναβρεθούμε;», αναρωτήθηκε φωναχτά η Αρχιμαφιόζα. Πράγματι κανείς τους δεν θυμόταν ποιος είχε ξεκινήσει αυτή την ιστορία… «Μήπως η Βιολέτα Λώρενς πάλι πλέκει το νήμα; Πάλι μας παίζει αυτή η ξινιόλα;», είπε η Αρχιμαφιόζα έξαλλη. Ήταν κουρασμένη πια για επικίνδυνες αποστολές. «Όχι. Αποκλείεται. Η Βιολέτα νοικοκυρεύτηκε. Πάει για γάμο και παιδιά», είπε ο Κοντός σουφρώνοντας τα χείλη του με τρόπο που δήλωνε ότι για έναν κατάσκοπο το νοικοκύρεμα δεν είναι παρά μια φρικτή μικροαστική κατάντια. 

Η Τσίχλα που για πρώτη φορά δεν μασούσε τσίχλα, καθόταν σκεπτική χαϊδεύοντας νευρικά τη φράντζα της (γιατί κάποια πράγματα δεν αλλάζουν ποτέ…). Και ξαφνικά εκεί που έχουν ξενερώσει και βαριούνται και είναι πέρα για πέρα προφανές ότι καθόλου δεν είχαν λείψει ο ένας στον άλλον, πλησίασε αθόρυβα η σερβιτόρα… Έσκυψε πάνω από τα κεφάλια τους και τους είπε συνωμοτικά… «Έχω έναν απλήρωτο λογαριασμό…», έκλεισε και το μάτι, «θα…το χρεώσω σε εσάς γιατί είναι μεγάλος…». Η Συμμορία του Μπλε Μαρκαδόρου έπιασε αμέσως το νόημα. Παρήγγειλαν και άλλα κρασιά, μια δύσκολη νύχτα θα ξημέρωνε και για τους 3 τους…

9.6.16

Ένα ευτυχές γεγονός vol3



"Έφτασε η ώρα!", είπε η Σούτκεης και με ολόκληρο στρατό που και η Νταινάρις Ταγκάριεν θα ζήλευε, κατευθύνθηκαν προς την αίθουσα όπου κρατείτο το μπεμπουλίνι. Στο εξής θα λέγεται Νεσεσεράκι -ως υπομονάδα της βαλιτσούλας. Ο σύζυγος, τα συμπεθέρια, τα αδέλφια, οι συνυφάδες και οι κουμπάροι πήγαν να θαυμάσουν τα σπάνια κάλλη του Νεσεσερακίου. "Οι γονείς από εδώ...οι υπόλοιποι θα το δείτε από το τζάμι!", έδωσε τις οδηγίες η χοντρή κυρία.

Ααα, τι καλά, σκέφτηκε η αφηγήτρια, όπως στις ταινίες, τα βάζουν σε βιτρίνα. Όμως η χοντρή κυρία άπλωσε το δείκτη της προς μια πόρτα που οδηγούσε σε μπαλκόνι. Σύσσωμο το σόι βγήκε στο μπαλκόνι κι άρχισε να ακολουθεί πλακάκι πλακάκι το δρόμο που οδηγούσε στη βιτρίνα. "Αυτό δεν το έχω ξαναδεί...", σχολίασε η αφηγήτρια. Συνοφρυωμένη η γιαγιά α' σχολίασε κοφτά "ούτε κι εγώ!". Όλη η μουρμούρα σταμάτησε μπροστά από το 34ο πλακάκι, όταν η μια από τις δύο συνυφάδες κοντοστάθηκε μπροστά από ένα τζάμι, "να! αυτό είναι το νεσεσεράκι!". Με μια φωνή αναφώνησαν όλοι "awwww, so cute!", αλλά λίγο μετά, η γιαγιά β' αναγνώρισε το πραγματικό νεσεσεράκι, "καλέ που κοιτάτε!?αυτό εκεί είναι το μωρό μας!". Ευτυχώς το δικό μας ήταν πιο όμορφο από αυτό που κοιτούσαμε προηγουμένως.

