9.8.18

A Zed Story...

Το alexized.blogspot.com μετακόμισε σε νέα διεύθυνση!

Τώρα πια θα με βρίσκετε εδώ: www.azedstory.com 

Σας ευχαριστώ που με διαβάζετε τόσα χρόνια και θα τα λέμε πλέον από εκεί!

8.8.18

Το κορίτσι που δεν έκλαιγε ποτέ



Ήταν τυχερή, είχε βρει το άλλο της μισό, κάτι πραγματικά σπάνιο και πολύτιμο. Ήταν αυτός για εκείνη, μόνον αυτός, το ήξερε, το ένιωθε, το έχτιζε κάθε ημέρα. Όλη της τη ζωή ήταν σκληρή, δυνατή, δεν είχε κανέναν ανάγκη για να τη δυναμώσει ή να την ολοκληρώσει. Ήταν αυτόνομη, αυτάρκης, γεμάτη από ενέργεια. Είχε πληγωθεί κάποιες φορές, μα ήταν μόνο γρατζουνιές που γρήγορα ξεθώριαζαν στο χρόνο. Απλώς έτυχε να βρεθεί εκείνος στο δρόμο της και τότε, εκτός από πολύ δυνατή, ήταν και πολύ ευτυχισμένη.

Ήξερε ότι βρήκε την πραγματική της αγάπη, γιατί αυτού του είδους η αγάπη γινόταν μέρα με τη μέρα πιο ισχυρή αντί να ξεθυμαίνει. Τον βάφτισε έρωτα, στήριγμα, σύντροφο, τον βάφτισε αγκαλιά, ταξίδι, μαξιλάρι, τον βάφτισε ευτυχία με γεύση.

Μια ημέρα όμως, έτσι ξαφνικά, κάτι έγινε κι ούτε ξέρει γιατί, εκείνος τυφλός από εγωισμό ή δειλός, ποιος ξέρει, έφυγε μακριά της. Την αποχαιρέτισε λέγοντάς την «αγάπη του», γιατί η αγάπη του ήταν. Αυτή τη φορά δεν ήταν γρατζουνιά. Ήταν ξερίζωμα.

Δεν άπλωσε το χέρι της να τον κρατήσει, γιατί είχε ακούσει από μικρή, πως όταν κάτι δεν γυρίζει πίσω σε εσένα, δεν ήταν ποτέ δικό σου. Δεν σταμάτησε ούτε μία στιγμή να πιστεύει ότι αυτός, που τώρα γύρισε την πλάτη και φεύγει, είναι η πραγματική αγάπη της, το απόλυτο ταίριασμά της. Έμεινε μόνη της, με τόσους πολλούς να της χαϊδεύουν τα μαλλιά και να της λένε πως είναι δυνατή, μόνη της με άπειρους φίλους, μόνη της με όλους εμάς γύρω της.

Δεν έπαψε να είναι δυνατή, δεν έπαψε να είναι αυτάρκης, αλλά ένιωθε ότι η μοναξιά της θα κρατήσει για πάντα. Θα έβρισκε σύντροφο, θα ερωτευόταν ξανά, πιθανότατα θα ξαναγαπούσε. Οι άνθρωποι ερωτεύονται πολλές φορές στη ζωή τους και έχουν την ικανότητα να αγαπούν περισσότερους από έναν ανθρώπους. Όμως ένας είναι ο άνθρωπος που κουμπώνει άψογα στην καρδιά σου…

Πέρασε ο καιρός, σε μια τυχαία συνάντηση τον κοίταξε από μακριά και ήξερε, ότι ακόμη, μετά από τόσο καιρό, είναι αυτός, κι ας μην του αξίζει. Όλοι έχουμε έναν δικό μας άνθρωπο στον κόσμο, για εκείνη ήταν αυτός. Δεν έκλαψε ούτε τότε. Χαμογέλασε στην παρέα της, είπε αστεία, ήπιε, τραγούδησε και χόρεψε και στο τέλος γύρισε σπίτι της έχοντας περάσει καλά. Μα όπως κάθε βράδυ, άκουγε το μικρό σφύριγμα, από την μικρή τρυπούλα που είχε ανοίξει στην καρδούλα της και δεν έλεγε να κλείσει.

Δεν κλαίει πριν κοιμηθεί, δεν το έκανε ούτε εκείνο το βράδυ κι ας τον είχε δει από τόσο κοντά, κι ας άντεξε να του δώσει απλώς μια ψυχρή χειραψία. Είναι δυνατή, πολύ δυνατή. Αυτό θα σκέφτηκε κι εκείνος ίσως. Ίσως ήταν τόσο βλάκας, που δεν κατάλαβε ποτέ τι χάθηκε όταν έφυγε…

Σε ανύποπτο χρόνο, ένα βράδυ, με ένα συνηθισμένο τραγούδι, σε μια χωρίς ένταση ατμόσφαιρα, τα μάτια της αρχίσανε να φλυαρούν με τη θάλασσα, ώσπου πια δεν ξεχώριζες τη θάλασσα από τα μάτια. «Μην κλαις. Είσαι δυνατή». Και τότε σήκωσε τις θάλασσες και απάντησε «κλαίω για όλα τα «μην κλαις» που μου έχουν πει».

Αυτοί που αξίζουν πραγματικά την αγάπη, είναι εκείνοι που την έχασαν…

25.7.18

Άνθρωπος: το μεγαλύτερο δυστύχημα του πλανήτη



Ένας άνθρωπος αναπνέει περίπου 9,5 τόνους αέρα το χρόνο, που αντιστοιχεί σε 7-8 δέντρα το χρόνο να φωτοσυνθέτουν αποκλειστικά για αυτόν, άρα περίπου 450-500 δέντρα αναλογούν στον καθέναν από εμάς, για να αναπνέουμε σε όλη τη διάρκεια της ζωής μας.


Ο πλανήτης που μας φιλοξενεί είχε την ατυχία να ζήσει αυτό που οι επιστήμονες λένε «Το Γεγονός της Μεγάλης Οξείδωσης», που αν δεν είχε συμβεί, τα δέντρα θα συνέχιζαν να υπάρχουν, αλλά εμείς όχι.  Παρ’ όλ’αυτά συνέβη, κι έτσι σήμερα η ατμόσφαιρα περιέχει περίπου 20% οξυγόνο χάρη στα φωτοσυνθετικά βακτήρια κι έτσι υπάρχουμε κι εμείς, οι άνθρωποι.

Ο άνθρωπος λειτουργεί με αυτοσκοπό την καταστροφή του πλανήτη, από την πρώτη κιόλας στιγμή που βγήκε από τη σπηλιά, καθώς από τους πρώτους πολιτισμούς μέχρι σήμερα, έχουμε ήδη καταστρέψει το 50% των δέντρων της Γης. Κόβουμε περίπου 15 δισεκατομμύρια δέντρα ετησίως και φυτεύουμε μόνο 9. Και συνεχίζουμε ακάθεκτοι να κόβουμε και να καίμε...


Κάθε εκατό χρόνια ξεσπούν πυρκαγιές από φυσικά αίτια (π.χ. κάποιος κεραυνός), και τα δάση αναγεννιούνται από τις στάχτες τους στην κυριολεξία. Αυτό έχει προβλέψει η φύση, γι’ αυτό και τα δέντρα έχουν την ικανότητα μεταπυρικής αναγέννησης! Στην Ελλάδα όμως καιγόμαστε κάθε χρόνο, όχι κάθε εκατό. Και το 95% των πυρκαγιών οφείλεται στην ανθρώπινη ασυνειδησία. Ή μήπως να πω καλύτερα εγκληματικότητα;

Δεν υπάρχουν λόγια, για το γεγονός ότι το 2018 οι άνθρωποι σε αυτή τη χώρα χάνουν τη ζωή τους από τη βροχή και από τη φωτιά. Μιλάμε για την ίδια χώρα που η τεχνολογία του iphone έχει μπει σε όλα τα σπίτια, που για μήνες μας ζαλίζουν με τις οπτικές ίνες, με τις πλαστικές σακούλες και τα πλαστικά καλαμάκια. Σε αυτή την τρελή χώρα και την τρελή εποχή, που ακόμη υπάρχουν εμπρηστές, οι οποίοι για όποιον στο διάολο λόγο έχουν, καίνε δάση, ζώα, πόλεις, ανθρώπους. Τι σημασία έχει αν οι εμπρηστές είχαν πολιτικό, οικονομικό ή άλλο σκοπό, τι σημασία έχει αν ήταν Έλληνες, Ρώσοι, Τούρκοι, άλλοι. Δεν είναι οι εμείς και οι εμπρηστές… είναι το ανθρώπινο είδος, το μεγαλύτερο δυστύχημα του πλανήτη.

21.7.18

Η Τέχνη του να Απλώνεσαι στον Κόσμο



Σήμερα ξύπνησα κουρνιασμένη όπως κάνω τα τελευταία χρόνια, παρότι στο κρεβάτι υπάρχει περιθώριο για λίγο άπλωμα παραπάνω, χωρίς να ενοχλώ τον «Συνοδοιπόρο» που κοιμάται δίπλα μου. Μαζεμένη σαν γατί, ξύπνησα λίγο πιασμένη, όπως κάθε ημέρα.

Λίγο αργότερα, καταφθάνω στη δουλειά και περνώντας από ένα στενό, βλέπω μια κυρία που είχε ανοίξει την πόρτα του αυτοκινήτου διάπλατα, πιο πολύ δεν γινόταν, μέχρι να καταφέρει να απλώσει το ένα πόδι, το ένα χέρι, το άλλο πόδι και το άλλο χέρι και να βγει τελικά έξω. Αναγκάστηκα να κόψω ταχύτητα για να μην την πάρω μαζί κι αυτήν και την πόρτα της και έπιασα τον εαυτό μου να ενοχλείται από αυτή την ανετίλα του απλώματος.

Ήμουν έτοιμη να την χαρακτηρίσω ζώο και γαϊδούρα, αλλά με σταμάτησε κάτι στην άκρη της γλώσσας μου. Α, ναι, πρόλαβα να τη βουτήξω στο μυαλό κι αυτή ήταν η γεύση της λογικής. «Καλά κάνει κι απλώνεται, να βγει με την άνεσή της, γιατί να μην επιβληθεί στο σύμπαν; Γιατί να δυσκολέψει την έξοδό της από το αμάξι, για χάρη των άλλων;» και σκέφτηκα μετά ότι είμαι τόσο πολύ μίζερη, που ποτέ δεν έχω ανοίξει πόρτα τόσο διάπλατα για να βγω, ώστε να μην ενοχλήσω κάποιον που περνάει και κόψει ταχύτητα (ή με πάρει σβάρνα).

Ίσως αυτή η μιζέρια να με εμποδίζει από έναν πραγματικά καλό και ξέγνοιαστο ύπνο, απλωμένο από τη μία άκρη του κρεβατιού μέχρι την άλλη. Πολλά τέτοια παραδείγματα μου έρχονται τώρα στο μυαλό, πολύ συχνά περιορίζω το άπλωμά μου, συνειδητά και ασυνείδητα. Πολλές φορές δυσκολεύω τον εαυτό μου για να διευκολύνω τους άλλους.

