Showing posts with label Write Drunk Edit Sober. Show all posts
Showing posts with label Write Drunk Edit Sober. Show all posts

4.11.15

Dislike, σχόλια και haters

Πόσοι άραγε αναγνώστες παραδοσιακών εφημερίδων ήθελαν κάποτε να επιβραβεύσουν τον αρθρογράφο της εφημερίδας, ή να διαφωνήσουν μαζί του; Πόσοι από αυτούς έστελναν γράμμα στην εφημερίδα και πόσα από αυτά τα γράμματα δημοσιεύονταν; Πόσοι καλούσαν το ραδιόφωνο για να σχολιάσουν κάτι και πόσες γραμμές από αυτές βγήκαν στον αέρα; Όχι στα new new media. Στα new new media, θα φτάσουμε να ενημερωνόμαστε από τα σχόλια και όχι από το ίδιο το άρθρο.

Τι είναι τα new new media; Είναι τα Μέσα Ενημέρωσης πέρα από τα παραδοσιακά ΜΜΕ (τηλεόραση, ραδιόφωνο, εφημερίδα). Ως τέτοια, θεωρούνται τα ιντερνετικά κανάλια και ραδιόφωνα, τα ειδησεογραφικά portals, τα blogs. Ύστερα έρχονται τα Social Media –που λειτουργούν ως Μέσα Επικοινωνίας (και κοινωνικής δικτύωσης), που σημαίνει ότι αποτελούν δίαυλο επικοινωνίας των νέων μέσων ενημέρωσης. Αλλά ας μη γελιόμαστε, όταν γίνεται σεισμός, ο πιο γρήγορος τρόπος να μάθεις τι έγινε, είναι το twitter, οπότε τα «σόσιαλ» δευτερογενώς, λειτουργούν και ως μέσα Ενημέρωσης.

Το ευτύχημα και συνάμα η καταστροφή των new new media, είναι πως «άνθισαν» στη μετά-web2 εποχή, όπου ο καθένας μας μπορεί να αντιδράσει δημόσια στο οποιοδήποτε ερέθισμα, με ένα κουμπί (like, dislike, share) ή/και με ένα σχόλιο. Το πρόβλημα είναι πως αποκτήσαμε όλοι μας τεράστια δύναμη ξαφνικά και δεν ξέρουμε πώς να τη διαχειριστούμε. Σιωπήσαμε τόσα πολλά χρόνια, μας στέρησαν τόσα χρόνια το «μικρόφωνο», το δικαίωμα στον αντίλογο, που η οργή μας φούντωσε, μας έκανε έξαλλους, και ξεχυθήκαμε τώρα να γράφουμε σχόλια άνευ ουσίας, μεγαλύτερα από τα άρθρα. Η τρέλα αυτή μας έκανε συχνά ανορθόγραφους, άδικους και εμμονικούς. Μέσα σε όλα, μας έκανε και ψυχαναγκαστικούς.

Και το ένα έφερε το άλλο. Όσο εμείς βρίσκαμε εύκολη πρόσβαση στο να κατακρίνουμε, να χλευάσουμε και να βρίσουμε, τα κλικ ανέβαιναν, τα new new media πληθύνονταν, η αξία του δημοσιογράφου έπεφτε, όπως και η εγκυρότητα της είδησης και φτάσαμε εδώ που φτάσαμε. Φτάσαμε σε «Δεν θα πιστεύετε τι έβαλε στο τοστάκι της…», μέχρι «Διάσημη τραγουδίστρια της ποπ έσπασε το νύχι της». Κι από κάτω, όλοι κριτές, όλοι ειδικοί συνταγματολόγοι, οικονομολόγοι, αστυνόμοι-ντετέκτιβ, κανίβαλοι κανονικοί, έτοιμοι να κατασπαράξουν τον αρθρογράφο, «Τι μας νοιάζει τι έβαλε στο τοστάκι της, εμείς δεν έχουμε να φάμε! Τι είναι αυτά που γράφετε!», (είναι οι ίδιοι που έκραζαν το Big Brother, αλλά δεν το έβλεπαν ποτέ) ή ακόμη και να σχολιάσουν χαιρέκακα, «Καλά να πάθει! Όλα τα νύχια της να σπάσει!». Ή,  «ποια διάσημη; δεν την ξέρει η μάνα της!», ή ακόμα χειρότερα, «πια διάσοιμι? δεν την ξέρη ΚΑΝΙΣ!».  Το ίδιο το σύστημα επιβάλλει την αντίδραση του κοινού, είτε θετικά, είτε αρνητικά. Το να διαβάσεις μια είδηση, να δεις μια φωτογραφία ή ένα βίντεο, και να μην αντιδράσεις, θεωρείται αποτυχία για εκείνον που έκανε τη δημοσίευση! Καλύτερα dislike, παρά τίποτα.


«Έχουμε ανάγκη από το dislike, γιατί το like δεν μας φτάνει πια, ακούς Mark; Δεν μπορώ να κάνω like στο θάνατο κάποιου διάσημου, πρέπει να κάνω dislike για να δείξω το πένθος μου. Εκείνο το portal ανεβάζει συνέχεια ειδήσεις χαμηλού επιπέδου, Mark, θέλω να τους κάνω dislike παντού, να μάθουν!  Mark, η μοναξιά μου είναι μεγάλη, η μοναξιά, μου αφήνει κενό, που το γεμίζω με λύσσα κακιά και αέρα κοπανιστό, που με μαγικό τρόπο γίνονται λέξεις και οι λέξεις μου μπορούν να διαβαστούν από όλο τον κόσμο. Και τότε δεν είμαι πια μόνη! Γιατί κάνουν like στα comments μου, Like στα Like μου κι έτσι νιώθω ικανοποίηση. Είμαι hater και δεν το ξέρω. 

"Είμαι hater, γιατί δεν μπορώ να αγνοήσω αυτό που δεν με ενδιαφέρει και η καλή κουβέντα βγαίνει τόσο πικρή από τα χείλη μου, ενώ η βρισιά γλυκιά σαν καραμέλα!"

Γιατί πρέπει οπωσδήποτε να διαφωνήσω με κάτι, να ικανοποιήσω το «κοινό μου» (εκτός από άποψη, όλοι έχουν κι από αυτό, είτε είναι friends, είτε followers, είτε fans). Γιατί δεν μου έμαθε κανείς, ότι η αντίδραση είναι αποτελεσματική μόνο όταν υπάρχει καλή πρόθεση και διάθεση για επιδιόρθωση. Ότι η διάδραση, δεν σημαίνει σύγκρουση, αλλά χαρακτηρίζεται από δημιουργικότητα και οδηγεί στην παραγωγικότητα».  

Ο Λόγος είναι αυτός που μας διαχωρίζει από τα υπόλοιπα πλάσματα και δυστυχώς έχει χάσει τελείως τη βαρύτητά του. Τα social media, δεν έχουν ανάγκη τους haters, ο μοναδικός τρόπος να καταφέρουμε να πνίξουμε τη διαδικτυακή σαβούρα είναι η μη ανταπόκριση στο ερέθισμα. 

20.6.15

Cheers to new beginnings & old friendships

#fevgeitogourounimas

Ήμουν 14 χρονών, καθόταν στο πίσω θρανίο, είχε μια απάντηση για όλα και ήταν η αγαπημένη των καθηγητών, πιο πολύ επειδή τα αδέλφια της άφησαν καλή φήμη στο σχολείο. Φορούσε κάτι χοντροπάπουτσα etnies και της άρεσε η RNB. Λίγο μετά έπαψε να μου είναι αντιπαθής και είχαμε πολλά κοινά σημεία. Ένα χρόνο μετά πίναμε κρασί στα Fridays της Γλυφάδας για να γιορτάσουμε τον ένα χρόνο φιλίας και τον επόμενο χρόνο συμπληρώναμε μαζί -και μάλιστα βιαστικά- το μηχανογραφικό για να φύγουμε διακοπές στην Πάρο. Και στο τέλος του καλοκαιριού, πήρε τη βαλίτσα της και έφυγε…

Μέσα σε αυτά τα έξι χρόνια που έλειπε βρήκαμε μικρά διαλείμματα, πήγαμε διακοπές, βγήκαμε με τις πιτζάμες να βρούμε το καλύτερο χοτ ντογκ του Πίλσεν και φάγαμε παγωτό την πιο κρύα μέρα του χειμώνα… Μα κυρίως, μας άρεσε να πηγαίνουμε με το αυτοκίνητο σε απόμερα μέρη, παρέα με ένα μπουκάλι κρασί και δυο ποτήρια και να καθόμαστε για ώρα στο ίδιο σημείο και κοίτα να δεις ένα περίεργο πράγμα, με εκείνη υπάρχει πάντα κάτι να πούμε και τα λόγια μας δεν τελειώνουν ποτέ. Όπως εκείνα τα Χριστούγεννα, με την πολλή ομίχλη και τη βροχή, στο Πανόραμα της Βούλας. Όπως εκείνα τα ξημερώματα με τη φοβερή υγρασία, έξω από το πατρικό της. Πριν από μεγάλες αποφάσεις στην παραλία της Γλυφάδας. Και όπως σήμερα, λίγες ώρες πριν φύγει και πάλι με το αεροπλάνο, ποιος ξέρει για πόσο καιρό…

Πλέον είμαι 27 χρονών, κάθεται στο διπλανό κάθισμα, έχει ακόμα μια απάντηση για όλα και μετά από τόσα χρόνια μοιάζουμε σαν αδέλφια, λένε οι φήμες. Φοράει κομψά πέδιλα, έχει γίνει ολόκληρη γυναίκα. Ένα χρόνο μετά ίσως πίνουμε ξανά κρασί, κάπου εδώ, ή κάπου εκεί, ίσως ετοιμαζόμαστε να πάμε διακοπές κάπου εξωτικά. Και στο τέλος του καλοκαιριού, ίσως ξαναχωριστούμε, αλλά τι πειράζει; Κάπου παρακάτω θα ξαναβρεθούμε και θα ξαναφάμε παγωτό και θα ξανακάνουμε τζόγκινγκ μεθυσμένες και το πιθανότερο να κάνουμε κάτι που δεν έχουμε ξανακάνει ως τώρα και ενώ δημιουργούμε συνεχώς καινούργιες αναμνήσεις θα θυμόμαστε τα παλιά και θα γελάμε…


Cheers, λοιπόν, στους νέους στόχους μας, στα όνειρά μας, σε όσα θα έρθουν, σε όσα θα φύγουν, σε όσα θα μείνουν, μα πάνω από όλα, στη φιλία μας. Που δεν φοβάται το κακό wifi γιατί η δική της «σύνδεση» είναι πολύ πιο ισχυρή από αυτό. Που δεν φοβάται τα χιλιόμετρα, γιατί, τι είναι βρε η Αμερική; Ένα τσιγάρο δρόμος. Και μαζεύουμε τις δραχμές μας για να ζήσουμε κι εμείς το American dream στα προσεχώς.

15.9.10

Ντοκουμέντο από το χαμένο ημερολόγιο vol2


(go back to vol 1)

Ημέρα 11- 
Πόσα πράγματα μπορείς να πεις με τα μάτια κι ο άλλος να καταλάβει έστω τα μισά; Συνήθως ξεγελάς με ένα χαμόγελο ή με μερικές λέξεις. Έρχεται όμως η στιγμή που κάποιος θα αποκρυπτογραφήσει τη σκιά στο βλέμμα σου ( δεν εννοώ τη σκιά στο βλέφαρο με δυο τόνους κονσίλερ, μολύβι, μάσκαρα κ.ο.κ.). Ωστόσο εκείνη την ημέρα ( την 11η) τα μάτια μου έβγαζαν σπίθες. Μόλις είχαν ακυρωθεί οι διακοπές μου στη Σαντορίνη κι ένας ολόκληρος κύκλος γνωστών μου δεν σήκωνε το τηλέφωνό τους για ώρες.
«Πέθανε κανείς;» με ρωτάει χαμηλόφωνα και αλείφει λίγο αντηλιακό στην κοκκινισμένη μύτη της. Γέλασα ειρωνικά την ώρα που θυμόμουν την τραυματική εμπειρία που έζησα εκεί – και αφορούσε φυσικά το θάνατο- πριν λίγα χρόνια. Πάλι τσακωμένη με κάποιον – δεν θυμάμαι- περιφερόμουν στα σοκάκια μουδιασμένη, σχεδόν κοιμισμένη. Με βήμα ταχύ έξι μαυροφορεμένοι τύποι γκαζώνουν κι ακολουθούν το βήμα μου. Στους ώμους τους στηρίζεται ένα κατάμαυρο φέρετρο – ΑΝΟΙΧΤΟ- από το οποίο ξεφυτρώνει ένας πρασινισμένος παππούς πλημμυρισμένος με ρόδα κι άλλα λουλουδικά. Ένας έβδομος άνδρας ανοίγει το δρόμο κρατώντας το καπάκι ( αλήθεια πως λέγεται;) του φέρετρου. Έστριβα δεξιά, έστριβαν κι εκείνοι δεξιά. Αντίθετη πορεία, ξανά πίσω μου αυτοί. Παράδοση, έμαθα μετά από λίγες μέρες, να περνάνε το νεκρό με ανοιχτή κάσα από τα μέρη που έζησε. Τι ωραίο αλλά και μακάβριο!
Δεν είχα καθόλου κέφι και πονούσε το στομάχι μου. Μέχρι που βλέπω μπροστά μου τον Γοητευτικό και τον Google- Translator να χαμογελάνε. Σε λίγο βλέπουμε και τον Πονηρούλη, φρεσκοκουρεμένο, πάντα να αναδύεται μέσα από μια κοριτσοπαρέα. Και δίπλα καθόταν η έκπληξη της βραδιάς… Μα ποιος ήταν αυτός ο μυστηριώδης τύπος; Κάτι μου θύμισε αλλά δεν τον είχα ξαναδεί. Πολύ χαμογελαστός και με μάτι μοδίστρας.: Μάτι που με δυο κοψιές σκανάρει και φιλτράρει τις αναλογίες σου. Τα πρώτα λεπτά δεν καταλαβαίνω τίποτα, τα αφτιά μου έχουν βουλώσει ( κουφάθηκα που λέμε)! 
Ο Μυστηριώδης, το «κλού» της βραδιάς, συνεχίζει να σκανάρει αυτή τη φορά τον εγκέφαλό μου. Ξέρω ότι κάτι έχει να κάνει με υπολογιστές κι ενδεχομένως να μετρούσε με κάποιο high tech γκατζετάκι το IQ μου. Ταυτόχρονα, ο Πονηρούλης με το απόλυτο ύφος «πάμε-για-ούζα-μωρό-μου» κάνει τα πονηρά ματάκια στην διπλανή μου. Ο αδερφός του Μυστηριώδη, ο Γοητευτικός αρχίζει να μου δίνει την εντύπωση ότι καταλαβαίνει περισσότερα από όσα δείχνει. Και ξέρεις πως είναι αυτά… Άμα σε τσακώσουν, χάνεις την ψυχραιμία σου και κάνεις λάθη. Η μεγάλη μου κομπίνα λοιπόν ναυάγησε και τώρα δεν ξέρω πως θα τα βγάλω πέρα. Λες και δεν είχα ήδη αρκετά προβλήματα στην πλάτη μου, τώρα απέκτησα ένα καινούργιο. Έναν ακόμα αναγνώστη ματιών. Σε συνεργασία με τον Μυστηριώδη , τα πράγματα δυσκολεύουν τόσο πολύ που αρχίζω να βλέπω στον ορίζοντα το Βατερλό. Τα πράγματα ήταν πολύ πιο απλά τα παλιά τα χρόνια. Δεν είχες πολλές επιλογές, ερχόντουσαν και σε κλέβανε! Φοβού τους Κρητικούς…. (στη σημερινή εποχή ούτε τον αριθμό του κινητού σου δεν ζητάνε. Άλλο κι αυτό…) 

Ημέρα 12-
Κοιμήθηκα απαίσια. Έβλεπα ένα περίεργο νησί, μια φουρτουνιασμένη θάλασσα, την φίλη μου τη Μαρίνα και τον «Μπαρμανάκο» να βουλιάζουν μέσα σε μια βάρκα κι εγώ απλά να κρύβομαι από την Αστυνομία. Άγχος… Πάλι ξύπνησα αξημέρωτα κι έτρεξα στο χωριό να ακυρώσω τα εισιτήρια της Σαντορίνης. Νομίζω ότι στο βλέμμα της ασχημούλας στο πρακτορείο είδα συμπόνια. Μου φαίνεται γενικά ότι ο κόσμος σταμάτησε να γυρίζει για λίγο – από χθες έως σήμερα τουλάχιστον.
Η φωνή νταλικέρη βγαίνει από τα σωθικά μου και όποτε πάω να γελάσω τρομάζουν τα παιδάκια από τον αισχρό ήχο ( ο περίεργος ήχος, ή βοή όπως λέει η Κλαίρη, μοιάζει με ηλεκτρική κατσαρίδα. Αν υπήρχε τέτοιο θόρυβο θα έκανε). Όλα αυτά περιγράφουν μια κατεστραμμένη ψυχολογία. Πάνω στην ώρα, πιάνω με την άκρη του ματιού μου τον Γοητευτικό να πίνει καφέ λίγο παραδίπλα. Νομίζω ότι άκουσα κι ένα σφύριγμα- που με βοήθησε στο να κοιτάξω καλύτερα, αλλά μπορεί να το φαντάστηκα κιόλας. Λίγο μετά μαζεύονται όλοι. Ο Πονηρούλης αγουροξυπνημένος – πίνει ζεστό καφέ !- ο Μυστηριώδης κακόκεφος – δεν λέει ούτε καλημέρα !- ο Google-Translator έτοιμος για όλα (σκέφτομαι να του δώσω καινούργιο όνομα, δεν με εκφράζει πια το γκούγκλ). 