Μάγουλο βερίκοκο, νυχάκια  τέλεια και ροζ σαν μόλις να είχε βγει από το μανικιουράδικο και μαλλί πλούσιο, όχι σαν το άλλο το καραφλό. Το νεσεσεράκι ήταν επιτέλους στην αγκαλίτσα των γονιών του και ο στρατός της Σούτκεης και του Συζύγου αποχώρησε διακριτικά.

Η αναστάτωση είχε πια τελειώσει, τα προβλήματα λύθηκαν και το νεσεσεράκι θα κοιμόταν επιτέλους στο δωμάτιο με τους γονείς του... "Και τώρα τι;", είπε η Σούτκεης κοιτάζοντας το Σύζυγο, που στο εξής θα αναφέρεται ως Χαζομπαμπάς. Και τώρα το νεσεσεράκι άνοιγε σιγά σιγά τα μάτια του... Κι έψαχνε τις μυρωδιές και αναγνώριζε τις φωνές τους κι από την επομένη θα ήταν στο σπίτι του...

Και έζησαν αυτοί καλά και το νεσεσεράκι καλύτερα!



ΝΑ ΜΑΣ ΖΗΣΕΙ!!!

8.6.16

Ένα ευτυχές γεγονός vol2

Τα παρακάτω γεγονότα έχουν διαδραματιστεί σε 2 δημόσια μαιευτήρια της Αττικής.



Οι ώρες πέρασαν κι ούτε που το κατάλαβαν, ώσπου ακούστηκε επιτέλους το πρώτο κλάμα του μωρού, που νομίζεις ότι το σφάζουν ή ότι το πνίγουν, αλλά που εάν είσαι ο γονιός το ακούς σαν την πιο γλυκιά μελωδία. Κλάματα με λυγμούς, συγκίνηση, χαμός, ο Σύζυγος έκοψε τον ομφάλιο λώρο και η καρδιά της Σούτκεης πήγε να σπάσει στην κυριολεξία…

«Θα σπάσει η καρδιά μου», έλεγε και ξανάλεγε η Σούτκεης στις νοσηλεύτριες, ενόσω ο Σύζυγος πήγε να ενημερώσει γονείς και φίλους και να λιποθυμήσει ΕΠΙΤΕΛΟΥΣ με την ησυχία του. «Τίποτα δεν παθαίνεις», έλεγε μέσα από τα δόντια η μαία που πήγαινε κι ερχόταν και βλέφαρο δεν έριχνε στη λεχώνα. Στο μεταξύ το μπεμπουλίνι μεταφέρθηκε στη Μονάδα για τυπική παρακολούθηση, και όλο το μαιευτήριο αναφερόταν στο περιστατικό ως «ο φυσιολογικός τοκετός». Τόσο σπάνιο είναι στις ημέρες μας να γεννήσει γυναίκα φυσιολογικά.

«Την άκουσα καλέ σας λέω, έκανε κράκ!», επέμενε η Σούτκεης. Σιγή ιχθύος από τη νοσηλευτική, η Σούτκεης ένιωθε όπως σε εκείνα τα τρομακτικά όνειρα που θες να τρέξεις αλλά δεν μπορείς, που θες να μιλήσεις αλλά δεν σε ακούνε… «ΧΑΝΟΜΑΙ!», βροντοφώναξε με όση ψυχή της είχε απομείνει και τότε επιτέλους της έδωσαν σημασία. Κι όχι της έδωσαν σημασία, αλλά έκαναν τα αδύνατα δυνατά να την ξεφορτωθούν,  να την «μπάσουν» σε άλλο νοσοκομείο μη και τους μείνει στα χέρια και τους βγάλουν στα κανάλια! Απεργούσαν εντωμεταξύ οι γιατροί του δημοσίου και λειτουργούσαν με προσωπικό έκτακτης ανάγκης και σαν να μη τους έφτανε αυτό, είχαν και το φυσιολογικό τοκετό πάνω από το κεφάλι τους, σπάνιο περιστατικό σου λέει.