Η Τέχνη του να Απλώνεσαι στον Κόσμο επιτάσσει λίγη γαϊδουριά. Να μη μαζεύεις τα πόδια σου όσο καλύτερα μπορείς για να περάσει κάποιος π.χ. στο σινεμά. Κάνε λίγο πέρα για τη στάχτη στα μάτια και αν δεν χωρέσει πρόβλημά του, ας μην κατουριόταν, ας ερχόταν νωρίτερα, ας μην κάνει διάλειμμα. Να μην στριμώχνεις το αμάξι σε μια θέση parking για να χωρέσουν και οι άλλοι, να απλώνεσαι σαν η σακαράκα σου να ήταν λίμο.

Απλώσου. Ξεδιπλώσου. Το έχεις ανάγκη να γίνεις αν είσαι από αυτούς που συνέχεια στριμώχνονται. Χρειαζόμαστε διατάσεις κόσμε, έχουμε πιαστεί και παθαίνουμε κράμπες.




18.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες vol3



Φτάνοντας στην 3η και τελευταία ιστορία, ήρθε η στιγμή να μιλήσουμε για την πλέον επικίνδυνη καψούρα, την απαγορευμένη καλοκαιρινή καψούρα της ώριμης περιόδου.

Είναι η 3η και φαρμακερή. Η καψούρα που έρχεται σε πιο μεγάλη ηλικία, σε φαινομενικά ανύποπτο πάλι χρόνο, στην ώριμη περίοδο – διαφορετική για τον καθένα, άλλους τους πιάνει στα τριάντα, άλλους τους πιάνει στα σαράντα και άλλους στα πενήντα. Από εκεί και ύστερα, η καψούρα ονομάζεται γεροντοέρωτας και δεν μπορώ να μιλήσω για αυτό, καθώς δεν έχω φτάσει ούτε απ’ έξω, αλλά όποιον ξέρω που το έπαθε, το πέρασε πολύ βαριά.

Η ώριμη καλοκαιρινή καψούρα είναι η πιο επικίνδυνη, γιατί δεν έχει τον ενθουσιασμό των προηγούμενων και άρα, μπορεί να κρατήσει περισσότερο από το συνηθισμένο. Όπως είπαμε στο πρώτο επεισόδιο, η δύναμη της καψούρας και ο χρόνος ζωής της είναι αντιστρόφως ανάλογες. Επομένως, η ώριμη καλοκαιρινή καψούρα μπορεί να χάνει λίγο στη μονάδα μέτρησης του αρχικού πάθους και του ενθουσιασμού, αλλά μπορεί να κρατήσει περισσότερο καιρό. Και όσο περισσότερος χρόνος της δίδεται, μπορεί να φουντώσει αργότερα και να γίνει κάτι πολύ πιο επικίνδυνο από μια απλή καψούρα.

 Όπου γάμος και χαρά…

Ο Βλάσης λοιπόν, βρέθηκε καλεσμένος στο γάμο ενός φίλου του και στο τραπέζι της δεξίωσης, είχε τη χαρά να σμίξει με παλιούς γνωστούς και φίλους που είχαν ξεχαστεί από καιρό. Παρατήρησε ότι όλοι συνοδεύονταν εκτός από εκείνον και θεώρησε ότι αυτό το πάρτι θα ήταν αρκετά βαρετό, δεδομένου ότι θα χανόταν για άλλη μια φορά η ευκαιρία να γνωρίσει κάποια κοπέλα.

Καθώς η ώρα περνούσε, έτρωγαν κι έπιναν και κάποιοι σηκωνόντουσαν να χορέψουν, οι θέσεις άλλαξαν και ούτε κατάλαβε πως, βρέθηκε δίπλα σε μια κοπέλα, που φυσικά ούτε αυτή ήταν ασυνόδευτη. Ίσως να την είχε γνωρίσει ξανά, αλλά δεν το θυμόταν. Ή μάλλον, το θυμόταν, αλλά ήταν σαν να την έβλεπε για πρώτη φορά.

Αφού μιλήσανε λίγο περί ανέμων και υδάτων, του φάνηκε πολύ οικεία τελικά, όπως όταν γνωρίζεις κάποιον για πρώτη φορά, αλλά αισθάνεσαι σαν να τον ξέρεις από πάντα. Αυτοί οι δύο καταλαβαινόντουσαν με έναν περίεργο τρόπο, παρότι δεν είχαν τίποτα κοινό. Και ζωδιακά να το πάρεις δηλαδή, ήταν εντελώς αντίθετοι σε όλα τους.

Ανάμεσα στις παύσεις της χαζοσυζήτησης, κοιτιόντουσαν και τα μάτια τους φλυαρούσαν ανελέητα. Ήταν αμοιβαίο βέβαια, ο Βλάσης δεν ήταν τρελός. Της κοπέλας της φάνηκε τόσο έντονη η αύρα μεταξύ τους, που ήταν σίγουρη ότι το βλέπουν και το καταλαβαίνουν όλοι. Όμως κανένας δεν έδινε σημασία, ούτε καν ο συνοδός της. Ήταν τόσο ξεκάθαρο, που απορούσε πως γίνεται να περνά απαρατήρητο, σαν να τους κάλυπτε κάποιος αόρατος μανδύας, σαν αυτός του Χάρι Πότερ.

Ο γάμος τελείωσε και μαζεύτηκαν σπίτια τους. Και πέρασε πολύς καιρός, που ούτε βλεπόντουσαν, ούτε μιλούσανε, όμως στριφογύριζε ο ένας στο μυαλό του άλλου. Κι έτσι, ήρθε το επόμενο καλοκαίρι και βρέθηκαν τυχαία πάλι, σε έναν άλλο γάμο. Αυτή τη φορά τα πράγματα ήταν πολύ πιο μπερδεμένα. Με τον ίδιο ακριβώς τρόπο βρέθηκαν ξανά δίπλα δίπλα, να μιλάνε και να χαμογελάνε ο ένας στον άλλον κι ήταν σαν να αγκαλιάζονται χωρίς καν να ακουμπιούνται. Κανείς δεν παρατήρησε τίποτα, ούτε τα βλέμματα, ούτε τα γέλια, ούτε το κρασί που εξαφανιζόταν από τα ποτήρια τους με τρόπο μαγικό.

Και πέρασε άλλος ένας χρόνος και τους έφερε στο τρίτο καλοκαίρι, με κάποια ενδιάμεση τυχαία συνάντηση μέσα στο χειμώνα. Και πάθανε «Μαμιχλαπινάταπάι» (αν δεν ξέρεις κάνε κλικ να μάθεις) και κανείς δεν έμαθε ποτέ τι έγινε με αυτούς τους δύο, γιατί ο αόρατος μανδύας μπορεί τελικά και να υπάρχει!

Και επίσης, karma is a GREAT bitch.

17.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες...vol2

Για τον ορισμό της καψούρας και την ιστορία Καψούρα α': Ο γιός του ξενοδόχου, πατήστε εδώ
Διαφορετικά συνεχίστε...




Καψούρα β’: Με αεροπλάνα και βαπόρια... 

Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ένα καλοκαίρι στη Σίφνο, γνωρίστηκαν μέσα από κοινή παρέα, η Αγκάθα και ο Σίφης, ετών είκοσι δύο και είκοσι τρία αντίστοιχα. Αυτή η καψούρα ήταν αρχικά έντονη από τη δική του πλευρά, εκείνη δεν πίστευε σε τέτοιους έρωτες, τους απέφευγε. Εκείνη έμενε όλο το καλοκαίρι στο νησί, καθότι δούλευε εκεί, ενώ εκείνος είχε τις δικές του δουλειές στην Αθήνα κι άλλωστε ήταν περαστικός, οι διακοπές του ήταν κανονισμένες από καιρό, θα πήγαινε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Γαύδο. Ο Σίφης μαγεμένος από την Αγκάθα ξεκίνησε την πολιορκία και η Αγκάθα δεν άργησε να την πατήσει μαζί του, αλλά σχετικά ελαφρά, όσο το πάτημα της γάτας. Και δώστου κάθε Σαββατοκύριακο να πηγαίνει ο Σίφης στη Σίφνο και δώστου να αντιστέκεται η Αγκάθα, αλλά  κάθε φορά να δυσκολεύεται ολοένα και πιο πολύ να του αντισταθεί.

Ο Σίφης που είχε πάρει φωτιά για τα καλά, αλλά είχε και εγωισμό που να μην είχε, της έδωσε τελεσίγραφο. "Θέλω να έρθεις εσύ σε εμένα, έτσι για αλλαγή. Τάδε του μήνα θα κάνω πάρτι στη Γαύδο. Θα έρθεις;". Εεεεε... όχι; Η Αγκάθα ούτε που το σκεφτόταν στην αρχή, αλλά όμως, αυτό το τελεσίγραφο είχε μια πνοή τρέλας κι αυτό της άρεσε, καθότι Κριός κι εκείνη, όπως η αφηγήτρια. Οι ημερομηνίες δεν έβγαιναν, καθότι η Αγκάθα, την επόμενη του πάρτι, θα έπρεπε οπωσδήποτε να βρίσκεται στη δουλειά της μέχρι τις 12 το μεσημέρι. 

Τελευταία στιγμή, λίγο πριν μπαρκάρει το πλοίο, αποφάσισε ότι θα πάει να τον βρει κι ας ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε στη ζωή της (το είχε πει κι άλλες φορές αυτό και πάντα βρισκόταν με μπελάδες... ). Πήρε το πλοίο από τη Σίφνο, πήγε στην Πάρο, από την Πάρο στη Σαντορίνη κι από εκεί στο Ηράκλειο της Κρήτης. Από το Ηράκλειο πήρε το ΚΤΕΛ, πήγε στα Σφακιά, πήρε το πλοίο κι έφθασε στο πάρτι στη Γαύδο. Όλα για τον έρωτα. Όλα για ένα φιλί. Όλα για το Σίφη, που μπορεί τελικά να μην ήταν απλά μια καλοκαιρινή καψούρα, αλλά ο έρωτας της ζωής της. Δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον...

Τα ξημερώματα ο Σίφης δεν καταλάβαινε γιατί η Αγκάθα έπρεπε να φύγει. Γιατί δεν καθόταν λίγες μέρες μαζί του... Η Αγκάθα δεν κατάλαβε ότι αυτό το λάθος θα το μετάνιωνε για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Κι έτσι, έφυγε πίσω για το νησί της, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα. Βλέπετε ήταν όλα προδιαγεγραμμένα εξ αρχής, το άτιμο το σύμπαν... Όσο πιο δυνατός ο καλοκαιρινός έρωτας, τόσο πιο σύντομη η διάρκεια της περιπέτειας, αντίθετες δυνάμεις (βλέπε εισαγωγή στο vol1). Τέτοιος έρωτας δεν μπορούσε να επιβιώσει, θα τα σκέπαζε όλα. Δεν το ήξεραν τότε, βέβαια.. Τότε υπήρχε ακόμη η ελπίδα της επιβίωσης και η τελευταία ευκαιρία που νόμιζαν ότι θα υπάρξει. Η Αγκάθα επέστρεψε στη Σίφνο και λίγες εβδομάδες αργότερα επέστρεψαν και οι δύο στην Αθήνα. Κι είχαν όλα τελειώσει και κανείς δεν ξέρει γιατί... 