Φυσάει πολύ και καταλήγουμε πάλι στην απάνεμη και «κατσάβραχη» παραλία. Όμως ο βράχος των γοργόνων είναι πιασμένος. Καθόμαστε ένα βράχο πιο μπροστά, αλλά η παρέα των τεσσάρων μας προσπερνάει αδιάφορα ΠΑΛΙ και κάθεται στον πιο ψηλό, στον βράχο του Βασιλιά των Λιονταριών. Έτσι αποκτά το προνόμιο να μας βλέπει πανοραμικά (και υπεροπτικά) να σχολιάζει και να γελάει εκκωφαντικά μπροστά στα μούτρα μας. Ούτε θέλω να ξέρω πως δείχναμε από εκεί πάνω. Με συνεπήρε η κουβέντα με τον Πονηρούλη, όταν εκείνος αποφάσισε να βγει από το νερό για ηλιοθεραπεία κι έμεινα να επιπλέω καμαρώνοντας τα μαύρα πόδια μου κάτω από το νερό και κοιτάζοντας προς το πέλαγος, διακρίνω δυο γνωστές μου φιγούρες να πλατσουρίζουν στα βαθιά. Ήταν η Κλαίρη με τον Γοητευτικό. «Πάω να βγω έξω μη μουλιάσω» σκέφτηκα και ξαφνικά ένα ρεύμα με παρέσυρε προς τα βάθη του ωκεανού και με πήγε κοντά τους. Εγω προσπάθησα να αντισταθώ σε αυτό το παλιορεύμα αλλά κανείς δεν με πιστεύει, νομίζουν απλά ότι κολυμπάω σαν θείτσα, ή σαν σκύλος όπως μου είπαν κι οι ίδιοι. 

Προσπαθώ να θυμηθώ πως λεγόταν εκείνο το κινέζικο παιχνίδι που έπαιζαν οι τέσσερις. Αδύνατο. Όχι ότι χάνετε και κανένα τρελό σκηνικό από την έλλειψη περιγραφής (άλλωστε και να θέλω να ρωτήσω δεν μπορώ, γιατί δεν έχω μέσο να επικοινωνήσω εκτός από καπνούς 1). Ευτυχώς κάπως τα φέρνει η μοίρα, ή τα άστρα ή το πεπρωμένο, και κάπου βρίσκεις την παρέα των έξι, ή κάποιον από αυτούς εκεί που πρέπει κι όταν πρέπει. Με μερικούς ανθρώπους το να ψάξεις να βρεις θέματα προς συζήτηση είναι σα να ψάχνεις ψίλους στα άχυρα. Με άλλους έχεις να συζητήσεις τόσα πολλά που δεν ξέρεις από πού να αρχίσεις. Ή το ένα, ή το άλλο μπορεί να συνέβη. Ξαφνιάζομαι τόσο πολύ από τον εαυτό μου τελευταία- που τα χάνω τόσο συχνά.. τα λόγια μου!- που καμιά φορά μπορεί να πετάξω μια εντελώς άκυρη ατάκα και να γκρεμίσω ότι με προσπάθεια έχτιζα μια βδομάδα. Και μετά άντε να τη μαζέψεις.

Εκείνο το σακάτικο βράδυ (με μάτιασαν και κουτσάθηκα κι όλας…)ο κόκορας ελάλησε στις πέντε ακριβώς (τυφλή εμπιστοσύνη σε αυτόν που είχε ρολόι). Διέσχισα ξυπόλυτη τη μισή Νάουσα με τα μαλλιά μές τη μούρη ( σαν το φρικιαστικό και δαιμονισμένο κοριτσάκι από το The Ring αλλά με ανταύγειες) κι άκουα κοκόρια να στριγγλίζουν . Μια πόρτα έτριζε, μια νυχτερίδα πέταξε πάνω από το κεφάλι μου κι από ένα σπίτι ακούστηκε ringtone στο ρυθμό των x-files. Η σωστή ατάκα ήρθε λίγο μετά τη στροφή για Πρόδρομο και πριν την ταμπέλα για Μάρπησσα. Δεν είχα ούτε αναπτήρα, ούτε σπίρτο να ανάψω φωτιά να στείλω το κατάλληλο μήνυμα που μου ήρθε στο μυαλό. Ήταν σίγουρο άλλωστε ότι μετά από λίγες ώρες ύπνο θα ευχόμουν να μην το είχα καν σκεφτεί. Αν και με τα μαθηματικά δεν είχα ποτέ καλή σκέψη, τα λόγια του Πονηρούλη στριφογύριζαν στο κεφάλι μου για ώρες (ε αντίθεση με τα λόγια του Google-Translator ). Ο Πονηρούλης διατάραξε την μη-τετράγωνη λογική μου αναλύοντας μια ρεαλιστική εξίσωση για τον χωροχρόνο των στιγμών μας σε ετούτο τον μάταιο κόσμο. Νομίζω ότι κάποιοι το λένε εντροπία. Καμιά φορά γνωρίζεις άτομα τη λάθος χρονική στιγμή, ή παίρνεις αποφάσεις που θα επηρεάσουν μια σειρά γεγονότων και το αποκαλείς «επιλογή». Το δυστύχημα σε όλο αυτό, νομίζω ότι εκεί ήθελε να καταλήξει ο Πονηρούλης, είναι πως η σειρά που έπρεπε να συμβαίνουν κάποια γεγονότα δεν είναι η φυσική πορεία τους, γιατί «¨Η ζωή είναι απρόβλεπτη», είπε κι έκλεισε το μάτι συνεχίζοντας να παίζει με το βουτηγμένο σε μαύρο ρούμι καλαμάκι (γιατί τωρα αυτό έπρεπε να το γράψω τόσο περίπλοκα;). 

Ημέρα 13-

Η Κυριακή γενικά, είναι μια ημέρα που δεν χωνεύω με τίποτα. Μου θυμίζει βαρετά και πολύωρα οικογενειακά δείπνα, επισκέψεις σε συγγενείς που δεν χωνεύω, φούσκωμα στο στομάχι που δεν αντέχω, τρελό διάβασμα τα σχολικά χρόνια τουλάχιστον, καταναγκαστικό ύπνο νωρίς, αγωνία όλη μέρα γιατί περιμένεις τη Δευτέρα. Εδώ όμως είναι Πάρος και δεν έχει σημασία τι μέρα είναι, τι ώρα είναι. Απλά δεν ήθελα να πάω για μπάνιο, να ξεκουραστώ λιγάκι από τον ήλιο και να πιώ καφέ χωρίς να βιάζομαι μη χάσω τον ήλιο.

Κρατούσα το λαπ τοπ στα πόδια μου και σκεφτόμουν τι θα γράψω, αλλά δεν κατέβαινε καμία ιδέα. Σε λίγες μέρες θα έκανα και την in cognito επίσκεψή μου στην Αθήνα κι έπρεπε να ξέρω που πατάω, μη με πιάσει καμία ευαισθησία. Στο «Καρίνο» λοιπόν… Λίγο πιο πέρα από το τραπέζι μας ( η Κλαίρη διαβάζει μανιωδώς τα νέα για τις πυρκαγιές στην Αττική) κάθονται για πρωινό οι γνωστοί άγνωστοι. Χαιρετηθήκαμε από μακριά, άλλωστε τι άλλο είχαμε να πούμε. Η Κλαίρη κατεβάζει τα γυαλιά στην καμένη κόκκινο φωσφοριζέ μύτη της με κοιτάζει αυστηρά και συνεχίζει το διάβασμά της.

Οι ώρες περνούσαν και το μόνο που αντέχαμε να πιούμε ήταν μπύρα. Τα χέρια και τα πόδια μας έπεφταν βαριά πάνω στον καναπέ, αλλά όλη η κατάθλιψη μας έβγαινε σε τρανταχτά γέλια. Η Κική αναρωτήθηκε τι έχουμε πάρει. Μήπως μας είχε ρίξει κάτι στη μπύρα ο Ξαβιέ; Όχι, ήταν το τραγούδι της Κλαίρης το ναρκωτικό μας. Κατά το «Μπόμπ Σφουγγαράκης (x3) τετραγωνο-παντελονής ( το τραγούδι του ομώνυμου παιδικού σίριαλ), εκείνη μου τραγουδούσε ενώ δάκρια έτρεχαν στα μάτια μου από το γέλιο «Κλαίρη μιζέρο, Κλαίρη μιζέρο, Κλαίρη μιζέρο, Μιζεροοο-πικραμένηηηη» . Νομίζω ότι φταίει το ζώδιό μας, γιατί κι εγω σε άσχημες φάσεις της ζωής μου γελάω με τον εαυτό μου πολύ. Αφού το τραγουδήσαμε λοιπόν, ήρθε η ώρα να μπούμε μέσα. Καιρός ήταν να βγούμε από το λήθαργο.

Ημέρα 14-
 «Μπροστά μου ήταν δυο κτελ, μια γουρούνα και μπροστά από τη γουρούνα ένας γάιδαρος», προσπάθησε να δικαιολογηθεί για την αργοπορία της η Κλαίρη.

Μου είχαν μείνει ογδόντα σελίδες για να τελειώσω το αριστούργημα «ΝΗΣΙ». Δεν θα ησύχαζα αν δεν το τελείωνα ( μαλακία έκανα, τώρα πως θα περάσουν οι θλιβερές ώρες μέσα στο πλοίο με προορισμό την κόλαση;). Τα κατάφερα κι άρχισα να κλαίω από συγκίνηση. Είχε περάσει η ώρα και στη θάλασσα δεν είχα βουτήξει. Ποτέ δεν είναι αργά. Όση ώρα διάβαζα όμως η Κλαίρη είχε επιδοθεί σε διάφορες δραστηριότητες. Στην αρχή διάβαζε κι εκείνη το βιβλίο της. Μετά αποφάσισε να βρει κοχύλια (αυτό κράτησε αρκετή ώρα γιατί δεν βρήκε ούτε ένα, παρότι όργωσε την παραλία από άκρη σε άκρη). Ύστερα έπιασε κουβέντα με όσους γνωστούς έχουμε και μάζεψε σύνολο έξι αδικαιολόγητες απουσίες. «Τι θα γίνει πια; Όλο απουσίες θα μας βάζουν; Πόσα ποτά να πιω;», μου απευθύνθηκε, θέλοντας να κλέψει την απάντηση μου «Μακάρι να κοπούμε και να ξανάρθουμε του χρόνου». Είναι προφανές ότι με έχει πάρει από κάτω η ενήλικη ζωή. 

(Ο Ψευτοχαμογελής μπαίνει στη θάλασσα με το γνωστό ψεύτικο χαμόγελο και κουνάει τα χεράκια του για να τον δούμε. Αδιαφορία.)

«Μα που πήγαν όλα τα κοχύλια;» συνέχισε να παραληρεί η Κλαίρη ενώ εγω σκεφτόμουν ότι πήγαν στο hand made δαχτυλίδι που μου χάρισαν. Τουλάχιστον βρήκε κάτι να την απασχολεί κι έπαψε να είναι μιζεροπικραμένη. Πήρα τη δική μου μιζέρια και έκατσα στο «Καρίνο». Ήταν μια σωστή στιγμή να διαβάσω τα email μου. Ήταν πολύ περισσότερα από όσα περίμενα. Παρόλαυτά απάντησα σε περισσότερα από όσα μπορούσα και τώρα σκέφτομαι να προσλάβω γραμματέα, να μοιράσω και αυτόγραφα στην πλατεία του χωριού, ίσως να αναρτήσω μια αφίσα μου στον πλάτανο τον κακο-κουτσοκουρεμένο. Είναι σίγουρο πια ότι δεν θα κάνω δημοσιογραφική καριέρα, θα βγάζω τα άπλυτά μου στη φόρα για να γελάνε μαζί μου οι φίλοι μου, σε αυτό έχω ταλέντο.
Είμαι υπερήφανη για την ΔΕΥΑΠ ΠΑΡΟΥ για ακόμα μια φορά. Εμένα θέλει να με ξεκάνει με τα τσιμπηματάκια ρεύματος την Κλαίρη προσπαθεί να την κάνει λεπρή. Από τότε που το νησί γέμισε τουρίστες, η ΔΕΥΑΠ αποφάσισε να της κόψει το νερό. Η Κλαίρη ανακαλύπτει καθημερινά νέους τρόπους πλυσίματος. Στην αρχή έκλεβε με το λάστιχο νερό από τον γείτονα- που διαθέτει δεξαμενή. Μετά όμως την πήραν πρέφα και της το κόψανε. Χθες έκανε μπάνιο με εμφιαλωμένο μεταλλικό νερό. Της πήρε λίγο χρόνο παραπάνω, αλλά ξεβρώμισε. Σήμερα έφερε τα σαπούνια της στην παραλία και πλύθηκε στην ντουζιέρα του κάμπινγκ! Αύριο, φαντάζομαι, θα πλυθεί στο πλοίο της Αντιπάρου όταν θα γυρνάμε από ξέφρενο ξενύχτι. Ήθελε να έρθει σπίτι μου να μπανιαριστεί, αλλά λέει η βενζίνη είναι πιο ακριβή από το μεταλλικό νερό. Την αγαπώ ωστόσο και θα της πάω για δώρο μια δεκάδα από γκαζόζες που έχουν ξεμείνει στο ψυγείο – να νιώσει λίγο ότι βρίσκεται σε τζακούζι! Σε όλους μας αξίζει μια στιγμή πολυτέλειας εξάλλου! 

Η μητέρα (την πήραμε μαζί να τη μεθύσουμε) πήρε Μοχίτο και τότε θυμήθηκα την παρέα των έξι που έπινε μοχίτο με κάτι άλλο μέσα. Πάλι δεν θυμάμαι τι ακριβώς, αλλά δεν βαριέσαι… (το κινητό του Γοητευτικού παραμένει επτασφράγιστο μυστικό έως σήμερα, Ιούλιο του 2080).