Τα δύο επόμενα βράδια ήταν λίγο δυσάρεστα. Η Σούτκεης στο ένα νοσοκομείο, το μπεμπουλίνι στο άλλο νοσοκομείο και ο Σύζυγος να κάνει σκυταλοδρομίες από το ένα στο άλλο κι από εκεί στο σπίτι και πάλι πίσω… και στο ενδιάμεσο το τηλέφωνο σκουλαρίκι να ενημερώνει πεθερικά, γονείς, κουμπάρους και φίλους. Την τρίτη ημέρα όμως, η Σούτκεης επέστρεψε στο αρχικό νοσοκομείο σκουντουφλώντας για ακόμη μια φορά στο γραφειοκρατικό τείχος του δημοσίου. Έπρεπε τώρα να αποδείξει ότι εκείνη είναι η μάνα του μωρού, ώστε να της το δώσουν εισητήριο. «Καλέ εγώ είμαι σας λέω, η Σούτκεης! Δεν είμαι ελέφαντας!». Στο γραφείο κίνησης την κοίταζαν με δυσπιστία. "Όχι, Μπάμπη, ελέφαντας είναι η κυρία...", επέμενε η Σούλα.

Με τα πολλά, πίστεψαν ότι είναι αυτή που λέει, αλλά πάλι δεν της έδιναν το μωρό, γιατί υπήρχαν ένα σωρό διαδικασίες και κωλύματα και ο Σύζυγος δεν άντεξε και τους ξέχεσε όλους. Η Σούτκεης άρχισε να σκέφτεται χίλιους και έναν τρόπους να αποδράσει από το νοσοκομείο με το μωρό και να μη δώσει λογαριασμό σε κανέναν, αλλά συγκροτείτο, ουδείς γνωρίζει το πώς. Κι επιτέλους ήρθε το βραδάκι και η ώρα του επισκεπτηρίου του μωρού…

Η αφηγήτρια ήταν εκεί μαζί με όλους τους άλλους συγγενείς και φίλους…Για να δουν κι εκείνοι το μωρό μέσα από το τζάμι… Όπως στις ταινίες… Ή μήπως όχι;


(συνεχίζεται)

7.6.16

Ένα ευτυχές γεγονός vol1


Ήταν 4.30 το πρωί όταν η Σούτκεης (Βαλίτσα) ένιωσε πως ήθελε ξαφνικά να πάει στην τουαλέτα. Μα τι περίεργο; Να την είχε πειράξει κάτι που έφαγε; Σηκώθηκε κι έκατσε καθιστή στο κρεβάτι. Ο άνδρας της πετάχτηκε πάνω, έτοιμος για όλα, άναψε τα φώτα και φούσκωσε τα μπράτσα του για να ενεργοποιηθεί.

 «Τι συμβαίνει Σούτκεης αγάπη μου;». Η Σούτκεης γούρλωσε τα μάτια, της ήρθε να γελάσει κι ύστερα κατάλαβε ότι δεν ήταν αυτό που νόμιζε, αλλά το άλλο... «Γεννάω!». Ο Σύζυγος ανέβασε σφυγμούς, «φύγαμε!», της είπε. Με το ένα χέρι άρπαζε ό,τι έβρισκε μπροστά του:, τα κλειδιά, τα τσιγάρα, το χέρι της γυναίκας του και με το άλλο χέρι έπαιρνε τηλέφωνο να ξυπνήσει γνωστούς και φίλους –φυσικά όλοι κοιμόντουσαν και δεν το σήκωσε κανείς. 

Ο Φίλος Σκύλος 1 και ο Φίλος Σκύλος 2 ένιωσαν αναστάτωση, άλλαξαν πλευρό εμφανώς ενοχλημένοι από το θόρυβο. «Είδες Φοίβο; Το νέο κουτάβι τους έκανε άνω κάτω… Στα έλεγα εγώ», είπε ο Μέρφυ με ύφος σνομπ και ξανακοιμήθηκε. «Καλέ! Η μαμά κατουρήθηκε!», είπε ο Φοίβος και κρύφτηκε τρομαγμένος κάτω από το κρεβάτι.