(ξέρω ότι μερικοί το διαβάζετε και σας έρχεται να σκάσετε και δεν καταλαβαίνετε γιατί δεν πήγε καλά αυτή η ιστορία. Κι εγώ έσκασα και δεν ξέρω τι συνέβη... Αλλά και να το γνώριζα, δεν θα σας έλεγα!)

Καψούρα γ': Όπου γάμος και χαρά... 

(συνεχίζεται...)

16.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες… vol1


Όλοι έχουμε ακούσει για την καλοκαιρινή καψούρα, ένα είδος καψούρας εντελώς διαφορετικής από όλες τις άλλες για λόγους που θα αναλύσουμε παρακάτω. Καταρχήν, η καλοκαιρινή καψούρα φημίζεται για δύο λόγους: τη δύναμή της και για το χρόνο ζωής της. Πρόκειται για δύο αντίθετες δυνάμεις που προσπαθούν να εξαλείψουν η μία την άλλη. Όσο πιο δυνατή είναι η καλοκαιρινή καψούρα, τόσο πιο γρήγορα σου τελειώνει. Ξέρω, είναι άδικο, αλλά αξίζει να το ζήσεις μια, δυο, πέντε, δέκα φορές στη ζωή σου.

Η καλοκαιρινή καψούρα ονομάζεται έτσι, γιατί συνήθως αρχίζει και τελειώνει μέσα στο ίδιο καλοκαίρι. Το πιθανότερο είναι να σε βρει στις διακοπές, ή σε κάποιο γαμήλιο πάρτι, ή σε κάποιο πάρτι γενικά. Η καλοκαιρινή καψούρα έχει ηλιοκαμένο πρόσωπο και ατίθασα μαλλιά, εμφανίζεται συχνά επάνω σε δύο ρόδες αντί για τέσσερις. Έχει την ιδιότητα να κάνει τα ηλιοβασιλέματα όμορφα σαν της Σαντορίνης, αν δεν βρίσκεται ούτως ή άλλως στη Σαντορίνη, και τις νύχτες ατελείωτες, ωσάν να έσβησε ο ήλιος – αλλά να συνεχίζει να κάνει ζέστη.

Φίλες μου (και λιγοστοί άνδρες φίλοι), μην ανησυχείτε, θα καείτε σίγουρα από μια τέτοια καψούρα, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή σας. Είναι αδύνατο να μην ερωτευτείς παράφορα όταν νιώθεις ανέμελος και σέξι . Στη βάση της η καλοκαιρινή καψούρα είναι ένα τεράστιο κομπλιμέντο για τον ίδιο μας τον εαυτό. Εγώ θα σας αφηγηθώ 2-3 καψουρο-ιστορίες από το φιλικό περιβάλλον, όχι για να σας αποτρέψω από το  πάθημα, ίσα ίσα, ελπίζω να σας πείσω να αφεθείτε και να φάτε τα μούτρα σας, γιατί η ζωή είναι πολύ μικρή για να μην τα φάτε.

Καψούρα α’: Ο γιός του ξενοδόχου

Εκείνο το καλοκαίρι, η Σμάρα θα πήγαινε στη Λήμνο με τους θείους της, που κάθε χρόνο επισκεπτόντουσαν το νησί, με αφορμή τους Ελληνοαμερικανούς φίλους τους, τους Ξενοδόχους. Η Σμάρα ήταν περίπου δεκαπέντε χρονών τότε και ο γιός του ξενοδόχου γύρω στα είκοσι ένα και όταν τον είδε, κεραυνοβολήθηκε αστραπιαία (τεράστια υπερβολή, αλλά έτσι το έβλεπε τότε).

Εκείνα τα χρόνια, η Σμάρα κοίταζε τον Έτσι, αλλά δεν έβλεπε τη χρυσή αλυσίδα με το σταυρουδάκι στο λαιμό, ούτε άκουγε την ελληνοαμερικάνικη προφορά, ούτε μπορούσε να προβλέψει ότι ο γεροδεμένος, ξανθός με μπλε μάτια, γιός του ξενοδόχου, λίγα χρόνια αργότερα θα είχε μια μπιροκοιλιά από τη Λήμνο ως τον Άη Στράτη. Έβλεπε μόνο αυτό που ήθελε να δει και πίστευε αυτό που ήθελε να πιστέψει. Ένα έλεγε εκείνος, δέκα άκουγε εκείνη. Τύχαινε να της κρατήσει το χεράκι λίγο πιο σφιχτά κι εκείνη ήταν έτοιμη να πάθει ανακοπή.

Η καψούρα ήταν αναπόφευκτη κάτω από τον έναστρο ουρανό και ήταν έντονη, καθότι η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει ήδη από το πρώτο λεπτό της γνωριμίας τους. Οι διακοπές της θα κρατούσαν λίγες ημέρες και λίγες ημέρες μετά, εκείνος θα επέστρεφε ούτως ή άλλως στην Αμέρικα. Το drama έκανε ακόμη εντονότερη την καψούρα της για τον Έτσι και φυσικά, η καψούρα έδωσε ρέστα από την αποχώρησή της από το νησί και μετά. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο δυνάμωνε η καψούρα, τόσο τα σχέδια για το επόμενο καλοκαίρι φούντωναν, τόσο οι πεταλούδες στο στομάχι την έκαναν σχεδόν να πονάει, τόσο τα τραγούδια της Celine Dion την έκαναν να κλαίει κι ήταν αδύνατο να κοιμηθεί το βράδυ γιατί τον σκεφτόταν συνέχεια… Και ξαφνικά, μια ημέρα μέσα στο φθινόπωρο όλα αυτά σταμάτησαν. Έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη.


(to be continued)

15.7.18

Στο μυαλό ενός δωδεκάχρονου...



Στη ζωή υπάρχουν σημαντικοί σταθμοί μετάβασης από μια κατάσταση στην άλλη, που σε αλλάζουν σαν άνθρωπο. Οι σταθμοί μπορεί να είναι αντικειμενικά ή υποκειμενικά μεταβατικοί. Για παράδειγμα, θα έλεγα αντικειμενική τη μετάβαση του παιδιού στην εφηβεία, το πέρασμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο ή από το σχολείο στο Πανεπιστήμιο. Υποκειμενική μετάβαση, είναι για παράδειγμα η αλλαγή που θα υποστεί κανείς μετά από μια τραυματική εμπειρία, όπως ένα διαζύγιο, δικό του ή των γονιών του, ή από έναν θάνατο, μεταφορικά ή κυριολεκτικά. Είναι υποκειμενική, καθώς για τον καθένα σημαίνει κάτι διαφορετικό και ο καθένας μας το περνά αναπόφευκτα σε απροσδιόριστο χρόνο μέσα στη ζωή του, συχνά χωρίς να το επιδιώξει ή να μπορεί να το ελέγξει.

Σκέψου τώρα, να συμπίπτουν δύο από αυτές τις καταστάσεις μαζί. Δηλαδή, να μεταβαίνεις στην εφηβεία και παράλληλα να γίνεται μπάχαλο στο σπίτι σου. Είναι αρκετά πιεστικό, γεμάτο εκρήξεις και τεράστιες αλλαγές, και το γνωρίζω από πρώτο χέρι. Κάποτε λοιπόν, ήμουν ένα δωδεκάχρονο κορίτσι (λίγο μικρότερη από αυτό), που τέτοια εποχή ετοιμαζόταν για το Γυμνάσιο κι έβλεπα την αλλαγή πολύ μεγαλύτερη από αυτή που αντικειμενικά ήταν. Το Γυμνάσιο ήταν μια δεύτερη ευκαιρία για καλύτερους φίλους, για καλύτερους βαθμούς και για καλύτερη ζωή. Ήταν ένα βήμα πιο κοντά στην ενηλικίωση, που φάνταζε σαν απελευθέρωση. Υπήρχε αυτή η ελπίδα της αλλαγής, που θα ερχόταν σταδιακά χωρίς να την καταλαβαίνω. Υπήρχε όμως και η άλλη μετάβαση, σχετικά με τον θυμό. Ο θυμός που εκφραζόταν ως τότε με κλάμα και άναρθρες κραυγές, μπορούσε πια να εκφραστεί καλύτερα με λέξεις, με λεκτική άρνηση, με λεκτική επίθεση και στην περίπτωσή μου, με τον σωτήρα μου, που ήταν και είναι ως τώρα η γραφή. Η εφηβεία είναι η δυσκολότερη πίστα όσον αφορά τον έλεγχο του μυαλού και τον συγχρονισμό του με τη γλώσσα.

Κάπως έτσι λοιπόν, ένα δωδεκάχρονο αγόρι που αγαπώ πάρα πολύ βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση που ήμουν εγώ κάποτε και άρχισε να μεταφράζει το φόβο και τα νεύρα του, σε κάτι που μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα οι ενήλικοι. Ο λόγος και η κρίση μπήκαν σε τροχιά. Να μην καταπιέζετε τους έφηβους επειδή δεν μπορείτε να τους ελέγξετε. Να τους ακούτε. Εγώ τον ακούω, ακούω το θυμό που εκφράζει με λέξεις και δεν μπορώ πια να στεναχωριέμαι για το θυμό του, γιατί πλέον μπορώ να συζητήσω μαζί του για αυτό. Ο δωδεκάχρονος πλέον αδερφός μου είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορώ να επικοινωνήσω πολύ καλύτερα από τους περισσότερους φίλους μου, γιατί έχουμε κοινά βιώματα και πλέον μιλάμε την ίδια γλώσσα. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό!

Σκεφτόμουν λοιπόν, ότι οι εκρήξεις που παθαίνουμε στην εφηβεία είναι απόλυτα λογικές βάσει αυτού. Φαντάσου πως αντέδρασε ο πρώτος άνθρωπος που ανακάλυψε τη φωτιά. Θα ούρλιαζε, θα χτύπαγε το κεφάλι του από χαρά και από έκπληξη, πιθανό να έδειρε και κάποιον από την υπερδιέγερση που του προκάλεσε το αίσθημα της δύναμης. Ο έφηβος ανακαλύπτει ότι μπορεί να εκφράσει την άποψή του. Ότι μπορεί να πληγώσει με τις λέξεις. Ακόμη κι αν είναι εξαρτημένος από τους γονείς του, βρίσκεται σε ένα στάδιο που πλέον μπορεί να τους κρίνει και αν το αποφασίσει, να μην τους χωνεύει! Ο έφηβος μπορεί πλέον να βάλει τα γεγονότα σε σειρά και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ένα παιδί δεν μπορεί να το κάνει αυτό.