Ημέρα 15-
Ξημερώνει Τρίτη και μια αγχωτική –όπως πάντα- σκέψη , αρχίζει να διαταράσσει τον ύπνο μου. Έπρεπε να διασχίσω τριάντα χιλιόμετρα για να φτάσω στο σπίτι της Κλαίρης, να της παραδώσω τις γκαζόζες για το τζακούζι. Όσο η Κλαίρη έβαφε και ξέβαφε τα νύχια της, είπα πέσει με τα μούτρα πάνω από το σταυρόλεξο. Και τότε άρχισαν να εμφανίζονται μπροστά μου μία μία οι εφτά πληγές του Φαραώ. «Ακρωτήρι της Κρήτης». (Μάταλα ήταν η απάντηση ). «Πιάνεις λίγο τη Motion;» μου λέει η Κλαίρη κι όπως έπιασα την οικογενειακή συσκευασία να της τη δώσω, είδα να αναγράφεται στο πίσω μέρος του κουτιού «Η-Ρ-Α- Κ-Λ-Ε-Ι-Ο». Πάνω στην ώρα μου τηλεφωνεί κάποιος από την αντίπαλη προς τη δική μου εταιρεία κινητής τηλεφωνίας με το επίθετο «Κρητικός», όπως μου συστήθηκε. Νευρίασα και του το έκλεισα κατάμουτρα σχεδόν. Όχι καλέ μου, δεν θέλω να αλλάξω ούτε πρόγραμμα, ούτε εταιρεία. Φυσικά στις ειδήσεις κάτι πήρε το αφτί μου για το Νέο Ηράκλειο. Γιατί όλα εκεί πρέπει να συμβούν εκεί, η Νέα Ιωνία , η Νέα Σμύρνη, δεν κάνουν στους εγκληματίες! Κι όλα αυτά ξεκίνησαν από τη Σπιναλόγκα, που μου άνοιξε την όρεξη για Κρήτη γενικά. Η παράνοια δείχνει να μην τελειώνει κι ήρθε η ώρα να φύγουμε για Αντίπαρο.
Μια βόλτα στο μώλο είναι πάντα ευχάριστη. Τα ονόματα της κάθε βάρκας τραβάνε την προσοχή μας, ψάχνουμε απεγνωσμένα (δεύτερη φορά) για κάποιο ψαροκάικο που θα μας πάει εκδρομή γύρω από το νησί, στο Δεσποτικό, στα Μοναστήρια. Το μάτι πέφτει στην επιγραφή «Οι Δυο Μαριγούλες». Τι έμπνευση κι αυτή! Συμπεράναμε ότι καμία βάρκα δεν τη λένε Κλαίρη ή Αλεξία.

Ημέρα 16-
Με το που κατεβήκαμε από τη βάρκα, δεν πρόλαβα να πατήσω το πόδι μου στη στεριά (Λάγγερη πάλι) ένας χοντρός μουστακαλής κλείνει την προβλήτα (πήγαινε η κοιλιά μπροστά κι ο χοντρός πίσω) , παρέα με ένα χαριτωμένο ντυμένο στα φούξια κοριτσάκι. Εκείνος κάτι μουρμουράει – δεν αναγνωρίζω την περίεργη αυτή γλώσσα. Το κοριτσάκι αγανακτισμένο του ρίχνει μια κουτουλιά – στο ύψος της κοιλιάς βρίσκεται και το κεφάλι του κοριτσιού- και λέει αφηνιασμένο «Αφού σου λέω, δεν καταλαβαίνω Κρητικά!». Εκείνος συνεχίζει ακάθεκτος – κάποια μαντινάδα πρέπει να έλεγε γιατί ακουγόταν πολύ μελωδικό. Το κεφάλι μου αν και δεν έστριβε δεξιά λόγω ψύξης – το πάθαμε κι αυτό- στριφογύρισε πέντε φορές μέχρι τα μάτια μου να συναντήσουν τα μάτια της Κλαίρης. «ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΔΥΝΑΤΟΝ!» είπα σοκαρισμένη με όλη τη δύναμη της φωνής μου ( ο κύριος Χοντρός θα νόμισε ότι αγανάκτησα μαζί του, που να’ ξερε ο άνθρωπος).
Διασχίσαμε χιλιόμετρα παραλίας (υπερβολή) μέχρι να καταλήξουμε σε ποιο κομμάτι άμμου θα κατασκηνώσουμε. Από πίσω μας ακολουθούσε ένας κατάλευκος καραφλός με μωβ μπλουζάκι. Είχε βάλει σκοπό της ζωής του στην τεράστια άδεια παραλία να απλώσει την πετσέτα του δίπλα μας κολλητά. Και δεν έφτανε αυτό, όταν τελικά εγκαταστάθηκε στα δυο μέτρα από τον καταυλισμό μας, έβγαλε κάτι ηχεία από το σακίδιό του που ξέρναγαν τράνς. «Υπάρχει λόγος που ερχόμαστε σε ερημική παραλία άνθρωπέ μου», είπε η Κλαίρη κι ο αέρας πήρε τη φωνή της μακριααααά, και την πήγε στα αφτιά του. Επιτέλους παρεξηγήθηκε, τα μάζεψε κι έφυγε.
Από την άλλη όχθη (στα πέντε μέτρα) ένα ζευγάρι εξηντάρηδων(Plus) έπαιζε ρακέτες σα να μην υπάρχει αύριο. Ο άντρας ήταν εντελώς γυμνός, νομίζω ότι γι’ αυτό δεν έχανε ποτέ το μπαλάκι, είχε βοηθητική ρακέτα (Τα μπαλάκια δεν τα μπέρδευε γιατί τα δικά του είχαν απορροφηθεί από την ηλικία- απ’ ό,τι πρόλαβα να δω, μη νομίσετε ότι κοιτούσα και επίμονα τα κάλλη του κυρίου!). 

Ανταπόκριση από την Αθήνα

Ημέρα 17
Αγαπημένε μου , 
Σήμερα το πρωί εγκατέλειψα το χωριό για να ταξιδέψω στην Αθήνα. Για τους περισσότερους ανθρώπους αυτή είναι η πρωτεύουσα και συνήθως την αγαπούν. Εγω τη σιχαίνομαι και δεν την αναγνωρίζω για πρωτεύουσα ( εγώ θα πάω στο Μονακό!). Ωστόσο δεν είχα άλλη επιλογή, έπρεπε να επιστρέψω εκεί από όπου ξεκίνησαν όλα, για να δω τι θα κάνω και να βάλω ένα τέλος στην εμμονική μου στάση το τελευταίο διάστημα. 

Χθες το βράδυ, γλεντοκοπήσαμε στο γνωστό στέκι μας, ξέρεις σε ποιο. Ανεπαίσθητα, πάνω στο χορό έκανα στην Κλαίρη – τη θυμάσαι τη φίλη μου την Κλαίρη; - μια γκριμάτσα δική σου κι εκείνη έφριξε από το πόσο καλά σε μιμούμαι – και πόσο συχνά της το κάνω τελευταία. Υποθέτω αυτός είναι ένας δικός μου τρόπος να σε σκέφτομαι.
Αν όχι σε πόλεμο, σίγουρα πάω σε μάχη με τον εαυτό μου. Είναι αδιανόητα δύσκολο να είσαι σίγουρος/η για τα «θέλω» σου τελικά. Και πίστευα ότι είναι το πιο απλό πράγμα. Το θέμα δεν είναι τα ΘΕΛΩ αλλά η προτεραιότητα σε αυτά.

Τέλος πάντων, εδώ στο Μπλού Σταρ τα πράγματα δεν πάνε πολύ καλά. Το πλήρωμα μας έχει ενημερώσει πάνω από πέντε φορές τι θα κάναμε σε περίπτωση που βουλιάζαμε. Ακούσαμε τον συναγερμό τουλάχιστον τέσσερις φορές. Εγω έχω γίνει κονσέρβα για να μη με ποδοπατήσουν οι λυσσασμένοι τουρίστες που πηγαινοέρχονται. Μετά μας έκαναν ζωντανή επίδειξη για τα σωσίβια (ποιανού σχεδιαστή να ήταν;). Τέτοια επιμονή δεν έχω ξαναδεί. Πιστεύω υπάρχει σοβαρή πιθανότητα να ναυαγήσουμε, και να βγεις Ναυαγός στον Πειραιά δεν λέει καθόλου. Δεν είμαι καλή στη Γεωγραφία αλλά νομίζω υπάρχουν νησιά εδώ γύρω ακόμα, προλαβαίνω να ναυαγήσω στη Σίφνο, τη Σέριφο, ή την Άνδρο. Οι συνθήκες εδώ στο πλοίο είναι αντίξοες. Εγω κι οι τσάντες μου καθόμαστε στο πλακάκι του διαδρόμου (το ένα μόνο μπορούσα να πιάσω) και παρά όλα αυτά έχουμε καλύτερη τύχη από αυτούς που την αράξανε με σλίπινμπαγκ στην τουαλέτα!
Τι ωραία που θα ήταν να ήσουν κι εσυ στην πόλη, να μου μάθεις την Αθήνα μπας και τη συμπαθήσω λιγάκι. Μάλλον όχι; Κάτι τέτοιες στιγμές έχουμε ανάγκη από ένα «καλό» και όχι ένα «οποιοδήποτε» μέντιουμ. 

Σε φιλώ, 

Αλεξία 

Υ.Γ. Έμαθα από την εφημερίδα της Κυβερνήσεως ότι οι Αμερικάνοι κατάφεραν να σχεδιάσουν ένα κινούμενο τηλέφωνο, «κινητό» το ονόμασαν το πράμα του διαβόλου. Όλα να τα περιμένεις από αυτούς… Αλήτες! Δεν ξέρω τι θέλουν να πετύχουν μέσα από αυτό το κατασκεύασμα αλλά θα σε παρακαλούσα πολύ να προσέχεις και να μείνεις μακριά του. 

Ημέρα 18-
Αγαπημένη Μητέρα, 
Η Αθήνα είναι μία κόλαση. Το σπίτι μας παρέμεινε κατάκλειστο για δεκαεπτά ημέρες και έχει υπερθερμανθεί. Νομίζω ότι ζω σε μια γιγαντιαία ξερή σάουνα. Είναι τόσο ζεστό και πνιγηρό που βαριανασαίνω, ούτε στο Περού να ήμουν. Το μόνο που βρήκα στο ψυγείο μας ήταν μια μπύρα – και μια μάσκα για σακούλες κάτω από τα μάτια που θα μου χρειαστεί αν συνεχίσω έτσι. Βρήκα είκοσι χιλιάδες φακέλους στο γραμματοκιβώτιο, αλλά κανένας τους δεν με αφορούσε. Είναι σίγουρο πια ότι το μεταπτυχιακό μου έκλεισε την πόρτα κατάμουτρα. Χάθηκε και η τελευταία μου ελπίδα… 
Μην στεναχωριέστε για μένα. Βέβαια τα εφόδια εξαντλούνται και η κατάσταση της υγείας μου ολοένα χειροτερεύει. Από την αδυναμία η δερμάτινη ζώνη που φορούσα όταν έφυγα τυλίγεται δύο φορές γύρω από τη μέση μου, αναγκάζομαι να τρώω χώμα με ζάχαρη όπως στην Αιτή μετά το σεισμό. Θα επιβιώσω, το ξέρω. Μια Κυριακή θα γίνει πάλι λεφτεριά και θα βρω καράβι να κατέβω να σας δω. 
Δεν μπορώ να πω περισσότερα, φοβάμαι μην πέσει σε λάθος χέρια αυτό το γράμμα.

Ημέρα 19-
Αγαπημένε μου Τζέρυ,
Οι ώρες στην Αθήνα δεν περνάνε με τίποτα. Σέρνω τα βήματά μου από το ένα δωμάτιο στο άλλο και περιμένω να ακούσω τα γατήσια σου βήματα ξωπίσω μου, αλλά τίποτα. Περιμένω το επόμενο γαύγισμα, αλλά επικρατεί σιωπή. Κοιτάζω το άδειο σου πιάτο, το μελαγχολικό σου σκυλόσπιτο και μου έρχεται να κλάψω. Κατά τ’ άλλα την παλεύει η μανούλα. 

Τώρα που πλέον είμαι νηφάλια θέλω να σου χαρίσω απλόχερα μερικές μητρικές συμβουλές, που αποκόμισα το τελευταίο διάστημα. Πρώτον, στη ζωή σου θα γνωρίσεις μόνο ένα αφεντικό. Μπορεί να αγαπάς όλα τα μέλη της οικογένειάς μας, αλλά κακά τα ψέματα, με μένα έχεις φάει το κόλλημα. Κάτι θα έκανα για να αξίζω την αγάπη σου. Ξέρω καλά όμως ότι τώρα που έφυγα, περνάς πολύ καλά με τη Λίλη και σου αρέσει να κάνετε αγκαλίτσες πίσω από την πλάτη μου. Να’ ξερες πόσο σε καταλαβαίνω, γι’ αυτό και σε συγχωρώ. Στην πραγματική ζωή συμβαίνει το ίδιο ανα διαστήματα. Μόνο που δεν έχουμε «αφεντικά» στην καρδιά μας κι αυτό τα κάνει όλα πια ζόρικα. Όπως λέει κι ο Γονίδης, «πιστά» είναι μόνο τα σκυλιά. Η μανούλα Τζέρυ βρίσκεται ακριβώς εκεί, στη φάση «ζόρικα». Μη δίνεις σημασία, θα σου εξηγήσω όταν μεγαλώσεις. 
Αυτά από τη γριά σου, σε 26 ώρες και δύο λεπτά θα βρίσκεται κοντά σου…
Η μανούλα

Ημέρα 20-
Αγαπημένε μου Πατέρα, 
Εσύ βρίσκεσαι στα νησιά Σαν Αντρές στην Κολομβία κι εγω είμαι πάλι στο πλοίο για Πάρο. Έχουμε καιρό να μιλήσουμε αλλά η σκέψη σου, και η γκαντεμιά σου, βρίσκονται μαζί μου, το ξέρω. Πληροφορήθηκα ,και πήρα μια χαρά και δυο τρομάρες, ότι θα έρθεις να με βρεις στις 6 Αυγούστου. Πως πετυχαίνεις πάντα τις ημερομηνίες όμως; 
Πριν από λίγη ώρα μου έστειλαν στον τηλέγραφο του πλοίου μια επίσημη πρόσκληση σε ένα πάρτι, που γίνεται στο Ηράκλειο Κρήτης, στις 6 Αυγούστου. Δεν ξέρω ποιος το κάνει ακριβώς, αλλά ο διοργανωτής, ο Στυλάτος, είπε ότι θα υπάρχει σιντριβάνι από Μπράντυ (το ακριβό, ξέρεις, το δικό του). Εντελώς τυχαία έχει ξεμείνει ένα open εισιτήριο στα χέρια μου, για πλοίο με προορισμό τη Σαντορίνη – την κατάρα μου να έχει μετά από όσα τράβηξα, τη Μύκονο, που όπως καταλαβαίνεις δεν πρόκειται να πατήσω πόδι όσο είμαι ζωντανή μετά τις διακοπές μας το 2002 (ναι μπαμπά, ήσουν κι εσύ στο κότερο!), και… το Ηράκλειο Κρήτης. Μη βιάζεσαι να ταραχτείς, δεν έχω αποφασίσει ακόμα τι θα κάνω, παρότι η επίσκεψή μου στην Αθήνα είχε ακριβώς αυτό το σκοπό. Περιμένω να μου στείλεις οπωσδήποτε φύλλα κόκας να μασήσω, μπας και κατέβει καμιά ιδέα. 