Είχαν σπάσει τα νερά όταν το ζευγάρι επιβιβάστηκε στο πορσίδιο και έβαλε πλώρη για το μαιευτήριο. Άδειοι οι δρόμοι της Αθήνας, δεν βοηθούσαν καθόλου στη δημιουργία σκηνικού αγωνίας που βλέπουμε στις ταινίες. Δεν υπήρχαν αυτοκίνητα να προσπεράσουν, δεν υπήρχε λόγος να περάσουν κόκκινα φανάρια, ούτε να κορνάρουν… «Τι; Έτσι ξενέρωτα θα φτάσουμε, λες και πηγαίνουμε επίσκεψη στη Θεία;», είπε με παράπονο η Σούτκεης. Τότε ο σύζυγος πάτησε το γκάζι, άρχισε να κορνάρει και να περνάει τα φανάρια, μέχρι που ένα περιπολικό πλησίασε. «Είσαι τρελός άνθρωπέ μου;», του είπε. Ξάφνου, ο σύζυγος τον κοίταξε βαθιά μέσα στα μάτια… Ήταν ο ίδιος μπάτσος με τότε που τον σταμάτησε μετά το μπάτσελορ. «Γεννάμε!», του είπε. «Σε θυμάμαι!!!», είπε ο μπάτσος, που κι αυτός, μια δεκάρα ήθελε για να μπει στο ρόλο του και να ζήσει το αμέρικαν ντρήμ του. «Ακολούθησέ με!», είπε και μπήκε μπροστά με τις σειρήνες να τους παίρνουν τα αυτιά.

Κατά τις 05:00 έφτασαν τελικά στο μαιευτήριο. Η Σούτκεης ήταν εκστασιασμένη, από τη μια φοβόταν κι έτρεμε, από την άλλη είχε τεράστια λαχτάρα να αντικρίσει επιτέλους το πλασματάκι που μεγάλωνε μέσα της τόσους μήνες. Τα δευτερόλεπτα και τα λεπτά περνούσαν, αλλά ο χρόνος για εκείνους έμοιαζε να έχει παγώσει. Δεν ένιωθαν ούτε νυσταγμένοι, ούτε κουρασμένοι, όλες οι αισθήσεις τους και όλη η ενέργειά τους βρισκόταν μέσα σε εκείνο το δωμάτιο…
(συνεχίζεται)


18.7.14

Ετήσιο καλοκαιρινό ραντεβού με την Τ. (Twitter stories)

Είχα χορτάσει ύπνο και ξύπνησα αιφνιδίως στις 06:00 π.μ.. Σηκώθηκα να πάω στην κουζίνα για πρωινό..Αναγκαστικά πέρασα από το χολ... Ένας λευκός φάκελος ήταν κάτω από την πόρτα σφηνωμένος. «Αααα! Τα κοινόχρηστα!», είπα με χαρά κι έσκυψα να τον σηκώσω. 06:14΄ έμφραγμα:  
ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ.

# Κα-τσα-ρί-δααααααα: Όλη η γειτονιά στο πόδι από τις φωνές μου -ΚΑΝΕΙΣ δεν ήρθε να βοηθήσει.

# Έχω αρπάξει το #baygon και ψεκάζω ουρλιάζοντας πολεμικές ιαχές. Δεν βλέπω που έχει πάει, απλά ψεκάζω.

# Αν δεν την πιάσει το #baygon θα την εξοντώσει το ντεσιμπέλ της τσιρίδας μου - εύχομαι...

# ΝΑ'ΤΗ!!!

# ΥΕS! Δεν είναι φτερωτή. Σε έχω καργιολάκι! Φσσσςςςς..

# Αναποδογύρισε και κουνιέται υστερικά. Ψοφάει??!!!τι χαρά!

# Τι εννοείς οι φτερωτές είναι αρσενικές ενώ οι άλλες αφήνουν αυγά? Τι εννοείς μπορεί να υπάρχουν κι άλλες?

# Ωχ! Ξαναγυρίζει! Προσγειώνεται εκ νέου στα 4 και τρέπεται σε άτακτη φυγή προς τον καμπινέ!

# Αδειάζω το άλλο μισό #baygon, το τρεχαλητό της επιβραδύνεται αλλά τίποτα δεν την σταματάει. Πολύ ανθεκτικό το καργιολάκι…

# Δεν υπάρχει άλλη λύση. Μαζεύω κουράγιο και με δύναμη μεγάτονων ρίχνω παντοφλιά. Σπάει το πλακάκι κι η Τερέζα επιτέλους είναι νεκρή.