Γονείς, ακούστε καλά τι σας λένε οι έφηβοι και μην τους παρεξηγείτε αν τα λένε λίγο πιο τσουβαλάτα. Είναι σαν να βλέπατε μέχρι σήμερα μόνο ασπρόμαυρο τον κόσμο και ξαφνικά, αρχίσατε να βλέπετε χρώματα. Ακούστε και μάθετε από αυτή τη μετάβαση, γιατί δυστυχώς, καθώς τα χρόνια περνούν, ο λόγος μας γίνεται άλλου είδους εργαλείο. Τον χρησιμοποιούμε χειριστικά ή διπλωματικά. Ξεχνάμε να έχουμε απόψεις, τις στρογγυλεύουμε, ή τις κρύβουμε. Πιστέψτε με, αυτά που έγραφα στα ημερολόγια του Γυμνασίου ήταν πολύ πιο αληθινά από ό,τι μπορει να γράψω ποτέ ξανά, ακόμη κι αν ήξερα ότι δεν θα τα διαβάσει κανείς, παρά μόνο εγώ. 

29.5.18

Δεν φιλάς θάλασσες αν φοβάσαι μην πνιγείς


Και τώρα θα σας εξηγήσω πως είναι να φιλάς θάλασσες, γιατί μερικοί είστε πολύ πεζοί για να το καταλάβετε.

Να φιλάς θάλασσες, τα χείλη σου να καίνε από την αλμύρα, να ξέρεις ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να πνιγείς, αλλά να ελπίζεις ότι μπορείς να κρατήσεις την ανάσα σου για λίγο ακόμα. Θέλεις να κολλήσεις τα χείλη σου στα δικά της, με την πιθανότητα να πνιγείς. Να ξέρεις ότι μπορεί να πνιγείς τελικά, αλλά να μην φοβάσαι. Γιατί αυτό παθαίνει όποιος ερωτεύεται τη θάλασσα, ρωτήστε και τους παλιούς ναυτικούς αν δεν με πιστεύετε. Όλοι ξέρουν τον κίνδυνο, αλλά δεν φοβούνται, γιατί η επιθυμία, είναι μεγαλύτερη από το φόβο. Να φιλάς θάλασσες, άστατες, αγριεμένες θάλασσες, που μπορεί να σε πετάξουν στα βράχια ή να σε παρασύρουν στο βυθό, στο χάος. Να μην φιλάς θάλασσες αν δεν αντέχεις να χαθείς μέσα σε αυτές.

Παίρνεις τα ρίσκα σου λοιπόν, σκύβεις και τη φιλάς. Κι άμα γλιτώσεις τον πνιγμό, σκύβεις να τη φιλήσεις πάλι, ξανά και ξανά, γιατί η σκέψη δεν φεύγει από το μυαλό σου. Γιατί φιλώντας τη, ανακαλύπτεις ότι αναπνέεις καλύτερα μέσα στο νερό και ο πραγματικός πνιγμός βρίσκεται έξω από αυτήν, όταν είσαι μακριά της. Γιατί το χάος της ταιριάζει άψογα με το χάος του μυαλού σου.

Δεν φιλάς θάλασσες αν φοβάσαι μην πνιγείς.

Κατάλαβες;

16.5.18

Δημόσιες Υπηρεσίες, Τόμος Β’: Επανέκδοση διπλώματος οδήγησης


Εκτός από τα υπόλοιπα ταλέντα μου, έχω και τη μαγική ικανότητα να εξαφανίζω τα πράγματά μου! Κάποια τα βρίσκω λίγο ή αρκετό καιρό μετά, κάποια άλλη χάνονται για πάντα. Δεν θα πιάσουμε βέβαια να συζητάμε τα όσα έχω χάσει αφήνοντάς τα σε απίθανα μέρη ανά τον κόσμο (π.χ. μέσα σε ταξί, μέσα σε ντουλάπες ξενοδοχείων), ούτε την τάση να αφήνω το κινητό μου παντού και μετά  να τρέχω πανικόβλητη να το μαζέψω. Ειδικά το τελευταίο ανήκει στην κατηγορία «σπορ», όχι στα ταλέντα. Εδώ μιλάμε για την απόλυτη εξαπάτηση των αισθήσεων, μιλάμε για μαγεία.

Τη μια μέρα το δίπλωμα οδήγησης ήταν στο ντουλάπι του αυτοκινήτου, την επόμενη ημέρα δεν ήταν εκεί. Κι έτσι άρχισε ο γολγοθάς της περασμένης εβδομάδας, με τα νεύρα να κυριαρχούν έναντι όλων των άλλων συναισθημάτων. Τη μια μέρα υπήρχε μάρτυρας που το είδε μέσα εκεί, την άλλη μέρα ο μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν το είδε ποτέ. Αφού έφαγα τον κόσμο στην κυριολεξία και έψαξα παντού, αποφάσισα να παραιτηθώ από την προσπάθεια ανεύρεσης και να βγάλω νέο δίπλωμα, γιατί ήθελα να πετάξω και μερικά λεφτά και δεν έβρισκα που, μιας που νύχι δεν μου έχει μείνει να πάω να το φτιάξω, το κομμωτήριο που εμπιστευόμουν έκλεισε οπότε ούτε ρίζα είχα να βάψω και βλεφαρίδες έχω μπόλικες, οπότε δεν χρειαζόταν να βάλω. Ναι, το να πετάξω τα λεφτά μου για να βγάλω νέο δίπλωμα ήταν καλή ιδέα.

Και τρέχα στο αστυνομικό τμήμα  να δηλώσεις την εξαφάνιση (όπου τσάλ-τσάλ ο δημόσιος υπάλληλος την τσίχλα). «Γειά σας, θέλω να δηλώσω μια εξαφάνιση», είπα συνοφρυωμένη. Ούτε που ταράχτηκε, μου φάνηκε δε, ότι τα έξυσε και λίγο μπροστά στα μάτια μου πριν καν γυρίσει να με κοιτάξει. «Τι έχασες;», μου απαντάει συνεχίζοντας να κοιτάζει την οθόνη του. «Το παιδί μου!», ήθελα να του πω μπας και επιτέλους γυρίσει την κεφάλα του. Κρατήθηκα όμως, γιατί η μητέρα λέει ότι στις δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να είσαι ευγενικός και καλοβαλμένος για να καταφέρεις να εξυπηρετηθείς. Αφού κατάφερα να συνεννοηθώ και στο τέλος γίναμε και λίγο φίλοι, πήγα στα ΚΕΠ. Εκεί ο υπάλληλος δεν μασούσε τσίχλα. Από εκεί, πήρα τα παράβολα παραμάσχαλα και γύρισα στο σπίτι κι έκανα υπομονή μέχρι την επόμενη ημέρα το πρωί, για να πάω στην τράπεζα να πληρώσω τα κέρατά μου τα παράβολα…

Τώρα έπρεπε να περιμένω μέχρι το επόμενο πρωί, για να πάω στο Υπουργείο Μεταφορών. Δεν υπήρχε ουρά όπως με έχουν συνηθίσει οι δημόσιες υπηρεσίες. Υπήρχε μόνο ένας μπάρμπας μπροστά μου, πολύ μεγάλος μάγκας, στάνταρ δάσκαλος οδήγησης. Μέσα από το τζάμι, πέντε άτομα. Ο ένας έκανε ότι δούλευε, οι άλλοι είχαν σχηματίσει πηγαδάκι, ντυμένοι σα να πήγαιναν στην παραλία και λέγανε τα νέα τους. Προσπάθησα να μην κοιτάζω επίμονα το ρολόι και εκείνους με μισό μάτι. 

Επιτέλους ήρθε αυτή με το παρεό να με εξυπηρετήσει. Τσαλ – τσαλ η τσίχλα να χτυπιέται στα δόντια της κυρίας. «Πήγαινε εδώ στη γειτονιά να βγάλεις καμιά άλλη φωτογραφία, αυτή με το μαγιό δεν κάνει». Ντάξει, αυτό με το μαγιό δεν έγινε ποτέ, αλλά η φωτογραφία όντως δεν έκανε, ήταν λέει μικρή. Πήγα κι εγώ απέναντι να τυπώσω μια γιγαντοαφίσα με την πιο ξινισμένη μούρη που μπορεί να έχω στις 8 το πρωί πριν τη δουλειά και κατέθεσα τα χαρτιά μου. Όλα καλά μου λέει. Πότε θα ξέρω ότι είναι έτοιμο, της λέω, γιατί στο μεσοδιάστημα δεν πρέπει να οδηγώ, έτσι λέει ο Νόμος. «Δεν θα σε ειδοποιήσουμε, έλα απλά σε δεκαπέντε μέρες!». Τσαλ-τσαλ. Ευχαριστώ. Γειά σας.

Δεκατέσσερις και σήμερα.

6.5.18

Φλερτ σε Μπαρ Νο 349



-          Ποιο άρωμα φοράς;… Όχι, άσε μην μου πεις… Θα το βρω μόνος μου…


Τρείς ανεπιτυχείς προσπάθειες μετά, ο Τυπάκος παραδέχτηκε ότι δεν μπόρεσε να βρει το άρωμα της Τζέν-τζέν (γνωστή και ως Πίπης), και άρα την προκάλεσε σε μονομαχία, ήταν η σειρά της να μαντέψει το δικό του.

-          Δεν μυρίζω τίποτα. Εδώ μέσα μυρίζει μόνο τσιγαρίλα, του είπε κοφτά κοιτάζοντάς τον αφ’υψηλού, μιας που του έριχνε κι ένα κεφάλι.

-          Με πρόδωσε η όσφρησή σου!, είπε χαριτολογώντας ανεπιτυχώς για ακόμη μια φορά. 

-          Η κολόνια σου σε πρόδωσε, η όσφρησή μου είναι μια χαρά!, αποκρίθηκε εκείνη και γύρισε το κεφάλι της από την άλλη.

Ο Τυπάκος είχε ξεκινήσει τη συζήτηση χρησιμοποιώντας τη γλώσσα του φλέρτ σαν πολυβόλο όπλο. Μάστερ του είδους του, κατάφερε μέσα σε λίγα λεπτά να ξαμολήσει όλες τις ατάκες που μπορεί να έχεις την ατυχία να ακούσεις σε πέσιμο μέσα σε μπαρ. Μέσα σε λίγες ώρες δε, τις είχε επαναλάβει σε τουλάχιστον δέκα τσικάκια. Πολυβόλο. Στον αυτόματο.

-          - Σου την πέφτουν σίγουρα πολλοί άντρες όταν βγαίνεις ε; Γιατί είσαι πολύ ωραία γυναίκα…

Ότι δηλαδή, τι να απαντήσεις σε αυτό; Ναι, μου την πέφτουν συνέχεια. Ή να είσαι ταπεινή, τύπου, Χα-χα, Όμορφη εγώ; Άντε καλέ… Ή Όχι και συνέχεια, δεν έχουν όλοι τόση αυτοπεποίθηση όσο εσύ! Κι αφού έχει πει αυτό, συνεχίζει ακάθεκτος…

-          Το αγόρι σου που είναι; Αποκλείεται μια τόσο όμορφη κοπέλα να μην έχει αγόρι!