Παρεμπιπτόντως, είδες τις φωτογραφίες της αποφοίτησης; Δεν φαντάζομαι να αγόρασες καμία! Οι άνθρωποι είναι ερασιτέχνες, ούτε φώτοσοπ δεν ξέρουνε. Νομίζω κιόλας ότι τις παραμόρφωσαν. Έχουμε εμείς οι Ζερβούδηδες γαμψή μύτη; Ψεύτικο χαμόγελο; Κού ντε μπιζόν; Πουατρίν φιμέ; Μπεζάς; Που τα βρήκαν και μας τα κόλλησαν αυτά μου λες; Αίσχος! 
Σε αφήνω γιατί ήρθε ένα τσουνάμι πριν λίγο, πέσαμε σε κάτι ξερονήσια και τρεμοπαίζουν τα φώτα εδώ, θα τυφλωθώ. Το υπόλοιπο πλοίο τα έχει ήδη σβήσει και βυθίζεται καθέτως λίγο παραπέρα.

Η άσωτη κόρη σου 

31.8.10

Ντοκουμέντο από το χαμένο ημερολόγιο vol3

(go back to vol2 )

Ημέρα 21-

Χθες το βράδυ έμεινα μέσα, στη γνωστή Βεράντα, με πατατάκια και μπύρα. Αστέρια δεν είχε ο ουρανός – παραμονή πανσελήνου- ωστόσο , χάζευα με τα κιάλια την «Αφροδίτη». Ναι, το πιο φωτεινό και μεγάλο αστέρι στον ουρανό είναι ο πλανήτης Αφροδίτη, αυτό που η μητέρα νόμισε κάποτε για U.F.O. και τρομοκρατημένη έτρεξε στο δωμάτιό της, κλείνοντας πόρτες και παράθυρα. Ξάφνου, κάνω μια απότομη κίνηση και χάνω την Αφροδίτη κάτω από τα πόδια μου. Με τα κιάλια κολλημένα στο μάτι (το ένα μάτι γιατί με τα δυο ζαλίζομαι) βλέπω τον «απέναντι» να κρατάει κιάλια και να με κοιτάει. Πόσο μακριά να ήταν; Αναρωτήθηκα. Κρατούσαμε τα κιάλια μας σφιχτά και κοιταζόμασταν για λίγα λεπτά με απορία. Κι εκείνος καθόταν σε βεράντα, πρέπει να είχε ωραία θέα. Είχε το ένα πόδι πάνω στο τραπεζάκι το άλλο στην καρέκλα, ένα στριφτό τσιγάρο κάπνιζε μόνο του κι ήταν έτοιμο να σβήσει. Άρχισα να μικραίνω το ζουμ για να καταλάβω πόσο κοντά ή μακριά μου βρίσκεται. Τελικά δεν ήταν ακριβώς απέναντι, έτσι όπως υπολόγιζα, αλλά σχεδόν απέναντι, στη Σίφνο. Και φυσικά ήταν ο Γοητευτικός! Χωρίς να χάσω το eye-contact τραβάω το τραπεζομάντηλο και του βάζω φωτιά με ένα σπίρτο. Όταν πλέον είχε αρπάξει αρκετά, άρχισα να το κοπανάω στην τσιμεντοκονία μέχρι να βγάλει ικανοποιητικούς-σε πυκνότητα- καπνούς. Γέμισα τα πνευμόνια μου με παριανό αέρα, φύσηξα τον καπνό και σχημάτισα μια καρδούλα. Το μήνυμα εστάλη. Εκείνος με τη σειρά του, έβαλε φωτιά σε μια συσκευή – κινητό τηλέφωνο πρέπει να ήταν- και όταν άρχισε να λαμπαδιάζει και να βγάζει μαύρους καπνούς, άρχισε να τους φυσάει και να κουνάει τα χέρια για να δώσει το κατάλληλο σχήμα. Μα τι ήταν αυτό το περίεργο σύμβολο; Σα να διέκρινα πέντε δάχτυλα καπνού και μια παλάμη… Μούντζα πρέπει να ήταν! (Λειτούργησε άρτια πάντως η επικοινωνία με τους καπνούς.) 

Πάντως οι ευχές που κάνουμε στα αστέρια πραγματοποιούνται, έστω και με καθυστέρηση.
Και με ύφος Μυστηριώδη « ααα, μαλλλάκα, να ερχόσουν να ήξξξερες», κεφάλι τεντωμένο πίσω, καρέκλα στα δυο πόδια από το τίναγμα προς τα πίσω, μισάνοιχτο στόμα που χάσκει και χέρια σφιχτά να δείχνουν μία το έδαφος και μία τον ουρανό). 

Ημέρα 22-
Στο ένα τραπέζι κάθονταν η Διευθύντρια, η Ψυχολόγος, ο Μηχανόβιος, η Τηλεπερσόνα και η Μητέρα. Με κρυφοκοίταζαν και χασκογελούσαν. Έχω γίνει πλέον η μασκότ του καφενέ, με το λάπ τοπ, γεμάτο δαχτυλιές, την αγουροξυπνημένη μούρη, το ηλεκτρο-φωτοστέφανο αφανέ μαλλί, τα δάχτυλα που δεν σταματούν να γράφουν. Έχω ανταλλάξει είκοσι καλημέρες, έχω αποσυντονιστεί τελείως. Με μέθυσε ο Τζέντλ- Μαν χθες και δεν μπορούσα να συντονίσω χέρι και εγκέφαλο. 

 Ο Τζέντλ- Μαν λοιπόν, όπως θα θυμάστε, δεν είναι πολύ μαρτηριάρης. Κάτι για το οποίο πρέπει να χαίρονται οι πέντε. Κουβέντα δεν του παίρνεις, σε σημείο που κινδυνεύει να χάσει το νόημά του ο «Σιωπηλός». Το πρωί δε, είναι εντελώς ακατάλληλος για συζήτηση. Καθόμασταν στα σκαλάκια του σπιτιού του όσο έψαχνε μπλούζα- μπανιερού. Τα μάτια μας δεκατέσσερα μη κι εμφανιστεί ο Δίας. Μπορεί να έκανε χθες φιλικές κινήσεις προς το μέρος μου- καταδέχτηκε να ακουμπήσει το κεφάλι του ελάχιστα εκατοστά από εμένα, κι αφού ο Τζέντλ- Μαν του υπέδειξε πόσο καλή είμαι χαϊδεύοντας το χέρι μου (σαν κουτάβι κι εγω) ο Δίας μου έδωσε ένα υγρό αλλά σύντομο φιλάκι, ωστόσο δεν τόλμησα να τον ακουμπήσω. Η μπλούζα εβρέθη κι ο Τζέντλ- Μαν επιβιβάστηκε στο αυτοκίνητό μου, με βαριά καρδιά και γουργουριστό στομάχι. Μέχρι εκείνη την ώρα δεν είχα καταλάβει ότι μεταφέρω έναν σελέμπριτι στη Σάντα Μαρία, όπου γινόταν πανικός από κόσμο. Φυσικά , ως γαλαζοαίματος, ανήκει στη φυλή των Άσπρων. Το λευκό αγαλματένιο δέρμα του δεν αντέχει το φως του ηλίου, ένα τηλεφώνημα έκανε – δεν ξέρω τι μέσα χρησιμοποίησε- και βρήκαμε ομπρέλα, ξαπλώστρες, κι έναν μαύρο να μας κάνει αέρα. Δεν καταδέχτηκε ούτε να μπει μαζί μας για βουτιά – νομίζω ότι φοβήθηκε το έντονο κόντραστ άσπρο- μαύρο. Μη σας ξεγελάει όμως το αδιάφορο βλέμμα και το αριστοκρατικό χαμόγελο. Πρόκειται για έναν Κίνκι- Τζέντλ- Μαν, όπως είπε η Κλαίρη. Κι αυτό, γιατί όπως λέει ο ίδιος, συγκεντρώνει χαρακτηριστικά κι από τους έξι μαζί. Τη σιωπηλή υπομονή του Σιωπηλού, τη διακριτικότητα του Στυλάτου, τη σπιρτάδα του Google- Translator, την τετράγωνη λογική του Πονηρούλη, την ευγένεια του Γοητευτικού ( ο Μυστηριώδης παραμένει Μυστηριώδης, δεν ξέρω τι μου τον θυμίζει). 

Ημέρα 23-
Έχω ένα περίεργο προαίσθημα για αυτό το Σαββατοκύριακο και δε νομίζω ότι έχει να κάνει με την άφιξη της Τατιάνας. Θα δείξει… Κι επειδή έρχεται με τρελές διαθέσεις, σήμερα απομονώθηκα στην ήσυχη Λάγγερη. Πριν από αυτό όμως, έπινα καφέ στο καρίνο – ο Τζένλ- Μαν έτρωγε ομελέτα. Με ορθάνοιχτο το facebook περιμένω κάποιο παραθυράκι να ξεπεταχτεί αλλά τίποτα. Κανείς δεν θέλει να μου μιλήσει. Τόση δουλειά έχουν όλοι επιτέλους; Περίμενα, περίμενα, ξεχάστηκα και παραλίγο να χάσουμε τη μαούνα- τρεχαντήρι. Ξέχασα να φέρω το βιβλίο μου, ξέχασα να πληρώσω τον καφέ μου, ξέχασα να πάρω νερό για το Τζέρυ, ήμουν καταδικασμένη να περάσω μια μέρα βυθισμένη στη χαζομάρα μου. Μα που είναι το μυαλό μου; 

Το απόγευμα κυκλοφόρησα σε όλη τη Νάουσα με άμμο στη μούρη και ασπρίλες από το αντιηλιακό παντού. «Σα να μην έχεις κάνει μπάνιο δέκα μέρες είσαι», είπε ο Τζέντλ- Μαν και το σκέφτηκε διπλά να με βάλει στο αυτοκίνητό του- να με πάει στο δικό μου. Τουλάχιστον μπανιαρίστικα για το βράδυ… (αυτή η Λάγγερη σε κάνει λίγο πατσαβούρα) 

Η μπαρότσαρκα ήταν επεισοδιακή. Ο Τζέντλ- Μαν κάνει ύπουλες κινήσεις με το κινητό του, με τραβάει αιφνιδιαστικά από το χέρι και με πάει έξω από μια ταβέρνα. Το κινητό- αυτό το περίεργο ηλεκτρονικό πράμα με κουμπάκια- προσγειώνεται στο αφτί μου( παρεπιπτόντως έχω πιεί κι έχω μπει γκόλ). Αναγνωρίζω με τη μια τη γοητευτική φωνή… Δεν ξέρω τι να πω και βασικά δεν πολυθυμάμαι – δεν μπορούσα να πιστέψω ότι έπιασα γραμμή. Σπάω το κεφάλι μου να θυμηθώ τι είπαμε, αδύνατο. Νομίζω κιόλας ότι είχα κουφαθεί πάλι- δεν άκουγα ούτε τις μουσικές από τα μπαράκια, ούτε τα γέλια των περαστικών, ούτε τις σκέψεις μου! Περισσότερα δεν μπορώ να πω. Έχω κλείσει ραντεβού με την Ψυχολόγο και στα καπάκια με ένα πολύ καλό μέντιουμ, τη Σουλτάνα… (ΠΡΟΣΕΧΩΣ). Δεν έχω έμπνευση σήμερα, από αύριο πάλι…

Ημέρα 24-
Η Τατιάνα καθόταν στο κατάστρωμα και χάζευε τα απόνερα του high speed. «Όσο πιο μακριά από την Αθήνα, τόσο καλύτερα» σκέφτηκε. Πήγα να την παραλάβω από το δρόμο με τις Καμάρες. Τον δρόμο αυτόν, τον ξέρω καλά, είναι ο ίδιος που σε οδηγεί στις εγκαταστάσεις της λατρεμένης ΔΕΥΑΠ. 
Το πρόγραμμα θεωρείται πλέον κλασικό. Καρίνο για καφέ, Σάντα Μαρία για μπάνιο. Στο Καρίνο είχε έρθει η ώρα να ανεβάσω το αποτυχημένο ημερολόγιο της 23ης Ημέρας. Μηδενική έμπνευση, μοιάζει να έχει περάσει πολύς καιρός να συμβεί κάτι συγκλονιστικό στη ζωή μου. Άκουγα και το «should I stay or should I go» και σκεφτόμουν το πάρτι του Ηρακλείου, κάτι πράγματι συγκλονιστικό, θα μπορούσε, να συμβεί εάν πήγαινα. Άσε που οι in cognito επισκέψεις μου αρέσουν πολύ για κάποιο λόγο! Ο Γοητευτικός σκάει μύτη στο παραθυράκι και για να μην επαναλαμβανόμαστε και κουραζόμαστε, θα καταγράψω μόνο ένα από όσα μου είπε. «Δεν θέλω να έρθεις στο πάρτι». Οοοοοοκέι. Δεν θέλεις; Δεν θα έρθω! 

Ημέρα 25-
Σε μια εβδομάδα ακριβώς, γίνεται το περιβόητο πάρτι. Και δεν είχα αποφασίσει ακόμα τι πρέπει να κάνω. Να πάω στο πάρτι των Έξι (μετά έμαθα ότι ήταν 15) στο Ηράκλειο ή να κάτσω στα αβγά μου στην Πάρο; Στο χωριό υπάρχει ένα μυστικό. Όλοι γνωρίζουμε ότι η Σουλτάνα διαθέτει μαγική γυάλινη σφαίρα, ρίχνει τα ταρό, διαβάζει τον καφέ κ.ο.κ. Είναι κοινή παραδοχή ότι πρόκειται για ένα «πολύ καλό μέντιουμ». Είναι τόσο καλή, που την επισκέπτονται οι Αστέρες του Χόλλιγουντ πριν πάνε να κλειστούν στα σπίτια τους στην Αντίπαρο. Ίσως να μπορούσε να δώσει λύση στο πρόβλημά μου, αφού κανένας άλλος δεν μπορεί. 

Εξωτερικά το σπίτι της δεν είχε τίποτα περισσότερο και τίποτα λιγότερο από ένα απλό κυκλαδίτικο σπίτι. Άσπροι άγριοι τοίχοι, μπλε παραθυράκια, γεράνια στις πήλινες γλάστρες και μια μωβ μπουκαμβίλια γαντζωμένη στα ξύλινα δοκάρια της πέργκολας, να σκιάζει το μπαλκόνι της. Δυο γάτες, μία μαύρη και μια ασπρόμαυρη, γλείφονται και γίνονται κουβάρι η μία πάνω στην άλλη. Η Σουλτάνα φορούσε μια ποδιά και στο χέρι της κρατούσε μια ξύλινη κουτάλα, από την οποία έσταζε κόκκινη σάλτσα. Η μυρωδιά από το κοκκινιστό ξέφυγε από την κουζίνα κι έφτασε μέχρι την εξώπορτα. Με έβαλε μέσα, έκατσα σε μια ετοιμόρροπη καρέκλα , εκείνη πήγε να χαμηλώσει τη φωτιά κι ύστερα με οδήγησε στο παράνομο υπόγειο, το μαντείο της. 
Άλειψε τα χέρια μου με λάδι και με έβαλε να φτύσω την τσίχλα μου στον κάδο. Ήθελα να γελάσω, πίστευα ότι θα με βαφτίσει! Επιτέλους κάτσαμε στη ροτόντα, που ήταν στημένη καταμεσής του σκοτεινού δωματίου. Η γυάλινη σφαίρα βραχυκυκλώθηκε όπως μου είπε, αλλά θα βρίσκαμε άλλο τρόπο να δούμε το άμεσο μέλλον. Άπλωσε την τράπουλα, την έκοψα, τη μάζεψε, είπε κάτι ακαταλαβίστικα, γύρισε τα μάτια ανάποδα, έχωσε δυο φύλλα δάφνης στα ρουθούνια της (ένα στο καθένα), άρπαξε το χέρι μου- νόμιζα ότι θα με δαγκώσει.