# Από πού μπήκε; Πόσες μέρες την είχα συγκάτοικο; Λες να ταξίδεψε μέσα στο φάκελο με τα κοινόχρηστα;

#Κείτεται νεκρή, στέκομαι και την κοιτάω τελετουργικά και με επιστημονικό ενδιαφέρον. Είμαι ψύχραιμος άνθρωπος γενικά, πρέπει να το διαχειριστώ. Είναι απλώς ένα είδος σκαθαριού.

# ΟΧΙ ΚΑΡΓΙΟΛΑΚΙ ΕΙΝΑΙ ΚΑΤΣΑΡΙΔΑ ΤΕΡΑΣ ΤΗΣ ΦΥΣΗΣ ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΣΚΑΘΑΡΙ ΔΕ ΜΠΟΡΩ ΝΑ ΤΟ ΞΕΠΕΡΑΣΩ ΘΕΛΩ ΓΙΑΤΡΟ

# Ψεκάζω το άλλο μισό baygon σε όλο το σπίτι, φεύγω σχεδόν με την πιτζάμα και αυτοεξορίζομαι από το σπίτι.

# Ευτυχώς υπάρχουν τμήματα στην εταιρεία που είναι 24ωρα και με περιμαζεύουν.

#Τίποτα δε μπορεί να με κάνει καλά

# Αισθάνομαι τα μαλλιά μου στο μπράτσο και ξεμαλλιάζομαι παρανοικά από ανατριχίλα.

# Νιώθω πιο ευάλωτη από ποτέ!!!!

# Τίποτα δεν θέλω, μόνο να μετοικίσω σε οποιαδήποτε χώρα του κόσμου. Το μοναδικό μου κριτήριο είναι να μην υπάρχουν κατσαρίδες. Τι λες για Αλάσκα?



14.7.14

Για Σπέτσες όλο ευθεία vol4 –The end

#a_oxi, πληρώνει η Πρεσβεία (Spetses Edition)

Τα μάτια μου είχαν πεταχτεί έξω και φώναζα σαν δαιμονισμένη, «σύνελθεεε τίποτα δεν έχεις, δε μπορώ άλλο να σε κανακεύωωωω πάρε τα πόδιααα σου!». Η Ντράνα ξέχναγε ότι είναι ψοφίμι και ούρλιαζε «σκάσσεεεε κι εσύυυ που σε όοοολο το ταξίδι κακαρίζεις σαν την κόταααα!»

Η Ρούνι, ψύχραιμη και πάντα στο τιμόνι με βλέμμα απλανές, μουρμούριζε «Δεν ξέρω αν πρέπει να ανησυχήσω μην όντως πάθει κάτι η Ντράνα ή να εξοργιστώ που μου έχει γα***ει το καινούργιο μου αυτοκίνητο». Ωστόσο, όταν πια φτάσαμε στο νοσοκομείο το βουλώσαμε κι εγώ κι η Ντράνα, η οποία έκρυβε τα μούτρα της κι έγερνε πάνω μου και έλεγε «κράτα με, βάστα με» σα πληγωμένο σπουργιτάκι. Είχε έρθει η ώρα να μιλήσει η Ρούνι. «Ανοίξτε το δρόμο! Πρέπει να δώσω το ιστορικό!» (αφού είχε βγάλει πρώτα διάγνωση…). Πάνω στην ώρα μπουκάρει κι η Μητέρα Ντράνας."Α! Το παιδί! Κάτι έχει το παιδί!".

 «Κοιτάξτε συνάδελφε…», είπε η Ρούνι, «η Ντράνα έχει κι ένα ιστορικό αυχενικού…», πετάγεται η Μητέρα Ντράνας «Μα δεν έχει αυχενικό!». 

Ο γιατρός αρχίζει να στραβώνει… Η Μητέρα Ντράνας συνεχίζει, «αφήστε την κοπέλα να σας πει, οι γονείς της είναι γιατροί, ξέρει! Ξέρει!»… Η Ρούνι προσγειώνεται στην πραγματικότητα, «κτηνίατρος είμαι, όχι γιατρός!» κι ο γιατρός συμπληρώνει «κυρία μου, η γνώση δεν κληρονομείται! Περάστε έξω σας παρακαλώ!».