Ναι, είναι νόμος της φύσης. Αν είσαι όμορφη έχεις αγόρι πάντα, αποκλείεται να συμβαίνει το αντίθετο. Οπότε εσύ είσαι η εξαίρεση. Η όμορφη που την περνάνε για άσχημη. Όπως είπε κάποτε ένας χαμηλοκώλης σε άλλη φίλη όταν αυτή τον χώρισε, «ήμουν ένα διαμάντι ανάμεσα στα βότσαλα, που δεν το αναγνώρισες ότι ήταν διαμάντι και το πέταξες πίσω στη θάλασσα!».

-          Μου θυμίζεις μια παρουσιάστρια/τραγουδίστρια/ηθοποιό…

Ελάτε τώρα αγοράκια, σταματήστε να λέτε αυτήν την ατάκα για να πιάσετε κουβέντα. Δηλαδή, πραγματικά, για να μη ρωτήσετε το ζώδιο και φανείτε κατινάρες, το αμέσως καλύτερο που έχετε να πείτε είναι αυτό; Σοβαρά;!

-          Από πού είσαι; Μοιάζεις με Σουηδέζα! (αν είσαι ξανθιά)

Αυτή η ατάκα μου θυμίζει τη Λίμνη Μπελέτσι που επισκέφθηκα πρόσφατα. Διάβαζα στο ίντερνετ ότι το τοπίο έχει Σκανδιναβική ομορφιά. Ξεκάθαρα αυτός που το έγραψε αυτό, δεν έχει βρεθεί ποτέ σε Σκανδιναβική χώρα. Έτσι κι ο Τυπάκος, ξεκάθαρα δεν έχει δει ποτέ Σουηδέζα από κοντά.

26.4.18

Ταξιδεύοντας με τον Μαύρο Σίφουνα




Ο Μαύρος Σίφουνας ήρθε στην κυριότητά μου το 2006, όταν ήταν ήδη πέντε χρονών. Δεν τον αγάπησα καθόλου, ήμουν εξ αρχής επιφυλακτική μαζί του, γιατί ο πρώτος είναι πρώτος και ο δεύτερος τίποτα και το πρώτο σου αμάξι το αγαπάς, ενώ για το δεύτερο σκασίλα σου.

Ο Σίφουνας είναι καλός, δεν φταίει σε τίποτα. Παρότι τον κακομεταχειρίζομαι χρόνια τώρα…με αντέχει. Τους πρώτους μήνες της σχέσης μας τρακάραμε με μια πέτρα και χάσαμε την πορεία μας και κινδυνεύαμε να πέσουμε στο γκρεμό με τις αγελάδες στα Μάρμαρα ή σαν εναλλακτική επιλογή να φρενάρουμε στο βράχο από την άλλη πλευρά. Τελικά βρήκαμε την ευθεία και γλιτώσαμε με την αεροτομή να έχει πετάξει λίγα μέτρα παρακάτω, τίποτα σοβαρό. Τον επόμενο χρόνο, μουτζώσαμε έναν κύριο (ο θεός να τον κάνει) κι εκείνος μας κυνήγησε λυσσαλέα, μας πλάγιαζε, μας στίμωχνε, μπήκε στο αντίθετο ρεύμα προκειμένου να μας τρομοκρατήσει. Κατεβάσαμε το παράθυρο και τον βρίσαμε, δεν φοβηθήκαμε. Λίγο καιρό μετά, τρέχαμε ξημερώματα στα Εξάρχεια χωρίς ζώνη, με το κινητό και το gps στο χέρι, αναζητώντας την οδό Μπενάκη για να μαζέψουμε το άλλο κινητό μου, όπως συχνά συμβαίνει, το είχα ξεχάσει. Είχαμε το θράσος να ρωτήσουμε τους μπάτσους αν πηγαίνουμε σωστά. Και πάλι βγήκαμε αλώβητοι, αλλά στην επιστροφή χάσαμε την 1η ταχύτητα και αναγκαστικά, πήγαμε να το επισκευάσουμε. Και παρεμπιπτόντως φτιάξαμε και την αεροτομή.

Πήγαμε βόλτες μόνοι μας για να κλάψουμε κάπου με ωραία θέα… Κι άλλες φορές, πήραμε και την Ειρήνη μαζί κι ανεβήκαμε στο βουνό για να πιούμε και να κλάψουμε παρέα. Τον πρώτο καιρό που άρχισα να δουλεύω, είχε εκπαιδευτεί να με πηγαίνει χωρίς βενζίνη. Μα ούτε αυτό είχα εκτιμήσει αρκετά, απλά δεν έδινα σημασία… Και τα χρόνια περνούσαν κι ο Σίφουνας ήταν πιστός, μέχρι που μια μέρα επαναστάτησε κι άρχισε να μου κάνει τσαλιμάκια. Του θύμωσα πολύ, κι αφού με εκβίασε αφήνοντάς με στην αριστερή λωρίδα στον παλιό Ιππόδρομο, χωρίς φρένα και με κλειδωμένο το τιμόνι, αναγκάστηκα να του πάρω αυτό που τόσο ήθελε. Αισθητήρα λάμδα και κάτι άλλα ακαταλαβίστικα.

Τα τελευταία χρόνια πίστευα ότι έχει Πάρκινσον, εκείνος βέβαια το αρνιόταν, έλεγε ότι είναι power plate κι ότι το κάνει επίτηδες, πρώτον για να γυμνάζομαι ενώ οδηγώ και δεύτερον, για να τραβάω τα βλέμματα στην παραλιακή (το Χάρο με τα μάτια τους οι άνθρωποι). Ούτε η Ίντι τον χώνευε. Μια μέρα την άφησα μέσα και μπήκα στο βίντεο κλάμπ κι όταν είχα βγει του είχε φάει το μισό χειρόφρενο.

Είχα σκεφτεί να τον εγκαταλείψω. Έτσι κι εγώ, από το καλοκαίρι και μετά, αφού είδα ότι το power plate δεν έχει αποτελέσματα, τον άφησα βρωμιάρη και συχνά τον πάρκαρα αφήνοντας τάχα μου επάνω τα κλειδιά μπας και στραβωθεί κανείς και μου τον κλέψει.

Τελικά, τον πήγα για service και ολική επαναφορά, αφού κανείς δεν τον έκλεψε. Κι είχαν περάσει δέκα χρόνια από την τελευταία φορά (#true_story #απαράδεκτη #τραγική). Ο μηχανικός έτριβε τα μάτια του. «Μα αυτό δεν είναι αμάξι… Αυτό είναι θαύμα! Πως σε άντεξε; Μανάρι μου, έχεις δέκα χρόνια να του κάνεις σέρβις!». Έλα ντε… Πως με άντεξε. Και κυρίως, πως πέρασαν τόσα χρόνια χωρίς να το καταλάβω;

 Ο Μαύρος Σίφουνας έγινε σαν καινούργιος. Φτού μην τον ματιάσω. Κι ας μην τον συμπαθώ. Είναι το καλό παιδί που θέλεις απλά να μείνετε φίλοι, ξέρεις…

25.4.18

Παπουτσοβγάλτες vs Άσε το Κακό να Μπει



Ο Πίπης περίμενε το τελευταίο ραντεβού, κατάκοπος από όλη την ημέρα και με το αυχενικό τέρμα πιασμένο. Όλη μέρα σκυμμένος πάνω από στόματα, με τα χέρια μέσα στα στόματα, με τα μάτια εστιασμένα στην πέτρα και τη χολέρα και τη χθεσινή μπριζόλα. «Αυτό είναι το χειρότερο… Μα να πηγαίνουν οδοντίατρο και να μην έχουν την καλοσύνη να πλύνουν τα δόντια τους πριν! Εδώ στο γυναικολόγο πηγαίνεις όπως θα πήγαινες σε πρώτο ραντεβού», σχολίασα.

Ο Πίπης όμως κούνησε το κεφάλι απογοητευμένος, «όχι, υπάρχει και χειρότερο από αυτό… κάποιοι βγάζουν και τα παπούτσια τους πριν ξαπλώσουν». Το σκηνικό άρχισε να μοιάζει πολύ με ραντεβού στο γυναικολόγο. Έλα, τώρα, πείτε αλήθεια… Εσείς που βγάζετε τα παπούτσια σας στον οδοντίατρο, είστε οι ίδιοι που όταν ερχόμαστε σπίτι σας, μας αναγκάζετε να βγάλουμε τα δικά μας παπούτσια!

Τι είναι αυτό; Μικροβιοφοβία ή έχετε κάτι άλλο; Μην είστε Ιάπωνες; Ερχόμαστε με την καλή μας διάθεση, με τα ωραία μας παπουτσάκια και με την τρύπια κάλτσα από μέσα, που κανείς ποτέ δεν έχουμε αφήσει να δει… με την κάλτσα που μυρίζει και ποτέ κανείς δεν έχει μυρίσει…. Και θα μας αναγκάσετε να ξεφτιλιστούμε; Και καλά να είναι τρύπια η κάλτσα, αν δεν υπάρχει καθόλου κάλτσα; Να περπατήσουμε με γυμνά ποδαράκια στο πάτωμά σας… Βέβαια κάποιοι είναι πολύ οργανωμένοι και σου προσφέρουν παντόφλες - ό,τι πιο σιχαμένο, τα έχουν βάλει όλοι οι προηγούμενοι καλεσμένοι - ή ποδονάρια - αυτά που φοράμε στο χειρουργείο... Απόλυτα λογικό. Ακόμη καλύτερο θα ήταν να υπάρχει μια ντουσιέρα στο χολάκι, να κάνουμε κι ένα μπανάκι για να μπούμε στο σπίτι.

Γιατί; Γιατί έχετε όλα τα παπούτσια σας σε παράταξη φάλαγγας στο χολ; Είναι ωραίο τώρα αυτό; 

Κι όταν έρχεστε στο δικό μας σπίτι, που βλέπετε ότι τα παπούτσια δεν τα στολίζουμε μπροστά στην είσοδο, γιατί μας ρωτάτε αν πρέπει να βγάλετε τα δικά σας; Όχι, να μην τα βγάλετε! Σιχαινόμαστε! Να μην τα βγάλετε, για το Θεό! Η άλλη μου έλεγε ότι το σκυλί της δεν βγαίνει ποτέ από το σπίτι, κατουράει σε πάνα (καθαριότητα φουλ) γιατί σιχαίνεται να βγάλει το σκύλο έξω και να πατήσει το βρώμικο πεζοδρόμιο/κήπο/δρόμο και μετά να περπατήσει μέσα στο σπίτι. Γιατί έχει σκύλο; Γιατί δεν μπαίνει επιτέλους μια κατσαρίδα μέσα στο σπίτι αυτό, να καταλάβει τι σημαίνει να περπατάει ο υπόνομος στον τοίχο σου; (sorry, not sorry).