- Τι συμβαίνει; Τη ρώτησα προσπαθώντας να τραβήξω το χέρι μου πίσω 

- Μην ανησυχείς, δεν δαγκώνω, με διαβεβαίωσε. 
- Μήπως να κάνουμε κάτι πιο παραδοσιακό; Πρότεινα σκιασμένη από το τρελό της βλέμμα. Αποφάσισε να μου ρίξει τα χαρτιά. Δεν ήταν τα κλασικά Ταρώ, ήταν κάτι άλλες περίεργες κάρτες, Τίτσου. Προέρχονταν όπως μου είπε από τα βάθη της ερήμου, από έναν κινέζο μάγο που ταξίδευε στη Σαχάρα για να φτάσει στα Χανιά, τότε που η Κρήτη ήταν ακόμα ενωμένη με την Αφρική. Παλιά μαγικά δηλαδή, πολύ ψαγμένα. 
- Λοιπόν, άκου να δεις Σεραζάτ… 
- Αλεξία είπαμε… 
- Δεν έχει σημασία… Υπάρχει ένας άνδρας στην καρδιά σου κι άλλος ένας στο μυαλό σου. Αλλά αυτόν, με το μυαλό σου μπορείς να τον βάλεις στην καρδιά σου και τον άλλον να τον βγάλεις από την καρδιά σου με το ίδιο μυαλό. Ο ένας παίζει με τα νεύρα σου και του άλλου παίζει το μάτι του. 
- (Γιατί; Θα δει κανέναν; Σκέφτηκα) 
- Δυο δρόμους έχεις μπροστά σου και δυο εισιτήρια. Ένα χωριό ορεινό βλέπω, μια πλατεία, ένα σπίτι με αιώρα στον κήπο, δίπλα σε εκκλησία… (Ανασήκωσε το φρύδι έτριψε λίγο το πιγούνι και ξερόβηξε για να συνεχίσει). 
- Και που θα πάω;
- Κάπου θα πας, αλλά το πού δεν είναι ξεκάθαρο, δεν μπορώ να στο πω με σιγουριά… Πάντως και οι δυο δρόμοι καταλήγουν στην καταστροφή σου, καταραμένη Σεραζάτ! Ούρλιαζε και γύριζε το μάτι της. Η μάγισσα του Πορτομπέλο ολοζώντανη μπροστά μου. Τι της θύμισα; Τι της έκανα; Μόνο αυτή ξέρει… Άρπαξα τη σακούλα με τα λεμόνια κι άρχισα να τρέχω στη Νάουσα σα τρελή… 

Ημέρα 26-
“Τα πάντα ρεί”, έγραφε ο Ηράκλειτος. Γενικά ήταν λίγο ψυχάκιας σαν εμένα, τον ευχαριστούσε ο πόλεμος, η σύγκρουση, η αμφιβολία, τον γοήτευε η ασχήμια, η αέναη μάχη των στοιχείων της φύσης. Πιο βίαιος από τον Πλάτωνα, πιο άξεστος από τον Αριστοτέλη, πιο παλιός από τον Κάντ κι όμως μέσα σε μια απλή πρόταση περιέγραψε τον κόσμο που ζούμε. 

Ημέρα 27-
Την ίδια ώρα, στο Ηράκλειο Κρήτης η θερμοκρασία ανεβαίνει κατακόρυφα. Ο Γοητευτικός εγκατέλειψε την αιώρα του και κατέβηκε στα κεντρικά για έναν καφέ. Θα συναντούσε μια ψηλή, μελαχρινή κοπέλα, με μελαμψό δέρμα και πανέμορφα χαρακτηριστικά, την έλεγαν Psychobabble. Μη ρωτάτε πως το έμαθα, έχω τις άκρες μου παντού (ο Τζέντλ- Μαν με ξεπερνάει φυσικά). Η Psychobabble κάθισε σταυροπόδι και κοίταξε υποτιμητικά τον καπνό του Γοητευτικού. Ντέρτια πρέπει να έχει, σκέφτηκε. Ήξερε πολλά, αλλά το δημοσιογραφικό απόρρητο δεν της επέτρεψε να μιλήσει. Είχαν να συζητήσουν για το Πάρτι της 6ης Αυγούστου, καθότι κι εκείνη συμμετείχε στην οργάνωσή του, σε στενή συνεργασία με το Στυλάτο. Κοιτάζοντας τη λίστα των καλεσμένων, η Psychobabble διακρίνει ένα όνομα – μα πως βρέθηκε εκεί- κάποιου που ήξερε από τα παλιά. Τραβάει μια κόκκινη γραμμή, ο Γοητευτικός γουρλώνει τα μάτια του, κάτι πάει να πει, τον προλαβαίνει εκείνη όμως, «δεν θα έρθει» λέει αποφασιστικά. Ο Γοητευτικός μας είχε πιάσει στα πράσα. Η Psychobabble κι εγώ διατηρούσαμε κρυφή επικοινωνία όλο αυτό το διάστημα… Της βούτηξε το κινητό μέσα από τα χέρια – παρότι δεν ήξερε να το χρησιμοποιεί, δεν ξέρει από κινητά, ξέρετε- βρήκε τις τελευταίες κλήσεις και δεν δίστασε να με ξεντροπιάσει. Το κινητό χτύπησε δυο φορές, παρασύρθηκα και το σήκωσα πριν ζητήσω «σύνθημα- παρασύνθημα». Και δεν υπήρχε καμία αμφιβολία πλέον, ο Γοητευτικός μου την είχε φέρει καλά. 

Ημέρα 29-

Την πρώτη φορά που πήγα στο Παρίσι, ήμουν τεσσάρων ετών. Αυτή την πόλη την ερωτεύτηκα αμέσως. Τα φωτάκια, τις υπέροχες μυρωδιές, την γαργαλιστή προφορά, τους παλιούς πεζόδρομους, απ’ όπου φανταζόμουν να περνάνε άμαξες με βασίλισσες από άλλες εποχές. Ο πατέρας μου με πήγε βόλτα με ένα φέρι στον Σηκουάνα. Περνούσαμε κάτω από γέφυρες όταν ο ξεναγός μας προειδοποίησε να σκεφτούμε μια ευχή, γιατί σε λίγο θα περνούσαμε κάτω από μια μαγική γέφυρα. Ο πατέρας μου μού τα εξήγησε όλα αυτά οπότε η πληροφορία δεν είναι πολύ έγκυρη- αυτό δεν το σκέφτηκα τότε. Έκλεισα τα μάτια μου, σφίχτηκα λίγο – ήξερα από πάντα τι να ευχηθώ. Αφού περάσαμε τη γέφυρα ήμουν τόσο ευχαριστημένη, έλαμπα από χαρά. Όμως έπεσα στην παγίδα. Ο πατέρας με ρώτησε τι ήταν αυτό που ευχήθηκα τόσο παθιασμένα κι εγω σαν τούβλο του το είπα, «να γίνω πριγκίπισσα!». Άρχισε να γελάει μαζί μου χαιρέκακα λέγοντάς μου πως «τώρα που μου το είπες δεν θα γίνει!». Νομίζω έκλαψα πολύ εκείνο το απόγευμα… Ένιωθα κατεστραμμένη και φυσικά δεν του το συγχώρεσα ποτέ.
Τι ωραία που είναι όταν το μόνο που σε απασχολεί στις διακοπές είναι η ψηφοφορία μεταξύ Τζέντλ-Μαν και Γοητευτικού (το ξέρω ότι σας χρωστάω μερικές εξηγήσεις επι του θέματος και θα το κάνω κάποια στιγμή, μη βάζετε κακό με το νου σας), αν θα πας στην Κρήτη ή στη Σαμοθράκη, αν θα πάρεις τηλέφωνο κάποιον ή όχι, αν θα χαστουκίσεις τον Λατίνο ή όχι, αν έχεις κηλίδα ή χτύπημα ή ελιά στο πόδι, αν θα πας οδικώς ή με καραβάκι στο Μοναστήρι, αν θα πιείς τζιν τόνικ ή ένα διπλό με πάγο. Ένα διπλό με πάγο παρακαλώ… Προκάλεσα πανικό στον καφέ. Κατέφτασα αφηνιασμένη με το λαπτοπ αγκαλιά, η Διευθύντρια έκανε αέρα με μια βεντάλια – είχε και καύσωνα. “Τι έγινε;» ρωτούσαν όλοι και ψιθύριζαν μεταξύ τους. Ανασηκώνονταν από την καρέκλα, έπιναν νερό μηχανικά, κρυφοκοίταζαν τι έγραφα. Τα νεύρα μου είχαν τεντώσει όπως η σωβρακοφανέλα στην απλώστρα. … 
Πριν από λίγες ημέρες (αφού η παρέα των 6 μείων 2 έφυγε από το νησί) βρισκόμουν σε πραγματική απόγνωση. Εννοείται ότι με απασχολούσε κάποια από τις παραπάνω μπούρδες. Έκανα μια σειρά από ερωτήσεις στην Κλαίρη, που δεν προλάβαινε να απαντήσει και ξεφύσαγε αγανακτισμένη με τις τρέλες που της έλεγα (εκεί έχασα χρόνο αντί να πάω να βγάλω εισιτήρια για Κρήτη να τελειώνουμε) και με έστειλε να πάω να πάρω ένα πακέτο τσιγάρα. Το άνοιξε και δήλωσε ότι θα κάνει μια ευχή για μένα. Άρπαξε το πρώτο τσιγάρο του πακέτου, έσφιξε τα ματόκλαδα, κάτι ευχήθηκε από μέσα της και το έβαλε ανάποδα ξανά μέσα στο πακέτο. Με συμβούλευσε να το καπνίσω τελευταίο για να πραγματοποιηθεί η ευχή. Η άγνοια, μου σκοτώνει εγκεφαλικά κύτταρα. Τη ρώτησα πάνω από είκοσι φορές τι είχε ευχηθεί, καθότι στα θέματά μου είχαμε εξελίξεις καθημερινά κι είχα αρχίσει να φοβάμαι για αυτό που μπορεί να είχε ευχηθεί η Κλαίρη. «Είσαι σίγουρη ότι θα χαρώ αν βγει η ευχή σου;» ρωτούσα κάθε φορά που λιγόστευε ένα τσιγάρο από το πακέτο μου κι η ώρα της «ΑPOKALIPSIS” πλησίαζε. Εκείνη κουνούσε καταφατικά το κεφάλι αλλά δεν έλεγε λέξη. Σήμερα, μετά το τούβλο που έπεσε στο κεφάλι μου, την ρώτησα ξανά αγριεμένη. Πάλι δεν απάντησε, μου είπε μόνο ότι η ευχή θα πραγματοποιηθεί στο τέλος του καλοκαιριού. Αν με πιάσετε από τη μύτη είμαι να σκάσω, αλήθεια σας το λέω. 
Συμβουλές και ευχές, ότι χειρότερο κάνουν οι φίλοι σου για το καλό σου. Να προσέχεις τι εύχεσαι πάντως. Γιατί όταν εμφανιστεί αυτό που είχες ευχηθεί μπροστά σου, αλλά δεν ξέρεις πώς να το χειριστείς (π.χ. Μεταπτυχιακό, λέμε τώρα) μπορεί να ακούσεις ένα «φφφφφφφ» και να φας τα μούτρα σου σε κανέναν τοίχο. 

Ημέρα 30-
Πάω στο μπαρ για ένα «τελευταίο». «Πως βρέθηκες εσυ εδώ;», με ρωτάει ο κύριος** δίπλα. Γυρίζω να δω…. «Ήρωά μου!» του λέω και πέφτω στην αγκαλιά του….

Λίγες ώρες νωρίτερα…

Οι πιο καταθλιπτικές σκέψεις μου έρχονται το βράδυ. Οι πιο τρελές το πρωί. Για ακόμα μια φορά η αφηγήτρια σηκώνεται από το κρεβάτι αλαφιασμένη. Κοίταξα τη θάλασσα με κατεύθυνση προς Κρήτη, βρόντηξα το χέρι στο τραπέζι και αποφάσισα. «Εγω θα πάω!». Βουτάω το τηλέφωνο (εγω ξέρω πώς να το χειρίζομαι , όχι σα μερικούς μερικούς) και τηλεφώνησα στο κεντρικό Πρακτορείο της Παροικιάς. Ζήτησα τον τσίφ, αλλά δεν μου τον έδιναν, ήταν «απασχολημένος». Έτσι είσαι; Τώρα θα δεις…είπα μέσα μου και γυάλισε το μάτι μου. 

Διέσχισα το βουνό σε χρόνο dt και κατέφθασα αυτοπροσώπως στο πρακτορείο του εν λόγω κυρίου. Τα δυο από τα τρία γκισέ ήταν άδεια, αλλά δεν θα την γλίτωνε ο Κύριος, ήξερα καλά πώς να τον χειριστώ. «Δεν φεύγω από εδώ αν δεν μου πεις ότι θα μπω στο πλοίο», είπα αποφασισμένη και πέταξα το τσουλούφι μου από την άλλη, για να του δείξω ότι το μάτι μου γυαλίζει. Εκείνος έκανε τον δύσκολο, έψαχνε και καλά θέση, δεν έβρισκε, έκανε γκριμάτσες. Δεν περνάνε αυτά σε μένα όμως, δεν το βάζω κάτω. «Βάλε με μούτσο, θα βοηθήσω στο δέσιμο του πλοίου! Στην καφετέρια; Μπορώ να κάτσω εκεί, φτιάχνω φοβερό καφέ!», είπα κι άρχισε να γλυκαίνει η φάτσα του. « Θα κάτσω όρθια! Βγάλε μου εισιτήριο να τελειώνουμε», άλλαξα τον τόνο της φωνής μου μήπως και καταλάβει ότι όταν λέω «θα μπω σε αυτό το πλοίο ο κόσμος να χαλάσει» το εννοώ. Τα δάχτυλά του σπίναραν πάνω στο πληκτρολόγιο, το μέτωπό του άρχισε να ιδρώνει κι η ανάσα του χανόταν ανάμεσα σε διάφορα επιφωνήματα – είχε καταλάβει ότι δεν θα με ξεφορτωθεί εύκολα. Μετά από αρκετή ώρα κι ενώ του ζάλιζα τον έρωτα με όλες τις πιθανές λύσεις για το πώς θα μπω στο πλοίο για Κρήτη, τον ζάλισα τόσο πολύ που τον έκανα να μου βγάλει εισιτήριο επιστροφής. Και τώρα, τον είχα στο χέρι. «Μου έβγαλες επιστροφή, δεν γίνεται να μην πάω! Πως θα γυρίσω από κάπου που δεν έχω πάει!» εξήγησα. Σκούπισε με ένα μαντήλι τον ιδρώτα του, με κοίταξε, ξεφύσησε, ανακάθισε λίγο στην καρέκλα με τα ροδάκια, «εντάξει, θα μπεις. Θα μιλήσω στον Καπετάνιο», απεφάνθη. Τον κοίταξα καχύποπτα, του έκανα νόημα να σηκωθεί και τον έστειλα απευθείας στο μαγικό πλοίο. Περπατούσα πίσω του – μη κάνει καμιά τρέλα και κάνει αναστροφή για να γλιτώσει. Έκατσα κάτω από ένα φοίνικα μέχρι να τον δω να μπαίνει ( κι αφού φυσικά του άφησα μια λίστα με εκατό τηλέφωνα στα οποία μπορεί να με βρει). 

Εκείνο το βράδυ, μέσα στο Linadro είχε την ατυχία να πέσει πάνω μου. «Ήρωάααα μουουου!» του είπα κι έπεσα στην αγκαλιά του. «Κορίτσιααα, αυτός μου βρήκε εισιτήριο για Ηράκλειο!» είπα για να τον δέσω χειροπόδαρα (τώρα είχα και μάρτυρες). Και τον ξαναρώτησα για να βεβαιωθώ, «θα μπω στο πλοίο έτσι;» κι έσταζε το στόμα μου μέλι. «Θα μπεις είπαμε…» είπε κι αναστέναξε – δεν ξέρω γιατί- και μου έδωσε όλες τις λεπτομέρειες του σατανικού σχεδίου του. 