Η Κτηνίατρος Ρούνι κι η Αφηγήτρια Zed έφυγαν αφήνοντας πίσω στο Νοσοκομείο τη Ντράνα και τη Μητέρα Ντράνας και συνέχισαν να οδηγούν μέχρι το ξημέρωμα… Όσο για τη Ντράνα, χαίρει άκρας υγείας και όλη την επόμενη ημέρα επιδόθηκε στο φιλτράρισμα των σέλφι της!

Το παρακάτω εμπεριέχει Inside Jokes, αν δεν καταλαβαίνετε δεν πειράζει.

Άσκηση1: Διαβάστε μία μια τις προτάσεις δυνατά, με πολύ ενθουσιασμό. Στο τέλος κάθε πρότασης βάζετε τα χεράκια στα ματάκια σας και τα βγάζετε! (τα πλαγιαστά μη τα διαβάζετε φωναχτά)

1.       «Τι; Έβγαλα 17 χιλιάδες μόρια; Τι να τα κάνω, τι να τα κάνω;…ΤΟ ΒΡΗΚΑ! Θα μπω στο τμήμα Οικολογίας!» Ο Για Πάντα Άνεργος
2.       «Αααα όοοχι, δεν θα πάμε πάλι στο Βρέλλο που ξέρουμε σίγουρα τι μας περιμένει, θα πάμε στη Σπηλιά να βγάλουμε σέλφι και να πάθουμε ηλίαση!» Ηλίαση, η καλύτερή σου φίλη
3.       «Ααα, όχι, δεν θα πάμε με το λεωφορείο να κάνουμε εκατό κύκλους. Θα πάρουμε ένα θαλάσσιο ταξί! Τι; 33 ευρώ;;;» Ανώνυμος Επιβάτης ΚΤΕΛ
4.       «Αααα, όχι, δε θα μπω Νομική. Είναι λίγο αφιλόξενοι οι λόκαλς. Τους λείπει ένας Κοινωνιολόγος. Θα γίνω Κοινωνιολόγος!», Ο Για Πάντα Άνεργος 2
5.       «A…Όοοχι,  δεν θα ρωτήσω τους περαστικούς για το ξενοδοχείο, θα δω στο χάρτη, που έχει την ένδειξη «church» - ξεκάθαρο!», η αφηγήτρια 4 κιλά λιγότερο από πριν
6.       «Aαα…Όοοοχι, δε θα πάω έτσι όπως ξέρουμε το δρόμο, θα ακούσω τις υποδείξεις που δίνει με κλειστά μάτια η Ντράνα που δεν ξέρει να οδηγεί καν!»
7.       «Aa…Όοοχι, δεν θα κατουρήσω πριν φύγουμε, άλλωστε σε 2,5 ώρες θα έχουμε φτάσει!». Παραλίγο κατουρημένη αφηγήτρια
8.       «A, Όοοχι, δεν θα τους αφήσουμε να πιστέψουμε ότι είμαστε τίποτα κακομοίρες, θα παραγγείλουμε αστακομακαρονάδα για να τους μπούμε στο μάτι» Άφραγκες κι οι τρείς, αλλά ευτυχώς πληρώνει η Πρεσβεία
Για όποιον δεν γνωρίζει τώρα, διαθέτω μια κάρτα από την Πρεσβεία της Γαλλίας, την οποία κουβαλάω αντί για ταυτότητα. Αυτή η κάρτα με ξελασπώνει σε περίπτωση που γίνει κάτι συγκλονιστικό (π.χ. πόλεμος) κι ως Γάλλος πολίτης μπορώ να ζητήσω από τη Γαλλική Πρεσβεία να με φυγαδεύσει ή κάτι τέτοιο –τι να σας πω δεν ξέρω κι εγώ… Ωστόσο, επειδή δεν γίνεται πόλεμος, πολλές φορές έχει χρειαστεί να την επιδείξουμε για να ψαρώσουμε κόσμο. Τόσο πατσαβούρες!