Πείτε αλήθεια ρε. Εσείς οι παπουτσοβγάλτες, είστε οι ίδιοι που δεν χρησιμοποιείτε χαρτί τουαλέτας αλλά έχετε μπιντέ, έτσι; Που όταν πηγαίνετε σε ξενοδοχείο, κουβαλάτε πάντα μαζί σας οινόπνευμα και χλωρίνη… Φαντάζομαι στο σεξ είστε το ίδιο ανέμελοι και αυθόρμητοι… Όχι, δεν κρίνω, no judgment. Απλά δεν μπορώ να το καταλάβω.

Χιλιάδες βακτήρια σου λέει κάτω από τα παπούτσια. Υποχόνδριοι... (με την καλή έννοια) αφήστε μας να σας κεράσουμε λίγο αντίσωμα!

24.4.18

#Εμμονές: Εγκαταλελειμμένα Σπίτια


Τα χαζεύω χωρίς να βαριέμαι ποτέ… Και θέλω πολύ να μπω μέσα, να εξερευνήσω, να ψάξω για κάποιο εύρημα, κάποιο αντικείμενο, ή παλιά φωτογραφία, ή κρυμμένο θησαυρό, ένα στοιχείο που θα αποκάλυπτε την ιστορία αυτού του σπιτιού. Μου συμβαίνει με όλα τα εγκαταλελειμμένα σπίτια που συναντώ στο δρόμο μου… Κυρίως όμως τα μεγάλα σπίτια, τα επιβλητικά, που σίγουρα κάποτε γνώρισαν την αίγλη και την καλοπέραση. Τι συνέβη; Γιατί εγκαταλείφθηκαν; Γιατί παραμένουν έτσι, σαν στοιχειωμένα; Τι απέγιναν οι κληρονόμοι; Πόση αγάπη και πόσο πόνο βιώσαν οι άνθρωποι που έζησαν εδώ;

Προσπαθώ αρχικά να χρονολογήσω την εποχή στην οποία έζησαν οι ένοικοί τους και να υπολογίσω πόσα χρόνια πριν εγκαταλείφτηκαν και φαντάζομαι τις συνθήκες κάτω από τις οποίες μπορεί να έγινε αυτό. Τα σενάριά μου μοιάζουν αρκετά πιστευτά, αλλά πιθανότατα απέχουν πολύ από την πραγματικότητα. Αρχοντικά, μονοκατοικίες, χαμένες περιουσίες… Το βρίσκω αθεράπευτα γοητευτικό, χωρίς να μπορώ να εξηγήσω το γιατί.

Κάποτε εδώ ζούσε μια οικογένεια… Ή ένα ζευγάρι που δεν κατάφερε να κάνει παιδί… Ή είχαν πολλά παιδιά και τα παιδιά έκαναν πολλούς απογόνους και η περιουσία δεν μοιράστηκε ποτέ και ξέρετε τώρα πως είναι αυτά… Ή  έφυγαν στο εξωτερικό επί Χούντας… Ή επειδή ήταν βασιλικοί… Μπορεί όμως και να τους συνέβη κάτι τραγικό, ένα φρικτό δυστύχημα, να ήταν επιβάτες του Τιτανικού(?), ή κάτι αντίστοιχο.

Μπορεί τα έπιπλά τους να πουλήθηκαν κοψοχρονιά στο Μοναστηράκι… Κάποιος από εσάς να έχει μια αντίκα, ένα έπιπλο, ένα μπιμπελό, έναν πίνακα… κάτι που ανήκε σε αυτούς τους ανθρώπους κάποτε και δεν το ξέρετε!

Τι συνέβη; Γιατί υπάρχουν αυτά τα τόσο γοητευτικά και συνάμα λυπητερά σπίτια, τα μισογκρεμισμένα; Πόσοι είμαστε εμείς που αναρωτιόμαστε και πόσοι εκείνοι που αδιαφορούν, ενώ μένουν δίπλα, ή απέναντι; Κι αν υπάρχουν απόγονοι, άνθρωποι με ζωντανές μνήμες από αυτά τα σπιτικά, έρχονται άραγε να δουν ό,τι απέμεινε και να νιώσουν αυτή τη θλίψη που νιώθω εγώ;
Η αλήθεια είναι ότι θα ήθελα πολύ να υπάρχει ένα application, που όταν ανοίγεις την κάμερα, να σκανάρει το γκρέμι και να σου εξιστορεί όλη την ιστορία πίσω από αυτή τη θλιβερή εικόνα…

Ελπίζω να γίνει πολύ πλούσιος όποιος το σκεφτεί και το εφαρμόσει, γιατί εγώ δεν σκαμπάζω από τέτοια πράγματα… Μόνο αναρωτιέμαι και φαντάζομαι. 

23.4.18

Μαμιχλαπιναταπάι




Το Μαμιχλαπιναταπάι είναι μια λέξη που δεν μεταφράζεται και προέρχεται από τη διάλεκτο που ομιλούν οι άνθρωποι στη Γη του Πυρός. Έπεσα πάνω της τυχαία και μου άρεσε πολύ η ερμηνεία της, γιατί έχω πάθει πολλές φορές μαμιχλαπιναταπάι, αλλά δεν ήξερα πώς να το πω. Τώρα ξέρω!

Μαμιχλαπιναταπάι είναι μια σιωπή που μοιράζονται με το βλέμμα δύο άνθρωποι, που θέλουν το ίδιο πράγμα – αλλά δεν το λένε, μόνο κοιτάζονται- καταλαβαίνουν το ίδιο πράγμα, αλλά κανένας από τους δύο δεν παίρνει την πρωτοβουλία να κάνει την κίνηση. Για παράδειγμα, όταν έχει μείνει η τελευταία πατάτα στο πιάτο, τη θέλουν και οι δύο, αλλά κανείς δεν απλώνει το πιρούνι να την πάρει. Και τώρα θα σας το εξηγήσω ακόμη καλύτερα για να συναισθανθείτε, κάτι που το έχετε πάθει όλοι: όταν κοιτάζει ο ένας τον άλλον, ξέρουν και οι δύο τι υπάρχει μέσα στο μυαλό τους, θέλουν να αρπάξουν ο ένας τον άλλον και να φιληθούν, αλλά δεν το κάνουν, γιατί κανείς δεν παίρνει την πρωτοβουλία. Το’χουμε έτσι;

Το μαμιχλαπιναταπάι το αγαπώ γιατί περιγράφει τέλεια πολλές τέτοιες καταστάσεις και φυσικά τις αγαπημένες μου καταστάσεις, όπως για παράδειγμα, τους παράνομους έρωτες. Όχι ότι είναι καλό να ερωτεύεστε τα λάθος άτομα, ή τα σωστά άτομα στη λάθος στιγμή, αλλά όπως και να το κάνεις, αυτά τα εμπόδια δίνουν πάντα κάτι παραπάνω στις ιστορίες.

Το να μιλάς σε κάποιον με τα μάτια και να σου μιλάει κι αυτός και να καταλαβαίνεστε είναι εκπληκτικό. Αυτό που είναι σπάνιο όμως, είναι να κοιτάζεσαι χωρίς να μιλάς κι αυτό να εκπέμπει μια παράξενη οικειότητα.  Φυσικά, αυτό δεν είναι απαραίτητα ερωτικό – αλλά συνήθως είναι. Αλλά επειδή είμαι η αφηγήτρια, ας πούμε για την ώρα ότι δεν είναι.

Εγώ για παράδειγμα και εντελώς τυχαίως, έχει τύχει να γνωρίσω κάποιον, που φαινομενικά δεν παίζει κανένα ρόλο στη ζωή μου, είμαστε σχεδόν φίλοι, αλλά κυρίως γνωστοί. Δεν έχουμε κάνει καμία ουσιαστική συζήτηση μεταξύ μας, ίσως δεν έχουμε συζητήσει τίποτα απολύτως τώρα που το σκέφτομαι. Όμως έχουμε σταθεί για πολλή ώρα ο ένας δίπλα στον άλλον, χωρίς να μιλάμε κι αυτό δεν ήταν καθόλου αμήχανο, αντιθέτως, υπήρχε μια ανεξήγητη οικειότητα σε αυτή τη σιωπή.  Γι’ αυτό κι έχω την εντύπωση ότι έχουμε διαβάσει πολύ καλά ο ένας τον άλλον, έχουμε αναγνωρίσει το κενό που υπάρχει στον καθένα από εμάς, μέσα μας, το πρόβλημα ή το ελάττωμα, πες το όπως θες. Κι έχουμε αγκαλιαστεί περισσότερο από όσο έχουμε μιλήσει. Έχουμε αγκαλιαστεί όντως δύο τρεις φορές, αλλά πολλές περισσότερες με τα μάτια. Αλλά μπορεί και όχι, γιατί είμαι η αφηγήτρια και δεν ξέρουμε αν συνέβη πράγματι σε εμένα ή σε κάποια άλλη, έτσι δεν είναι;

Μαμιχλαπινάταπάι… Μπορεί να αναφέρεται στην τελευταία πατάτα, μπορεί να περιγράφει και μια ολόκληρη ζωή (υπερβολή, #story_of_my_life)! Αν για όλες τις ιστορίες υπήρχε μια μόνο λέξη, τι θα τα κάναμε τα blogs όμως!

20.4.18

Είναι τετράγωνο και γουρουνί. Τι είναι;




Κλασικοί ελληνο-αμερικάνοι, μισά ελληνικά, μισά αγγλικά, γιγαντιαίο σώμα, ηλιοκαμένη μούρη, ακριβά ρούχα και κολόνια, βέρα στο δεξί. Το «Εμείς στο Αμέρικα» να κρέμεται στην άκρη της γλώσσας. Ο κύριος αυτός, πλαστικός χειρουργός με εξειδίκευση στην πλαστική του… αιδοίου.

Ευτυχώς που στα νιάτα μου είχα δει μπόλικα επεισόδια NipTuck, διότι διαφορετικά δεν ξέρω πως θα κατάφερνα να το διαχειριστώ.  «Ξέρετε, μπορείτε να κάνετε το αιδοίο σας πιο στρογγυλό, ή πιο οβάλ… Όχι τετράγωνο όμως –lol». Ήταν κάπως δυσάρεστο να μιλάς μαζί του για ένα τέτοιο θέμα, γιατί στα έλεγε με τόση λεπτομέρεια που εύκολα το έκανες εικόνα. Στη συνέχεια μου ανέλυσε τη διαδικασία της «λεύκανσης». «Και ξέρετε…», βασικά όχι δεν ξέρω και δεν θέλω να μάθω, «υπάρχει και ειδικό χρωματολόγιο… Άλλη το θέλει πιο μπεζ, άλλη πιο ροδακινί… άλλη γουρουνί, ή  μπέιμπι πίνκ…». Πολλή πληροφορία, πολλές αποχρώσεις.