Κι έτσι , έγινε κι έφτασα στο Ηράκλειο, την 6η Αυγούστου στις 20:47μ.μ. ψάχνοντας για τα ίχνη του Γοητευτικού… 


Ημέρα 31- 

Καταφτάνω στο λιμάνι του Ηρακλείου ντυμένη πένα με βραδινό τσαντάκι (στο οποίο έχω στοιβάξει την πρωινή μου στολή, γυαλιά ηλίου κι ό,τι μπορείς να βάλεις με το νου σου. Σαν τη βαλίτσα της Marry Popins). Η Psychobabble με τη φίλη της Οδηγό έχουν κολλήσει στην παραλιακή κι αργούν να έρθουν, να με παραλάβουν, με στέλνουν σε ένα κτίριο όπου και ο ανυποψίαστος Λιόλιος περιμένει κάνοντας σβούρες γύρω από τον εαυτό του. Τον σκουντάω ελαφρά στο μπράτσο και του χαμογελάω. Φυσικά, ούτε εκείνος -όπως και κανένας άλλος εκτός της Psychobabble- δεν γνώριζε για την άφιξή μου. Άλλαξε δέκα χρώματα, του έπεσε το κινητό από το χέρι, άνοιξε διάπλατα το στόμα του με κοίταζε για τρία, τέσσερα λεπτά μέχρι να συνειδητοποιήσει ότι με βλέπει μπροστά του, εμένα κι όχι κάποια που μου μοιάζει. «Καλέ, εγω είμαι!» του λέω φιλικά κι εκείνος συνεχίζει να με κοιτάει άναυδος. «Τώρα ήρθα, φεύγω σε δέκα ώρες!» συμπληρώνω για να απαντήσω σε μια από τις χιλιάδες ερωτήσεις που ενδεχομένως ήθελε να κάνει. Μετά από ένα τέταρτο περισυλλογής, με κοιτάει μικραίνοντας τα μάτια – όπως κοιτάς έναν άρρωστο και υπολογίζεις με το χέρι τον πυρετό του- και μου λέει « Α, είσαι πολύ ερωτευμένη, δεν εξηγείται…» κι αφρίζω και μόνο που το ακούω παραθέτοντας όλα τα δυνατά επιχειρήματα που αποδεικνύουν το αντίθετο. 

Στοιβαζόμαστε στο αυτοκίνητο , η Psychobabble , δυο φίλες της εγω και στη μέση ο Λιόλιος (του κάναμε ακόμα αέρα) και φτάνουμε στο πάρτι στο περιβόητο χωριό. Ανεβαίνουμε μια σκάλα – μου φαίνεται τόσο περίεργο που βρίσκομαι εκεί, που είναι σαν τα πόδια να πηγαίνανε μόνα τους, όπως όταν ονειρεύεσαι, δεν νιώθεις την κούραση, την ελάχιστη προσπάθεια που κάνεις για να κινήσεις ένα άκρο, πηγαίνεις χωρίς να ξέρεις που ακριβώς και τέτοια. Το μάτι μου καρφώθηκε στη γνωστή αιώρα, τη διάσημη αιώρα του Γοητευτικού. Μετά το ανέβα, είχε και κατέβα (εδώ κολλάει το ΣΤΟ ΒΑΘΟΣ ΚΗΠΟΣ). Αμέτρητα ρεσό φώτιζαν τον κήπο, ένα ξύλινο μπαρ είχε στηθεί πάνω στο γκαζόν (ακόμα δεν είχε γκρεμιστεί) δυο τεράστιοι φοίνικες στόλιζαν τον ουρανό (δυο θυμάμαι εκτός κι αν τα έβλεπα διπλά). Δεν μπορώ να κεντράρω καλά, αλλά βλέπω μερικές φιγούρες – βερμούδες ανοιχτόχρωμες και σκούρα μπλουζάκια.

(Προτιμούσα να κοιτάω που πατάω, μην κάνω καμία θεαματική είσοδο με πιρουέτα). «Σιγά που δεν θα ερχόσουν, κουφάλα!» μου φωνάζει από μακριά ο Τζέντλ- Μαν ξεχνώντας τους καλούς του τρόπους για λίγο. Ένα ανοιχτό λευκό πουκάμισο, αέρινο, σκύβει μπροστά μου. Είναι ο Πονηρούλης, που με υποδέχεται με το γνωστό flirt-position στυλάκι (λοξή ματιά κ.ο.κ.). Ήταν και ο Σιωπηλός, πιο αντι-σιωπηλός από ποτέ (σιγανό ποταμάκι σας το έχω πει) με το γνωστό διφορούμενο μειδίαμα στα χείλη. Δεν πρόλαβα να πω πολλά μαζί του, γιατί πάνω στην ώρα έκανε μπαμ ο Google- Translator με καρό πουκαμισάκι κι έκλεψε την παράσταση! 

Ο Γοητευτικός δεν με έχει πάρει ακόμα χαμπάρι – η κατάσταση είναι κρίσιμη, δοκιμάζουν τον προτζέκτορα, τα φώτα, τα ηχεία- μέχρι που η Psychobabble τον βγάζει επιτέλους έξω από εκεί που είχε τρυπώσει και τον φέρνει μπροστά μου. Κόκαλο ο Γοητευτικός. Στην αρχή νόμιζα ότι το περίμενε, δεν φάνηκε να εκπλήσσεται. Όταν συνέχισε να κοιτάει σιωπηλός- κι άρχισε να μου θυμίζει την αντίδραση του Λιόλιου- πίστευα ότι δυσαρεστήθηκε τελικά από την έκπληξη ( να σας διευκρινίσω ότι μια ώρα πριν μπω στο πλοίο του ορκιζόμουν ότι δεν θα πάω. «Θέλεις να πιείς κάτι;», είπε σαν σωστός οικοδεσπότης και μου γέμισε ένα ποτήρι τζίν (με ύφος «κύριε πρέσβη μας κακομαθαίνετε» και ηχητικό εφέ «τζαμαρία που σπάει»). 
Η αμηχανία ήταν η καλύτερή μου φίλη όλο το βράδυ , αλλά κι ο Λιόλιος καλά που υπήρχε (όσο υπήρχε μετά πήγε «αλλού») γιατί παρότι με παρότρυνε να κάνω απρεπή πράματα , ήταν εκεί να ακούει τις σκέψεις μου (και φυσικά να παίρνει τους αντίστοιχους μορφασμούς). Μέσα σε όλα αυτά, είχα κι ένα λαιμό που με πέθαινε, νόμιζα ότι καταπίνω καρφιά, ότι το κεφάλι μου θα σπάσει (για όλα φταίει το γκαζόν). 

Η αμηχανία υποχωρεί και με πιάνει υπερένταση. Έχω μηδενίσει τις αποστάσεις, τι να λέμε τώρα. Ο Λιόλιος αρχίζει και κουράζετε – περίεργο- κάποια στιγμή εξαφανίζεται και πάει στο αυτοκίνητο της Psychobabble για ύπνο. Εκεί έμεινε μέχρι το ξημέρωμα… «Λες και σαν παιδάκι πήγε σε γάμο με τους γονείς του και βαρέθηκε και πήγε για ύπνο στο αμάξι!», σχολιάζει ο Στυλάτος πίνοντας λίγη ακόμα σαγκρία (σερβιρισμένη σε λεκάνη μπουγάδας). Μείων ένας, σκέφτηκα κι άρχισα να χορεύω με τον Google- Translator τόσο παθιασμένα, που τον περιέλουσα πολλάκις με ό,τι ποτό κρατούσε. Κι όμως, δεν ήταν ο Google- Translator όπως τον ξέρουμε, ήταν σαφέστατα πιο ήσυχος (οι κεραίες πάντα τεντωμένες φυσικά). Ήταν τόσο αγνώριστος, που σε κάποια φάση αποκοιμήθηκε πάνω μου σε ένα πεζούλι. Μείων δυο, λοιπόν. Όποτε περνούσε από κοντά μου ο Γοητευτικός του έβαζα τρικλοποδιά για να πέσει πάνω μου. Τα κατάφερνα με επιτυχία μέχρι που κατάλαβε το κόλπο μου κι όποτε το απέφευγε. 

Ο ουρανός αρχίζει να γίνεται μπλε ηλεκτρίκ, ο κόσμος να αραιώνει, εγω να νυστάζω… Χαρτιά και πλαστικά ποτηράκια κάλυπταν το γκαζόν, ο google- translator και ο Στυλάτος έκαναν ανασκαφές ανάμεσα σε μπουκάλια άδεια και σακούλες σκουπιδιών. Όλο και κάποιο άθικτο μπουκάλι Μπράντυ εμφανιζόταν, ή κάποιο ξεχασμένο γοβάκι. Αυτό που γουργούριζε δεν ήταν η κοιλιά μου, ή δεν ήταν σήμα πείνας τουλάχιστον. Δεν ξέρω τι ήταν, ίσως να έμοιαζε με αυτό που κάποιοι περιγράφουν ως «πεταλούδες στο στομάχι». Έπρεπε με κάποιο τρόπο να φτάσω στο λιμάνι, να μπω στο πλοίο, να επιστρέψω την Πάρο πριν η απουσία μου γίνει αισθητή. Αλλά με κρατούσε ένα χέρι κι ήταν «δυσκολάκι» να το αφήσω. 

« Ο έρωτας δεν είναι συναίσθημα, είναι δύναμη. Αυτή η δύναμη είναι ζωή. Ίσως να είναι σχετικά εύκολο να το πάθεις, αλλά είναι δύσκολο να ξεφύγεις από αυτό».

30.8.10

Ντοκουμέντο από το χαμένο ημερολόγιο (vol1)

Ημέρα 1

Μετά από τέσσερις μέρες αδιάκοπου ξενυχτιού ήρθε η ώρα της περισυλλογής. Παίρνω το λάπ τοπ παραμάσχαλα και απλώνω τα υπάρχοντά μου στο τραπέζι της βεράντας. Η ώρα είναι οκτώμισι, ο ουρανός είναι ακόμα ροζουλής, οι εικόνες από εχθές το βράδυ σχετικά θολές αλλά και πρόσφατες…

Άλλοτε το ταξίδι είναι μικρό κι άλλοτε μεγάλο. Αυτή τη φορά η ώρα δεν περνούσε… Φτάνοντας στο νησί κατά τις 12 το πρωί, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ είναι ένα ολόφρεσκο ψάρι σε ταβερνάκι πάνω στη θάλασσα, όπου θα διέσχιζα την απόσταση από το αυτοκίνητο μέχρι εκεί ξυπόλυτη, χωρίς μακιγιάζ, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Παρόλαυτά τίποτα δεν μοιάζει να είναι τόσο χαλαρό τις πρώτες μέρες, γιατί οι ρυθμοί της Αθήνας πέφτουν σταδιακά. Μετά λοιπόν από ένα καλό γεύμα κι έναν χορταστικό απογευματινό ύπνο, ήρθε η ώρα να γυρίσω- μαζί με τους συνένοχους- στον τόπο του εγκλήματος…

Τα στενάκια άδεια, θυμίζουν μεγάλη εβδομάδα, λίγο πριν σκάσει μπούγιο ο κόσμος. Ο αέρας είναι δυνατός και μυρίζει Κυκλάδες, ανακατεύει την πλούσια χαίτη μου και μου δημιουργεί εκνευρισμό! Μέχρι που φτάνουμε στο κατώφλι του all time στέκι και οικεία πρόσωπα χαμογελάνε αινιγματικά. Όχι, δεν αναρωτιούνται πότε ήρθαμε ( είναι προφανές ότι με το που πατήσαμε το πόδι μας στο νησί τρέξαμε στο δεύτερο σπίτι μας), δεν αναρωτιούνται ούτε αν θα κάτσουμε ( είναι σίγουρο ότι θα ριζώσομε εκεί μέσα μέχρι το ξημέρωμα για το καλό..). Αναρωτιούνται απλά αν έχουμε κι εμείς την ίδια αίσθηση… Ότι κάτι λείπει… Ότι κάτι δεν πάει καλά… Ότι κάτι άλλαξε στο στέκι μας κι ένας νέος κύκλος ανοίγει ( ύστερα από δυο πολύ ξεχωριστά χρόνια γλεντοκοπήματος!). Λείπουν δυο βασικά στελέχη και τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Λείπει το κατσουφιασμένο βλέμμα του μπαρμαν στο άκουσμα «Τζάγουαρ Μαρτίνι», και το πονηρό χαμογελάκι του σερβιτόρου- που ξέρει πολλά και λέει λίγα. Στη θέση τους βρίσκεται μια κοπέλα, που στην αρχή φαίνεται απρόσιτη και ασυγχώρητα μαυρισμένη. Γρήγορα όμως κι εκείνη θα αποτελεί μέρος όλου αυτού του σκηνικού που σημαδεύει τους χειμώνες μας. 

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, οι παρέες θα γνωριστούν μεταξύ τους, θα ανακατευτούν, θα διασπαστούν. Η ώρα της κατάθλιψης θα σπάσει όταν μια παρέα τριών σαραντάρηδων θα θρονιαστεί στον καναπέ σου. Ο ένας μοιάζει με τον Ρίτσαρντ Γκήρ, σε πιο παχουλό και αγαθιάρικο. Ο άλλος φέρνει λίγο σε Τζώρτζ Κλούνει αλλά έχει ένα αντιπαθητικό υποτιμητικό προς τις γυναίκες βλέμμα και η αυτοπεποίθησή του σπέρνει την αντιπάθεια μέσα μου από το «Καλησπέρα κορίτσια». Ο τρίτος, είναι ένας συμπαθητικός και γλυκός άνθρωπος, κεφάτος, ευγενικός και πιωμένος ( κατ’ εξαίρεση να σημειώσω). Τα μάτια του λάμπουν στη θέα του μπαλονά ( ο τύπος που πουλάει έξω από το μαγαζί μπαλόνια με ήλιον). Δεν μπορεί να διαλέξει πιο θα πάρει, βγάζει ένα εκατοστάευρο και τα αγοράζει όλα. Τα σφηνάκια πέφτουν καταιγίδα, ένα πουκάμισο παίρνει φωτιά, ή σχεδόν φωτιά, τα μπαλόνια περνάνε το μαρτύριο της ρώσικης ρουλέτας κι ένα ένα χάνονται στον ουρανό. Όταν έχουν μείνει μόνο λίγα, ο συμπαθής νέος φίλος μας διακρίνει μια «Ντόρα η μικρή εξερευνήτρια» να παρτάρει δίπλα στον Μποπμ Σφουγγαράκη και τη Σιντερέλα. Έξαλλος την αρπάζει από το χέρι, την κοιτάει στα μάτια, την αναγνωρίζει και της λέει φωναχτά « Ντόρα τσουλάκι σε βρήκα!». Κόβει το σχοινί του μπαλονιού και την αμολάει στο άπειρο κι ακόμα παραπέρα…

Ημέρα 2
Ο αέρας προμηνύει αλλαγή σκηνικού και στην παραλία… Η αγαπημένη μας παραλία αποφάσισε να μας μαστιγώσει με χιλιάδες κόκκους άμμου, επομένως αποφασίζουμε να μετοικίσουμε στην απάνεμη πλην «κατσάβραχη» παραλία (την οποία καταλήγουμε να επισκεπτόμαστε καθημερινά τελικά). Μαζί μας είναι και ο Τζέρρυ, το γνωστό θηρίο, και η νέα μας φίλη με το απαράδεκτο μαύρισμα που λέγαμε… Όλα μοιάζουν με μια μάταιη μετριότητα κι ενώ τσουρουφλίζομαι κάτω από τον ήλιο σαν παστή σαρδέλα, ξεχυμένη στο πλακέ βραχάκι, αναπολώ την αθηναϊκή μου παρέα, με την οποία πέρασα μια έντονη ξενύχτικη περίοδο τελευταία και μου έλειπε. 

