18.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες vol3



Φτάνοντας στην 3η και τελευταία ιστορία, ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε για την πλέον επικίνδυνη καψούρα, την απαγορευμένη καλοκαιρινή καψούρα της ώριμης περιόδου.

Είναι η 3η και φαρμακερή. Η καψούρα που έρχεται σε πιο μεγάλη ηλικία, σε φαινομενικά ανύποπτο πάλι χρόνο, στην ώριμη περίοδο – διαφορετική για τον καθένα, άλλους τους πιάνει στα τριάντα, άλλους τους πιάνει στα σαράντα και άλλους στα πενήντα. Από εκεί και ύστερα, η καψούρα ονομάζεται γεροντοέρωτας και δεν μπορώ να μιλήσω για αυτό, καθώς δεν έχω φτάσει ούτε απ’ έξω, αλλά όποιον ξέρω που το έπαθε, το πέρασε πολύ βαριά.

Η ώριμη καλοκαιρινή καψούρα είναι η πιο επικίνδυνη, γιατί δεν έχει τον ενθουσιασμό των προηγούμενων και άρα, μπορεί να κρατήσει περισσότερο από το συνηθισμένο. Όπως είπαμε στο πρώτο επεισόδιο, η δύναμη της καψούρας και ο χρόνος ζωής της είναι αντιστρόφως ανάλογες. Επομένως, η ώριμη καλοκαιρινή καψούρα μπορεί να χάνει λίγο στη μονάδα μέτρησης του αρχικού πάθους και του ενθουσιασμού, αλλά μπορεί να κρατήσει περισσότερο καιρό. Και όσο περισσότερος χρόνος της δίδεται, μπορεί να φουντώσει αργότερα και να γίνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από μια απλή καψούρα.

 Όπου γάμος και χαρά…

Ο Βλάσης λοιπόν, βρέθηκε καλεσμένος στο γάμο ενός φίλου του και στο τραπέζι της δεξίωσης, είχε τη χαρά να σμίξει με παλιούς γνωστούς και φίλους που είχαν ξεχαστεί από καιρό. Παρατήρησε ότι όλοι συνοδεύονταν εκτός από εκείνον και θεώρησε ότι αυτό το πάρτι θα ήταν αρκετά βαρετό, δεδομένου ότι θα χανόταν για άλλη μια φορά η ευκαιρία να γνωρίσει κάποια κοπέλα.

Καθώς η ώρα περνούσε, έτρωγαν κι έπιναν και κάποιοι σηκωνόντουσαν να χορέψουν, οι θέσεις άλλαξαν και ούτε κατάλαβε πως, βρέθηκε δίπλα σε μια κοπέλα, που φυσικά ούτε αυτή ήταν ασυνόδευτη. Ίσως να την είχε γνωρίσει ξανά, αλλά δεν το θυμόταν. Ή μάλλον, το θυμόταν, αλλά ήταν σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.

Αφού μιλήσανε λίγο περί ανέμων και υδάτων, του φάνηκε πολύ οικεία τελικά, όπως όταν γνωρίζεις κάποιον για πρώτη φορά, αλλά αισθάνεσαι σαν να τον ξέρεις από πάντα. Αυτοί οι δύο καταλαβαινόντουσαν με έναν περίεργο τρόπο, παρότι δεν είχαν τίποτα κοινό. Και ζωδιακά να το πάρεις δηλαδή, ήταν εντελώς αντίθετοι σε όλα τους.

Ανάμεσα στις παύσεις της χαζοσυζήτησης, κοιτιόντουσαν και τα μάτια τους φλυαρούσαν ανελέητα. Ήταν αμοιβαίο βέβαια, ο Βλάσης δεν ήταν τρελός. Της κοπέλας της φάνηκε τόσο έντονη η αύρα μεταξύ τους, που ήταν σίγουρη ότι το βλέπουν και το καταλαβαίνουν όλοι. Όμως κανένας δεν έδινε σημασία, ούτε καν ο συνοδός της. Ήταν τόσο ξεκάθαρο, που απορούσε πως γίνεται να περνά απαρατήρητο, σαν να τους κάλυπτε κάποιος αόρατος μανδύας, σαν αυτός του Χάρι Πότερ.

Ο γάμος τελείωσε και μαζεύτηκαν σπίτια τους. Και πέρασε πολύς καιρός, που ούτε βλεπόντουσαν, ούτε μιλούσανε, όμως στριφογύριζε ο ένας στο μυαλό του άλλου. Κι έτσι, ήρθε το επόμενο καλοκαίρι και βρέθηκαν τυχαία πάλι, σε έναν άλλο γάμο. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πολύ πιο μπερδεμένα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο βρέθηκαν ξανά δίπλα δίπλα, να μιλάνε και να χαμογελάνε ο ένας στον άλλον κι ήταν σαν να αγκαλιάζονται χωρίς καν να ακουμπιούνται. Κανείς δεν παρατήρησε τίποτα, ούτε τα βλέμματα, ούτε τα γέλια, ούτε το κρασί που εξαφανιζόταν από τα ποτήρια τους με τρόπο μαγικό.

Και πέρασε άλλος ένας χρόνος και τους έφερε στο τρίτο καλοκαίρι, με κάποια ενδιάμεση τυχαία συνάντηση μέσα στο χειμώνα. Και πάθανε «Μαμιχλαπινάταπάι» (αν δεν ξέρεις κάνε κλικ να μάθεις) και κανείς δεν έμαθε ποτέ τι έγινε με αυτούς τους δύο, γιατί ο αόρατος μανδύας μπορεί τελικά και να υπάρχει!

Και επίσης, karma is a GREAT bitch.

No comments:

Post a Comment

Any comments?