Η ερώτησή μου είναι ΓΙΑΤΙ; Γιατί συμβαίνει αυτό το κακό στις γυναίκες; Γιατί δεν αρκούνται στο βασανηστήριο της αποτρίχωσης, αλλά θέλουν και συμμετρία, τέλειο σχήμα και χρώμα; Άσε που είναι λέει και μόδα και το ζητάνε ολοένα και περισσότερες… Δηλαδή, αλήθεια; Δεν μπορούν καν να το δουν! «Ναι, αλλά για τους άνδρες είναι θέμα συζήτησης!», απαντάει και ανασηκώνει λίγο το φρύδι. Τι μου λέτε!  Αυτά συζητούν οι άνδρες; Κι εγώ που νόμιζα ότι μιλάνε μόνο για μπάλα και λίγο βυζγιά!

Κι όμως, κι όμως, είναι φλέγον θέμα. Μπορείς να κάνεις στο αιδοίο σου μεσοθεραπεία, μπότοξ, ακόμη και λίφτινγκ. Έτσι μου είπε… «Μα ξέρετε…», έτοιμος πλέον να πετάξει τον άσο του από το μανίκι, το πιο τρανταχτό του επιχείρημα, «αυτό που λέμε εμείς οι πλαστικοί, είναι… Vagina is the new face!».

Δικό σας…

Πάμε όλοι μαζί "Βετζάινα"... (δείξτε το με τα χέρια) ιζ δε νιού φέις (με στόμφο το νιού)

Υ.Γ. Η ατάκα είναι 100% αληθινή και βγήκε μέσα από το στόμα του. Επίσης να επισημάνω ότι δεν πήγα εγώ στον γιατρό, αλλά ο γιατρός σε εμένα - και όχι, δεν είμαι ψυχολόγος.

13.4.18

Πενταήμερη, Καψούρα & Μέθη


Μπορεί να φταίει που εδώ και δέκα ημέρες βρίσκομαι σε μια ημιμόνιμη κατάσταση μέθης – μια τα γενέθλια και το χανγκόβερ, μια οι οινογνωσίες, μια οι γιορτές, αλλά αυτό δεν ήταν Πάσχα τριαντάρηδων, ήταν η απόλυτη πενταήμερη τρίτης λυκείου.

 Χωρίς κανένα πρόγραμμα, χωρίς κανένα ωράριο, όλη μέρα έξω, χωρίς καθόλου ύπνο αλλά ακούραστα, όπως συμβαίνει όταν σε καίει κάποια καψούρα. Με θέα την καλντέρα και λίγα συννεφάκια πάνω από την Παλιά Καμένη, υπέκυψα στην πιο γελοία πόζα φωτογραφίας, κάνοντας τα χεράκια καρδούλα. Τέτοια κατάντια η δικιά σου! Αλλάαααα, το ευχαριστήθηκα!

Έκανα Επιτάφειο σε κάποιο φλεγόμενο βασίλειο του Westeros (Game of Thrones), που στη Σαντορίνη το λένε "Πύργο"… Πολύ εντυπωσιακοί φλεγόμενοι κουβάδες έκαναν το ορεινό χωριό να λάμψει μέσα στη σκοταδίλα και καθώς κατηφόριζα τα κακοτράχαλα στενά, απολάμβανα την άλλοτε φλεγόμενη Ντράνα, να με ακολουθεί με τα πασουμάκια της και το κοντό βραδινό αθηναϊκό σορτς.

Ανάσταση στην Οία, που αν έχετε το Θεό σας, δίπλα μου εντελώς τυχαία βρέθηκε ο «Κοντός», από τη Συμμορία του Μπλε Μαρκαδόρου*, φορώντας πάντα το φλογερό κόκκινο κραγιόν του.

(Δεν) απόλαυσα το ηλιοβασίλεμα με διακόσια μποφόρ στο Ακρωτήρι, φτύνοντας το συκώτι μου από το γέλιο – συμπέρανα για άλλη μια φορά ότι δεν αντέχω καθόλου τον ρομαντισμό, αλλά είμαι μια πολύ γελοία προσωπικότητα και το απολαμβάνω.

Τραγούδησα και χόρεψα με τον Πίπη (παλιά Τζεν-τζέν) και τη Ντράνα μέσα στο αυτοκίνητο, ενόσω ο Κουμπάρος έπαιρνε τις στροφές σβάρνα.



Μια ημέρα χωρίς πολλά σύννεφα, μας είπαν ότι φαίνεται η Κρήτη κάπου εκεί απέναντι, ξέρουμε-ξέρουμε τους είπα.  Κοίταξα προς τα «εκεί» και είδα τον εαυτό μου  λίγα χρόνια πριν να κοιτάει αντίστροφα, από ένα μπαλκόνι στη Ροδιά του Ηρακλείου προς τη Σαντορίνη. Την ίδια στιγμή κάποιος άλλος στεκόταν στο μπαλκόνι του στο Ρίο Ντε Τζανέιρο, αγνάντευε τον ωκεανό και σκεφτόταν σαν αλλοτινός Οδυσσέας ότι κάπου εκεί έξω βρίσκεται και η δική του Κρήτη. Ιλούζιον.

Έκανα άπειρο daydreaming και winetasting – οι βασικές δραστηριότητες των διακοπών μου και κέρδισα τις μονομαχίες με τα πασχαλινά και τα σοκολατένια αυγά. Δεν χόρεψα τσάμικο, αυτό ποτέ. Όμως μαγείρεψα σε επαγγελματική κουζίνα κάτι που έμοιαζε με σπετσοφάι κι ένα κακορίζικο κοτόπουλο, για τους φίλους μου που δεν τρώνε αρνί.

Γλεντοκόπησα μεθώντας τους φίλους μου στο νάιτ κλάμπ Τρόπικαλ (και όχι τροπικάνα), ένα υποβρύχιο αυτοί, ένα νερό με αφρό εγώ. Με την ίδια μέθοδο – μια εσύ, μία ο Κουμπάρος – έτρωγα τη μπουκιά του Κουμπάρου από το πεινιρλί, που είχε στόχο να τον ξεμεθύσει λίγες ώρες αργότερα. Αλλά τελικά έμεινε νηστικός.

Κατόπιν έγινα μάρτυρας της πλέον μεθυσμένης στιχομυθίας – Ντάξει δεν ήπιαμε πολύ – Όχι μια χαρά είμαστε. Κι όταν πλέον ήμασταν όλοι εντελώς νηφάλιοι, κολυμπήσαμε σε ένα άδειο τζακούζι.

Να σας πω τώρα κάτι; Τα 30 μέχρι τώρα είναι ό,τι καλύτερο έχω ζήσει.





4.4.18

5 λεπτά ακόμα


Αυτοαναφορά και πάλι. Σας έχω γράψει για τόσα γενέθλια, δεν θα μπορούσα να αφήσω ασχολίαστα τα «30»… Αυτόν τον αριθμό που φοβόμουν τόσο πολύ και τόσα χρόνια. Γιατί άραγε; Τώρα που το πέρασα και είδα ότι δεν έπαθα κάτι, μπορώ να πω ότι είναι πολύ καλύτερο από τα τελευταία 20’s και θα σας εξηγήσω αμέσως γιατί.

Καταρχήν, στο τέλος της δεκαετίας των 20 νομίζεις ότι μεγαλώνεις και πρέπει να μπεις σε καλούπια και να σοβαρευτείς – εξού και οι μισοί τρέξατε να παντρευτείτε. Ενώ όταν μπεις στα 30, νιώθεις ότι είσαι στην αρχή μιας δεκαετίας, και νιώθεις ότι θέλεις «5 λεπτά ακόμα» για να ξυπνήσεις. Εγώ ζω ξεκάθαρα αυτά τα 5 λεπτά ακόμα και είναι λες και τα τελευταία 2 χρόνια είχα κλείσει τα μάτια μου και δεν έβλεπα μπροστά μου.

Δεύτερον, είσαι αρκετά μεγάλος για να ξέρεις τι σου αρέσει και τι όχι, αλλά όχι τόσο μεγάλος ώστε να ξέρεις τον εαυτό σου σε πληκτικό βαθμό.

Προσωπικά έκανα τεράστιες εκπλήξεις στον εαυτό μου τις τελευταίες ημέρες και τελικά δεν ξέρω, κοιμάμαι για «πέντε λεπτά ακόμα», ή μόλις ξύπνησα;

5 Funny facts: (για τους τακτικούς μου αναγνώστες που ξέρουν τα πρόσωπα)

1. Έσβησα 2 τούρτες, μια με την οικογένεια και μια με τους φίλους. Και στις 2 περιπτώσεις το κεράκι έσπασε και μου το επισκευάσανε.
2. Βρέθηκε μια βούρτσα στο σαλόνι μου και κανείς δεν θυμάται πως. Χάρη στην τεχνολογία των κινητών, είδαμε την επόμενη ημέρα ότι η Ζωζώ χτένιζε τον Αρχαιοκάπηλο.
3. Στην ερώτηση πως σε λένε είπα 30. Σε μικρόφωνο. Μπροστά σε κόσμο. Και γενικά... αυτός ο τραγουδιστής των Vertigo με είδε από εξαιρετική κοντινή απόσταση. Φήμες λένε ότι προσπαθούσα να του αρπάξω το μικρόφωνο και να τραγουδήσω, αλλά δεν το άφηνε.
4. Η ντροπή είναι λίγη για να περιγράψω την κατάστασή μου, αλλά δηλώνω αμετανόητη. Αλλά και ντρέπομαι. Ποιος, εγώ, που έχω χάσει την ντροπή χρόοοονια τώρα.
5. Δεν ντρέπομαι για αυτά που έκανα, όσο για αυτά που είπα. Σημαντικό να το θυμάστε. Πιείτε αν αυτό σας βοηθάει να κάνετε κάτι που δεν τολμάτε, αλλά βουλώστε το στόμα σας. Πάλι καλά που verba volant...


Δύο συμβουλές έχω μόνο για τους νεότερους: 1. Να φοράτε αντηλιακό 2. Να μην πίνετε. 
(Αλλά σας το λέω γελώντας, σαν να μην το εννοώ... )

Να με χαίρεστε!