Το ίδιο βράδυ μπήκαμε σε μια χρονομηχανή και ταξιδέψαμε πίσω, στο 2007. Ένα παλιό στέκι, με παλιές γνώριμες φυσιογνωμίες μας έκανε να νιώσουμε για λίγο ότι ο χρόνος παγώνει εκεί που δεν το περιμένεις. Περνάμε ξυστά από απανωτές διαστάσεις τύπου matrix και γινόμαστε οι τρεις μοναδικοί θαμώνες του μαγαζιού ( ακούγεται λίγο ποιητικό αλλά κυριολεκτικά ήμασταν μόνο οι τρείς μας). Πέρα από γλυκές αναμνήσεις με γεύση ντάκιουρι μάνγκο , το μέρος αυτό είχε τελειώσει στο 2007, επομένως γυρίσαμε πίσω στο 2010 και στο γνωστό μας στέκι… Ο νέος κύκλος άνοιξε σαν τους ασκούς του Αιόλου και σαν τα μπουκάλια βότκας ( με κράνμπερι που έχει και βιταμίνες όπως λέει κι ένας πιλότος…). Τραγούδια παλιά κι αγαπημένα φέρνουν κατάθλιψη και πάλι στην παρέα, που τώρα σφιχταγκαλιάζεται με τον dj, βαρώντας ντέφια και καμπάνες. Πάνω στην ώρα σκάνε και οι τρείς σαραντάρηδες φίλοι μας- συμπεριλαμβανομένου και του αγαπημένου μας μπαλονόφιλου, αυτή τη φορά ξεμέθυστος κι ακμαίος. «Un derniere chanson…” ακούγεται από τα ηχεία και χτυπήσαμε φλέβα. Σε αυτό το σημείο νομίζω έγινε κι ένας μικρός σεισμός, κατεδαφίζομαι από το σκαμπό και γλιστράω στην αγκαλιά της Κλαίρης, που φανερά συγκινημένη γκαρίζει μέσα στα αφτιά μου- κι εγώ στα δικά της- «where is my mind? Oh, oh where is my mind?”. ( Να θυμίσω στους αναγνώστες ότι το τραγούδι αυτό σημάδεψε το Πάσχα 2010, που συμβολίζει ίσως την καλύτερη περίοδο της νιότης μας όσον αφορά τις διακοπές).
Ένας νέος κύκλος λοιπόν, ανοίγει κι επισήμως… 

Ημέρα 3-
Πρωινή επιστροφή στα παλιά λημέρια, ο αέρας έχει υποχωρήσει και η παραλία μας, μας ανήκει. Όχι όμως και το βράδυ… 
Μια γνωστή φυσιογνωμία διακρίνω στο βάθος του σοκακίου. Είναι κοντός, κανελλί και τριχωτός. Έχει τεράστια αφτιά και μουγγρίζει… Φοράει φίμωτρο. Είναι αυτός… ο δαγγανιάρης πλην συμπαθητικός σκύλος. Αμέσως αναγνωρίζω και το αφεντικό του, δεν μπορεί να είναι άλλος, σκέφτηκα. Τον χαιρετάω και τον αιφνιδιάζω. Δεν με θυμάται στην αρχή, ζορίζεται λίγο- το βλέπω στο ανασηκωμένο φρύδι, αυτή την αμφιβολία, αυτή την πιανω-στον-υπνο. Το χαμόγελό του είναι ζεστό, οι χειρονομίες του θυμίζουν τζέντλεμαν. Φιλοξενεί και μια παρέα πέντε ατόμων – είναι στο σύνολο έξι, που να τα βάλεις μαζί τους και κανονίζουμε να βγούμε όλοι μαζί, να γνωριστούμε. Κοιτάζω την κολλητή και βλέπω θετική απάντηση στα καλοσυνάτα μάτια της. Γιατί όχι; Σκέφτηκα… 
Το χωριό είναι μικρό, πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς ραντεβού, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση. Όχι, δεν ήταν γραφτό, όχι δεν είναι τα άστρα. Είναι απλά μικρό το χωριό. Κάτσαμε για ένα πρώτο ποτό. Κλασσικές ερωτήσεις και κλασσικές απαντήσεις από τις δυο πλευρές – ποια σχολή, τι δουλειά, η καταγωγή μου, το σόι σου. Και τώρα ας συστηθούμε… 
1. Ο Τζέντλ-μαν. Είναι διαχυτικός, γιατί ουσιαστικά είναι ο λιγότερο άγνωστος. Έχει χιούμορ αλλά είναι μετρημένος. Δεν μιλάει πολύ, αλλά προσπαθεί να κάνει όλους να νιώθουν άνετα. Είναι και λίγο πειραχτήρι, αλλά κρατάει τον έλεγχο. Δεν μπορώ να πω περισσότερα, κινδυνεύουν τα ντολμαδάκια…
2. Ο Πονηρούλης. Είναι γλυκός κι όλες οι σερβιτόρες τον μπανίζουν. Σε κοιτάζει λοξά και γέρνει λίγο το κεφάλι. Έρχεται και φεύγει με ένα ποτό στο χέρι (γιατί παίζει σε πολλά ταμπλό). Οι ατάκες του ξεπερνούν τα όρια του συμβατικού χιούμορ, οι ντόπιες θέλουν να τον γδύσουν ( ενίοτε προχωρούν και στην πράξη σε ετούτο το ατόπημα). 
3. Ο Στυλάτος. Θα μπορούσε άνετα να διαφημίζει το πιο ακριβό Μπράντυ- και μετά το διαφημιστικό σπότ να ορμήσει σε λουκουμάδες με μέλι. Έχει το ύφος του κουλτουριάρη κι αποπνέει μια ευγενική μπρουτάλ σιγουριά. Είναι η ήρεμη δύναμη της παρέας… Ακόμα και στην τούμπα, έχει στυλ. 
4. Ο Σιωπηλός. Δεν μιλάει, δεν λαλάει, ένα περίεργο μειδίαμα στα χείλη μαρτυρά ότι από μέσα σκέφτεται διάφορα- ακόμα κι άσχετα με το θέμα. Κι εκεί που δεν το περιμένεις, ή νομίζεις ότι βαριέται, έρχεται και σου αμολάει ένα καρφί και σε στέλνει στο δίπλα μαγαζί ( εντάξει, υπερβολή… Απλά εκεί που πιστεύεις ότι δεν ξέρει ούτε το όνομά σου, μπορεί να σου χαρτογραφήσει με πέντε λέξεις την ψυχική και σωματική κατάσταση του νούμερο 6- τον άφησα τελευταίο για να έχει αγωνία…).
5. Ο google-translator. Οι γυναίκες ψαρώνουν με την αραβική στιχομυθία-τατουάζ του μπράτσου του. Τις πρώτες 24 ώρες πιστεύεις ότι σε αντιπαθεί. Όχι φίλε μου, απλά δεν έχει κοιμηθεί… Άπαξ και τον πετύχεις ξεκούραστο την πάτησες. Προσοχή στις εξηντάρες ξανθιές γοργόνες που κάνουν τοπ λες… ο γκούγκλ-τρανσλέητορ παραμονεύει… 
6. Ο γοητευτικός. Είναι σοβαρός και ετοιμόλογος. Είναι ο ορισμός ενός ζωδίου που ποτέ δεν θα μαντέψεις… Μην παίζεις με τη φωτιά, μην φας αχινό ακόμα κι αν έχει ψαρευτεί από τα χέρια του. Αν αρχίσει να μιλάει Ισπανικά κλείσε τα αφτιά σου. Λάθος timing σκέφτεσαι και σου έρχεται η θάλασσα στο κεφάλι (κατά το ο ουρανός σφοντύλι). Η Αθήνα δεν είναι μικρό χωριό λες, κι αφήνεις τα άστρα να κάνουν τα δικά τους… 
( κι επειδή κάνεις αυτές τις σκέψεις το σύμπαν φέρνει στο δρόμο σου μια βλαμμένη με ενοικιαζόμενο panda να σε τρακάρει στα καλά καθούμενα…)

Ημέρα 4-
Φευγάτο πρωινό και βουρ στα βραχάκια… Απλωμένη φούξια πετσέτα, αραδιασμένες σαγιονάρες και παρεό, ένα σκάφος πλησιάζει την προβλήτα απέναντι κι έξι αγόρια γέρνουν τη βάρκα (με την ευρύτερη έννοια) για να δέσουν. Ένας ένας πλησιάζουν… Ο τζέντλ-μαν, ο στυλάτος, ο γοητευτικός, ο σιωπηλός, ο πονηρούλης και ο πιο άσπρος από όλους, ο google-translator, ξεπροβάλουν πίσω από τα βραχάκια. Μας χαιρετούν αδιάφορα και ύστερα από πολλή σκέψη κάθονται στην πίσω ραχούλα, αγκαλιά με μια δωδεκαριά μπύρες. Που και που δανείζονται έναν αναπτήρα, ένα αντηλιακό, προσφέρουν λίγο πεπόνι ( όσοι τελικά απέμειναν στο βραχάκι και δεν πήγαν να φλερτάρουν Ιταλίδες και Ισπανίδες). Σεμνές και ταπεινές οι ηρωίδες μας απολαμβάνουν τον καυτό ήλιο και ρίχνουν ατσούμπαλες βουτιές στη θάλασσα να δροσιστούν. 
Ποιος θέλει να πάει σπίτι του όταν έχει τέτοιο ηλιοβασίλεμα; Και στην τελική τι τις έχουμε τις καφετέριες αν όχι για να μπαστακονόμαστε εκεί με τις ώρες; Και φυσικά, μικρό είναι το χωριό ξαναλέω, η παρέα των έξι ξαναπερνάει από μπροστά μας με τιγκαρισμένη μια σακούλα –μπορεί και περισσότερες αν κρίνω από το αποτέλεσμα- αφροδισιακούς ντόπιους αχινούς. Λίγο ο ήλιος, λίγο το ηλιοβασίλεμα, λίγο το βλέμμα πίσω από το μαύρο γυαλί, νομίζω ότι ζαλίστηκα. Και πάνω στη ζάλη μου στουκάρει ένας στόκος το αυτοκίνητό μου. Ήταν Ελληνίδα, αλλά δεν μπορούσε να συνεννοηθεί σε καμία γλώσσα. Το μόνο που ήταν ικανή να κάνει ήταν να με ξανατρακάρει. Είχε και δυο φίλες, η μία πιο έξυπνη από την άλλη. Η χαζομάρα είναι αήττητος εχθρός, θα τα βάλω στη μεικτή να ξεμπερδεύω… 
Εντωμεταξύ, από την πολλή αϋπνία ( και που είσαι ακόμα) και την εξάντληση η ζαλάδα φύτρωνε σαν δικαιολογία σε κάθε μου κίνηση. Μετά ήρθε και το αλκοόλ και όπως λέει και το ομώνυμο γκρούπ στο facebook “όταν πίνω γίνομαι άλλος άνθρωπος. Μετά πίνει κι αυτός και γίνεται χαμός». Ανάμεσα σε δυο μαγαζιά κι εν γένει διχασμένη, πήγαινα κι ερχόμουνα αναζητώντας απεγνωσμένα τη ζακέτα της κολλητής ( και τα μυαλά μου). Ο μπαρμαν προσέφερε νερό με καλαμάκι και όλη του την καλή διάθεση να με συνεφέρει. Με έβαλε υπο αυστηρή επιτήρηση για «να μη με πειράξουν» . Ωστόσο για ακατανόητους λόγους επιστρέφω μαζί με το απολωλός ζακετάκι στο άλλο μαγαζί. Ο σιωπηλός έσπασε τη σιωπή, ο πιλότος σωσίβια λέμβος, το ζακετάκι κρεμάλα, ο ήλιος έχει βγει και το βράδυ δεν λέει να τελειώσει. Και τελειώνει αιματηρά με ένα κομμάτι γυαλί στη σαγιονάρα της κολλητής.
Πέφτεις για ύπνο με μια σκέψη… «Θα κοιμάμαι μέχρι μεθαύριο… Καλύτερα, να μη σκέφτομαι κι όλας». Κι όμως, σε λιγότερο από τέσσερις ώρες έχεις ξαναξυπνήσει, είναι Κυριακή, έχεις υπερένταση και προβάρεις την στάση στρουνθοκαμήλου… 

Ημέρα 5&6
Ημέρα 5- Κυριακή – Έχω αγώνα σήμερα… 
Διακοπή για Διαφημίσεις. 

Ημέρα 6- Δευτέρα - Επιτέλους Ίντερνετ 

Πρωί πρωί ανοίγω το μάτι γαρίδα για να ελέγξω το κινητό. Μην είχα καμία έκπληξη; Κανένα μήνυμα από τους κρυφούς θαυμαστές μου; Όχι, ήταν η Αλεξαντρά, με μεγάλη έμφαση στο ΝΤΡά. «Μπες στο ifa (γαλλικό ινστιτούτο) να δεις τα αποτελέσματα σου και τηλεφώνησέ μου» έγραφε. Πανικοβλήθηκα, πετάχτηκα από το κρεβάτι, ίσα που πρόλαβα να βάλω ένα μαγιό ( τελικά δεν ήταν αυτό που νόμιζα) κι έτρεξα στο café του Κωνσταντίνου να μπω στο Διαδίκτυο. Ήταν μια πραγματική απόλαυση, ύστερα από μια εβδομάδα αποτοξίνωσης… Καταλαβαίνω ότι είμαι μανιακή με αυτό και αποφασίζω να μην πιω καφέ αλλά πορτοκαλάδα για να καταλαγιάσω μια από τις πολλές εμμονές μου – καφεΐνη ας πούμε. Η αποτυχία ήταν ζωγραφισμένη ψηφιακά μπροστά στην οθόνη, για άλλη μια φορά η αγαπημένη μου δεύτερη πατρίδα, Γαλλία, με είχε απορρίψει. 
Απαρηγόρητη μπαίνω στο facebook να δω κουτσομπολιά, να νιώσω λίγο καλύτερα. Παίρνω κι άλλη σύγχυση αρχίζοντας το μέτρημα αυτών που με ξεχάσαν εντελώς. Κι όλα αυτά μόνο σε λίγες μέρες. Δηλαδή αν γύριζα οριστικά Σεπτέμβριο; Κοινωνική δικτύωση σου λέει μετά… Αλλά δεν πειράζει, υπάρχουν κι άλλες πορτοκαλιές που φτιάχνουν ντάκιουρι λεμόνι….(?). Αποφασίζω με τα πολλά( κι αφού κατέφθασε αγουροξυπνημένη η Κλαίρη), να προσθέσω λίγους ακόμα φίλους στο προσωποφυλάκειο (που λέει και ο Φοίβος). Ψάχνω να βρω την παρέα των έξι, βρίσκω τον τζέντλ-μαν και τον Γοητευτικό. Συνεχίζω ακάθεκτη να ψάχνω και πετυχαίνω τον Στυλάτο. «Έχει έρθει η ώρα του Πονηρούλη» λέμε γελώντας διαβολικά και ρουφώντας λίγη πορτοκαλάδα. Αυτός είναι; Την ρωτάω με δισταγμό. «Πιστεύω πως ναι…» απαντάει μέσα από τα δόντια και κοιτάει καλύτερα. Θα στείλω personal message , της λέω. «ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΠΟΝΗΡΟΥΛΗ???» του γράφω κι αυθόρμητα στέλνω το friend request. Μετά από λίγο βρίσκουμε κι άλλον έναν πιθανό «Πονηρούλη». Γουρλώνω τα μάτια, ρουθουνίζω και λέω έντρομη στην Κλαίρη «Λες να το έστειλα πουθενά αλλού; Να είπα καναν άσχετο Πονηρούλη;». Από το ρουθούνισμα εκτόξευσα όλα τα παρατεταμένα εις την πιατέλα ψίχουλα στα διπλανά τραπέζια και αφού ξεσηκώσαμε όλο το καφέ με το νευρικό μας γέλιο, μπήκαμε στο τρεχαντήρι μας και περάσαμε απέναντι. 
Δεν είχε κύμα, αλλά κουνούσε αρκετά. Οι Γερμαναράδες δίπλα μου όλο γκρινιάζαν. Όταν αντιλήφθηκα ότι μιλάνε Γερμανικά, λέω στην Κλαίρη «Α; Γερμανοί είναι;», γύρισα την πλάτη μου από την άλλη κι άφησα τον jerry να τους κατουράει το σακ βουαγιάζ… Νομίζω ότι έχω αρχίσει να το χάνω… 
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα – ναι, στο στέκι πάντα- απολαμβάνω ένα κοκτέιλ με μανταρίνι και κακάο. Την ίδια ώρα, στο αθηναϊκό στέκι με κλαίνε οι φίλες μου παρέα με τον «μπαρμανάκο», ταλαντούχος αλλά αντιπαθητικός…
Αφού έχω φάει την πρώτη κρυάδα κι έχω παραλείψει να σας πω ότι το μαγικό ίντερνετ ανάγκασε κάποιον πολύ Σνομπ να μου μιλήσει, η Κική τραγουδάει «Φαφαφά- φαφαφά-φά-φά» και δίνει μια σπρωξιά στην λάμπα πάνω από το κεφάλι μου. Η λάμπα με το καπελάκι της αρχίζει να χορεύει στους ρυθμούς του τραγουδιού αιωρούμενη πάνω από το μπαρ κι ένα φτερούγισμα με προειδοποίησε να γυρίσω τα μάτια μου από την άλλη μήπως και γλιτώσω το καρδιακό. Πως συνδέεται τώρα το φα-φα-φα με την αιωρούμενη χορευτομπάλα και τον Σνομπ;

Ημέρα 7-
Η Σάντα Μαρία άρχιζε επιτέλους να θυμίζει παραλία σαν από όνειρο, αυτό που δηλαδή ήταν πάντα, με την προσθήκη ενός beach bar τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον. Αυτό σημαίνει αρκετός κόσμος, αλλά όχι υπερβολικός, όπου θα έπρεπε να πατάς πάνω από τις πετσέτες και τα κεφάλια των άλλων κάνοντας ζικ ζακ για να φτάσεις επιτέλους τη θάλασσα. Επίσης σημαίνει, ότι ο κόσμος μπορεί να παίζει ρακέτες γύρω σου χωρίς να στοχεύει εσένα. Τέλος, είναι η καταλληλότερη εποχή να βρεις ξαπλώστρα – ακέραιη κιόλας- την οποία θα τοποθετήσεις εκεί που θες και όχι εκεί που απλά χωράει. 

Αφού εγκατασταθήκαμε στην αγαπημένη μας γωνιά – δίπλα στο ναυαγοσώστη- ακούω ήχο μηνύματος ( η ιστορία είναι ελαφρώς παραποιημένη γιατί η συγγραφέας έχει χάσει λίγο την μπάλα με τις ημερομηνίες και ώρες). «ΈΚΤΑΚΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ. ΠΟΝΗΡΟΥΛΗΣ ΚΑΙ GOOGLE-TRANSLATOR ΘΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟ. ΨΑΞΤΕ ΤΟΥΣ». Σε αυτό ακριβώς το σημείο κοιτάζω προς τη Νάξο κι αποφασίζω να βάψω τα νύχια μου κίτρινα.

Ημέρα 8-
Μία βδομάδα αρκεί για να προσαρμοστείς στο υπέροχο αυτό μέρος. Μόνο η σκέψη ότι θα επιστρέψω για δυο, τρείς ίσως, μέρες στην Αθήνα, μου φέρνει εμετό. Βγες από το πλοίο, τρέχα στο τραίνο, πάτα τα ποδάρια των επιβατών, σπρώξε, σφίξου, ρουφήξου να χωρέσεις στο βαγόνι, πάρε βαθιά ανάσα να κατέβεις από αυτό, διέσχισε την παραλιακή γυρίζοντας το κεφάλι σου σβούρες – έχεις ξεσυνηθίσει και σε φανάρια, σήμανση κ.ο.κ Ιδρώτας, καύσωνας που αναδύεται από τσιμέντο, καυσαέριο που κολλάει στο δέρμα σαν μαύρη πέτσα. Αηδία. Ανασηκώνω λίγο το βλέμμα (εκεί που με αφήσατε είμαι ακόμα, στη βεράντα…) κοιτάζω τον ορίζοντα. 
Η παραλία με ονομασία Λάγγερη ή Λάγγερι, δεν είμαι σίγουρη για αυτό, είναι ο επίγειος παράδεισος των γυμνιστών και όχι μόνο. Για μένα που δεν ξεγυμνώνομαι τουλάχιστον, συνεχίζει να είναι μια από τις ομορφότερες παραλίες που έχω δει. Φωτογραφίες δεν θα σας δείξω, γιατί αυτό είναι απίθανο. Όσες φορές προσπάθησα να φωτογραφήσω την Κλαίρη, στο βάθος ξεπρόβαλλε κάποιο πέος, ή κάποιο κωλομέρι γυμνιστή. Εφοδιασμένες με ταπεράκια, νερό του οποίου η θερμοκρασία διατηρείται στα ρηχά νερά της θάλασσας και φυσικά, πάντα με το θηρίο Jerry μαζί, ρουφήξαμε όλο τον μεσημεριάτικο ήλιο. Ιδού και το τίμημα. Μια απαίσια καφέ κηλίδα εμφανίστηκε στην άκρη του ποδιού μου. Στην αρχή έμοιαζε με χτύπημα σαγιονάρας. Μετά με ελιά. Αλλά φοβάμαι ότι είναι μια βρωμερή κηλίδα που δεν θα φύγει ποτέ… Είμαι ΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΕΝΗΗΗΗΗΗ!!!Είμαι καταδικασμένη … Πρέπει να το αποδεχτώ. Το δέρμα μου αρχίζει να αποσυντίθεται… Από αύριο ομπρελίτσα και άσπρο πλαστικό σκουφάκι… ( Σαν αυτό που φοράνε οι γιαγιάδες).

Ξαφνικά θυμάμαι ότι είναι τα γενέθλια του αδερφού μου. Ξαφνικά θυμήθηκα κι ότι έχω αδερφό… Ενίοτε το ξεχνάω γιατί τα πρώτα δεκαοχτώμισι χρόνια της ζωής μου ήμουν μοναχοπαίδι, καταλαβαίνετε… Τέλος πάντων, τηλεφωνώ στη μητέρα του. Ήταν στον Κιάμο… Ε; Στο Κιάτο… Όχι, όχι, στο Κιότο μήπως; Τελικά ήταν στο Κίτο… του Εκουαδόρ. Δεν ζηλεύω. Δεν ζήλεψα ούτε όταν τα πρώτα του γενέθλια τα έκανε στη Μύκονο. Όχι. Γιατί είναι τεσσάρων και θα ζήσει υπο το ζυγό των μαμαδίστικων κανόνων, ενόσο εγω θα μετράω κηλίδες στα πόδια μου…. ( ΚΛΑΙΩΩΩΩΩΩΩΩ). Τουλάχιστον είμαι εδώ που είμαι, με πλήρη συνείδηση. Εκείνος δεν καταλαβαίνει πραγματικά τη διαφορά μεταξύ Κιάμου, Κιάτου και Κίτο. 
Τσιμπήματα ηλεκτρισμού ήταν το τελευταίο που χρειαζόμουν μέσα στη ντουσιέρα. Πέρσι παραλίγο να μείνω στον τόπο λόγω χαλασμένης γείωσης. Ήρθαν τα γεροντοπαλίκαρα της ΔΕΥΑΠ (ΕΥΔΑΠ ΠΑΡΟΥ) κατέβασαν τον γενικό και όμως τα βόλτ του τηλεφώνου της ντουσιέρας χτυπούσαν κόκκινο. «Υπάρχει γενική διαρροή μαντάμ, μπορεί να είναι από κάποιο διπλανό σπίτι, ή πηγάδι, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», μου ανακοίνωσαν κι έφυγαν στα μουλωχτά, αφού μου έδωσαν χρήσιμες συμβουλές. Όπως π.χ να δέσω ένα σύρμα από το τηλέφωνο μέχρι κάτω και να βάλω ένα πιρούνι για βάση και μετά να βάλω μόνο το ένα πόδι μέσα και το άλλο να το κρεμάσω από το ταβάνι… και κάτι άλλα που δεν κατάλαβα και ούτε προσπάθησα να τα εφαρμόσω. Τώρα που ξανα-ηλεκτρίστηκα στάνιαρα πάντως( το έχω συνηθίσει πλέον, αρκεί να μην έχεις παρανυχίδα γιατί τότε είναι που παθαίνεις ηλεκτροσόκ). Και πάνω που έσκυψα να πιάσω το σαπούνι, βλέπω την γνωστή βρωμερή κηλίδα του κού-ντέ-πιέ μου να αιωρείται. Σε λίγα λεπτά η κηλίδα έχει φύγει με τα απόνερα… Γιατί όπως από την αρχή πίστευα, πριν με πανικοβάλλουν οι άλλοι, ήταν χτύπημα από τη σαγιονάρα και όχι εξωγήινη βούλα.
(Σου το λέει πάντως κι από μόνο του… ΔΕΥΑΠ… ΔΕΗ- ΑΠ… Σε χτυπάει το ρεύμα και χόπ! Up!)

Ημέρα 9-
Ο Βέλτσος θα ήταν ντροπιασμένος αν με διάβαζε… Γιατί πάντα ήθελε να μας κάνει και πάλι παιδιά. Να εκπλησσόμαστε, να πιστεύουμε στη μαγεία. Αποτυχημένη προσπάθεια.. Στο πρώτο ακαδημαϊκό μάθημα κουνούσε πέρα- δώθε ένα σοκολατένιο αυγό kinder έκπληξη. Άρχισε να το γδύνει και να πετάει τα κομμάτια σοκολάτας παντού μέσα στο αμφιθέατρο, με αγωνία και λαχτάρα, προκειμένου να φτάσει στο παιχνίδι. «Δεν έχει σημασία η σοκολάτα», είπε, «το παιδί ψάχνει για το δώρο, την έκπληξη!». Ένα κομματάκι σοκολάτα γάλακτος έπεσε μπροστά του στο έδρανο, το βούτηξε με το μικρό του δαχτυλάκι, το έχωσε στον ουρανίσκο του και είπε σχεδόν από μέσα του «Ωραία βέβαια είναι και η σοκολάτα…». Για να είμαι ειλικρινής δεν κατάλαβα ποτέ τι ακριβώς ήθελε να πει, όπως και κανένας πρωτοετής άλλωστε. Κι αυτό νομίζω είναι που με κάνει να πιστεύω ακόμα πιο φανατικά ότι έχω φύγει από το στόχο. Δηλαδή τι να πω; Αν δεν το έπιασα στα 18 μου θα το πιάσω τώρα; 
Ρομαντισμός, αυτός ο άγνωστος φίλος.
Βυθισμένη μέσα στον απόλυτο κυνισμό μου διαβάζω με ενδιαφέρον το «ΝΗΣΙ» της Βικτώρια Χίσλοπ κι ανακαλύπτω μαζί της την εποχή που η Σπιναλόγκα κρατούσε σε ομηρία τους δεκάδες ζωντανούς-νεκρούς κατοίκους της. Μια εποχή που στην Κρήτη η κόρη του ψαρά παντρευόταν τον γιο του γαιοκτήμονα αλλά γούσταρε τον ανέμελο και γκομενιάρη ξάδερφό του. Μήπως αρχίσαμε να βλέπουμε τον Ρομαντισμό σαν την λέπρα; Μια κολλητική αρρώστια που πρέπει να ξεφορτωθούμε γιατί την φοβόμαστε; Αλλά αν τελικά όλες γουστάρουμε τον ανέμελο ξάδερφο, μήπως είμαστε κατά βάθος όλοι μολυσμένοι από ρομαντισμό; Δεν θέλω να το πιστέψω! 

Σε κάθε σελίδα που γυρίζω κάνω και από έναν κοιλιακό. Πατσαβουριάζομαι στα δυο για να πιάσω ξανά το μπαλάκι της άχρηστης που παίζει ρακέτες μπροστά μου. Η Κλαίρη, φανερά δυσαρεστημένη τις ρίχνει λοξές ματιές, αλλά η wanna be Julia Alexandratou συνεχίζει αδιάκοπα τις προσπάθειες να πετάει το μπαλάκι με τη ρακέτα όπως ο μάγειρας την ομελέτα με το ταψί, εξοντώνοντας έντομα και παραθεριστές.

O αδερφός μου, ο Γαληνός (λες κι έχω κι άλλον) με πληροφορεί ότι τις μέρες που θα με επισκεφτεί στην Πάρο θα είναι ολίγον τι busy. Έχει λέει πολλές δουλειές να κάνει. Όπως για παράδειγμα να φτιάξει το τραμπολίνο του. Με έφτυσε κι αυτός. Παρεμπιπτόντως, δεν βρίσκεται στο Κίτο του Εκουαδόρ, αλλά στην Κύμη Ευβοίας. Αλλά… που βρίσκεται ο μπαμπάς; 
Την ημέρα της πολυαναμενόμενης αποφοίτησής μου έσπευσε να μας ενημερώσει ότι θα ταξιδέψει στην μακρινή Νότια Αμερική. Θα επισκεπτόταν τα νησιά Τάδε, απέναντι της Κολομβίας. Αν τον ξέρατε, θα καταλαβαίνατε εύκολα ότι κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου απίθανο. Άλλωστε ο πατέρας, μπαίνει συχνότερα σε αεροπλάνο παρά σε ταξί. Αυτό που με ανησυχεί όμως είναι, τι πήγε να κάνει μόνος του εκεί; Τελευταία αναφέρει συχνά τις ανησυχίες του για το μέλλον μου, της πτωχής και άνεργης θυγατέρας που παρέκλινε από τον κλάδο της ιατρικής (ανταρσίααααα στο Ζερβουδέειιιικοοοο). Λες να σκαρώνει καμία «μπίζινα» με τους Κολομβιανούς; Δεν ξέρεις ποτέ που μπορεί να φτάσει ένας γονιός για το παιδί του. Μετά θυμάμαι ότι ο πατέρας του Google-translator επισκέφθηκε – περίπου τις ίδιες ημερομηνίες- την Κούβα. Κάτι συμβαίνει εκεί σας το λέω. Ο Νεκτάριος ο φίλος μου και επιχειρηματίας πάντως, επιμένει να αφήσουμε όλοι ράστα και να ανοίξουμε beach bar στη Νότιο Αφρική. Κάπου Νότια τέλος πάντων. Αδέλφια, ενωθείτε! Έφθασε η ώρα να μετοικίσουμε όλοι στο Τζιμπουτί…
Κάποιοι πάντως, προτιμούν να περάσουν ένα δεύτερο Σαββατοκύριακο στον ΠΑΡΟδεισο, παρά στο Λιβυκό Πέλαγος. Αν και το δικό μου μυαλό ταξιδεύει συχνά στην Κρήτη, μιας που διαβάζω μανιακά για το ΝΗΣΙ , η επέλαση των Κρητικών στις Κυκλάδες βρίσκεται πολύ κοντά. Άραγε θα σκάσουν με αλεξίπτωτα πάνω από τη Νάουσα; Θα βγουν με στολή βατραχανθρώπου στο παλιό λιμανάκι; Ίσως έρθουν απλά με τον ιπτάμενο δίσκο τους. Κάνω σενάρια, διότι μου είπαν να περιμένω έκπληξη.

Ημέρα 10-

Τίποτα για σήμερα.

vol 2 click here