13.3.18

Η ΠΟΛΥΤΑΡΑΧΗ ΖΩΗ ΕΝΟΣ ΤΕΤΡΑΠΟΔΟΥ ΣΕΛΕΜΠΡΙΤΙ


Αυτή είναι η ομορφότερη αλλά και η πιο στενάχωρη ιστορία που σας έχω αφηγηθεί ποτέ. Είναι η Ιστορία του Τζέρι…



Κάθομαι στο σαλονάκι του Κτηνιατρείου. Ο Τζέρι είναι κουλουριασμένος και τρέμει όπως πάντα, περιμένοντας να έρθει η σειρά μας. Απέναντί μας δύο νεαρά σκυλιά, ένα μικρόσωμο τεριέ κι ένα γαλλικό μπουλντόγκ, προσπαθούν ζωηρά αλλά και παιχνιδιάρικα να ξεφύγουν από τα δεσμά τους. Μυρίζουν το χώρο, κάνουν χαρές στα αφεντικά τους. Σκόρπια περιοδικά ακουμπισμένα στο τραπέζι και ένα μάτσο διαφημιστικά από όλα τα σπέρι και τις αμπούλες που κυκλοφορούν. Η ίδια μυρωδιά, αυτή του κτηνιατρείου, τόσο γνώριμη… Έρχομαι εδώ, σε αυτό το ιατρείο, από μικρό παιδί. Τα τελευταία δώδεκα χρόνια πιο τακτικά, για τα δικά μου σκυλιά… ή καλύτερα, τα φιλαράκια μου.
Καθώς κοιτάζω τα δύο νεαρά σκυλιά βάζω τα κλάματα, ξεδιάντροπα μπροστά στα αφεντικά τους και δυστυχώς, μπροστά στον Τζέρι. Μου φαίνεται πραγματικά σαν χθες που κάθισα μαζί του για πρώτη φορά, για τον πρώτο του έλεγχο. Θα ήταν δεύτερη, ή τρίτη μέρα που τον είχα πάρει και είχε βήχα, μια «παιδική» αρρώστια, τίποτα σοβαρό, όπως έμαθα λίγα λεπτά μετά. Θυμάμαι την αφίσα στον τοίχο… Ήταν ένα γέρικο σκυλί και έγραφε κάτι σαν «να το φροντίζεις μέχρι το τέλος της ζωής του». Την ίδια στιγμή αποφάσιζα ότι θα χαρίσω στον Τζέρι μια πολύ όμορφη ζωή, γεμάτη περιπέτειες και εμπειρίες, αλλά δεν είχα φανταστεί πως θα είναι το τέλος.

Ήταν δεδομένο ότι κι ο Τζέρι κάποτε θα γεράσει, ότι τα σκυλιά ζουν λιγότερο από τον άνθρωπο, ότι θα έρθει η μέρα που θα πρέπει να τον αποχαιρετήσω, αλλά αλήθεια, δεν το σκέφτεσαι ποτέ ρεαλιστικά πριν να το δεις να συμβαίνει με τα μάτια σου. Πως πέρασαν έτσι αυτά τα δώδεκα χρόνια; Πόσο γρήγορα… Πως άφησα να ξεγελαστώ, ότι είχαμε πολύ χρόνο ακόμα μπροστά μας;

Ο Τζέρι έκανε μια φανταστική ζωή, όπως ακριβώς του την είχα υποσχεθεί. Γεύτηκε αμέτρητες λιχουδιές, από εξωτικά φρούτα, μέχρι ακριβούς μεζέδες, ενώ μια φορά βούτηξε μέσα στο cucumber martini μου, παρότι ποτέ δεν συμπάθησε το αλκοόλ. Ήταν μια τρέλα που έκανε στα νιάτα μας, ένα βράδυ στο Pere Ubu. Έκανε σπουδαία νυχτερινή ζωή, έζησε αρκετά μαζώξεις και πάρτι στο σπίτι, συνόδευσε εμένα ή άλλες φορές τη μητέρα μου σε κοσμικά μπαρ στην Πάρου, περπάτησε πάνω στην μπάρα της Punda Beach (όταν ήταν ακόμη στις δόξες της) και τον χάιδεψαν πολλές γυμνόστηθες κυρίες. Ταξίδεψε… Με τραίνα, με αεροπλάνα, με πλοία… Από τις κοσμικές διακοπές στις Σπέτσες πριν τρία χρόνια, έως το ελεύθερο κάμπινγκ στη Σαμοθράκη πριν από επτά χρόνια… Φιλοξενήθηκε στα εξοχικά των φίλων μου, στην Αίγινα και το Πόρτο Χέλι..Ταξίδεψε στο Βόλο για να δει τον μπαμπά του φαντάρο. Επίσης πήγε σε ένα beach party στο Μαραθώνα με γνήσια αντροπαρέα – η μαμά του δεν είχε ιδέα. Πέρσι το καλοκαίρι κατασκήνωσε στο Θολό και επισκέφθηκε τη Βοιδοκοιλιά με την Ίντι.  Έκανε αμέτρητους φίλους, δίποδους και τετράποδους. Είχε πολλές ερωτικές περιπέτειες και μια νόμιμη σύζυγο με την οποία απέκτησε 2 παιδιά – δεν τα αναγνώρισε παρόλαυτά. Αλλά ο μεγάλος έρωτάς του ήταν η Ίντι, με την οποία είχε τη χαρά να συζεί τα τελευταία 2,5 χρόνια και να τον ζηλεύουν όλοι… Γιατί ποιο μαλτέζ κυκλοφορεί στην πιάτσα ολόκληρη ημίαιμη μαλινουά γκομενάρα;

Μη νομίσετε όμως ότι ο Τζέρι έζησε μόνο για να γκομενίζει και να χαλάει άσκοπα το χρόνο του στα μπαράκια. Ο Τζέρι, αυτός ο μικρός έρωτας που δεν ζύγιζε ποτέ περισσότερο από 2.300γρ., πήγε σε διαδήλωση στο Σύνταγμα, τότε με τους Αγανακτισμένους, στο μεγάλο συλλαλητήριο. Ως γνήσιος αναρχικός, μπήκε κρυφά στο Αθηναικό Μετρό, ταξίδεψε λαθραία, κρυμμένος κάτω από ένα παρεό, από Αλεξανδρούπολη για Αθήνα. Εργάστηκε σκληρά κάνοντας τον συναγερμό μια ολόκληρη ημέρα σε σιδεράδικο. Μια φορά τις απόκριες έβαψε τα μαλλιά του ροζ. Δεν ξέχασε ποτέ βεβαίως ότι μεγάλωσε σε ένα καλό σπίτι, με γαλλικά και πιάνο.

Για τον Τζέρι, γράφτηκαν πολλά τραγούδια…

1.Όμορφος Τζέρι το πρωί (είναι μια μπάλα τριχωτή)
2. Ο Τζέρι μου, ο τζέρι μου, ο τζέρι μου (κοντός και τριχωτός σαν καραμέλα)
3. Ο μεγαλύτερος σκατιάρης του κόσμου (για μένα είσαι εσύ)

Έχω αμέτρητες αναμνήσεις μαζί του, αφήστε που είναι παμπόνηρος και ακόμη και τώρα με κάνει να γελάω με τις σκανταλιές του. Μπορεί να είναι αδύναμος, με σοβαρά θέματα υγείας… Μπορεί η τελευταία εβδομάδα να ήταν η πιο δύσκολη της ζωής του… Μπορεί ακόμη και τώρα, να μην συνειδητοποιώ πόσο κοντά είναι το τέλος… Έχω να σας πω όμως, ότι ο Τζέρυ χθες έφαγε παγωτό και πίτσα και ήταν ευτυχισμένος.

23.1.18

10 Πράγματα που σε κάνουν χαρούμενο

Ή αλλιώς πως θα γλιτώσετε από την Αποτυχία του Ρομαντισμού.


Η αποτυχία του ρομαντισμού υφίσταται όταν φτάνεις στην ηλικία αποδόμησης όλων όσων σε  έκαναν χαρούμενο, όταν ακόμη ήσουν παιδί. Για κάποιους αυτό έρχεται πολύ γρήγορα, για άλλους πιο αργά, για κάποιους πολύ λίγους ποτέ, καθότι δεν ξεχνούν ποτέ να κάνουν αυτά που τους δίνουν χαρά.

Η Δημιουργία

Η δημιουργία είναι ανεξάντλητη χαρά με πολλές έννοιες. Είτε είσαι καλός σε κάποια τέχνη, είτε έτσι νομίζεις, ή η δημιουργικότητά σου εξαντλείται στη μαγειρική –γιατί όχι; Κι αυτό τέχνη είναι, το να δημιουργείς κάνει το μυαλό σου ένα τσακ πιο χαρούμενο.

Το Παγωτό

Ναι, το παγωτό. Για άλλους είναι η σοκολάτα, αλλά εγώ θα επιμείνω στο παγωτό. Θυμήσου πως έκανες για ένα παγωτό όταν ήσουν μικρός… Ακόμη και το ψάρι σου έτρωγες, ώστε όταν τελειώσεις να σε επιβραβεύσουν με αυτή την παγωμένη ημι-λίκουιντ ευτυχία. Αλήθεια τώρα, υπάρχει κάποιος που δεν του αρέσει το παγωτό;

Τα Κατοικίδια

Είναι γνωστό ότι η επαφή με τα ζώα, ακόμη και τα βίντεο με ζώα και hashtag #overloadcuteness (το μισώ αυτό το hashtag) σε κάνουν ευτυχέστερο. Χαιδεύοντας ένα ζώο πέφτει η πίεση. Το ήξερες;!
Σε αντίθεση με τα κατοικίδια, τα μωρά που κι αυτά είναι χαριτωμένα κάποιες στιγμές, συνήθως προκαλούν άγχος (στους γονείς) και αμηχανία (σε εμένα).

Τα Σχέδια

Οκ, εδώ ίσως διαφωνήσουμε λίγο. Κάποιοι αγχώνονται κάνοντας σχέδια για το μέλλον, αλλά guys, το βλέπετε λάθος. Το να διοργανώνεις πχ μια εκδρομή, μια έξοδο, ένα πάρτι, να φτιάχνεις το σπίτι σου, ή να σχεδιάζεις να χάσεις  κιλά ή να αλλάξεις χρώμα τα μαλλιά σου, σου δίνει «κάτι να περιμένεις» και όσο το περιμένεις, έχεις την ψευδαίσθηση ότι θα φτάσεις να είσαι ευτυχισμένος. Μετά φυσικά η αίσθηση φεύγει, το ταξίδι τελειώνει, το μαλλί το βαριέσαι κλπ, οπότε πρέπει να κάνεις νέα σχέδια και να’ σου πάλι η ντόπα της χαρούμενης προσμονής.

Τα Καλά Λόγια

Από τα πιο δύσκολα ανθρώπινα κατορθώματα είναι να λέμε μεταξύ μας μια καλή κουβέντα. Ακούγεται απλό, αλλά προφανώς και δεν είναι. Στον κόσμο που ζούμε είναι τόσο δύσκολο να ευχαριστήσει ένας εργοδότης τον υπάλληλό του, δίνοντάς του μια αύξηση της προκοπής. Αν μη τι άλλο όμως, μπορεί να πει μια καλή κουβέντα (στον ίδιο ή έστω στον επόμενο εργοδότη –χαχα). Οι γονείς πρέπει να λένε κανένα «μπράβο» στα παιδιά τους για την όποια προσπάθεια, για τα μικρά τους κατορθώματα. Ακόμη κι αν δεν είναι οι καλύτεροι μαθητές του κόσμου. Βοηθάει στο να χτίσουν αυτοπεποίθηση για αργότερα. Στη σύντροφό σας, μια καλή κουβέντα για το φαγητό που σας φτιάχνει… Στη μάνα σας, που γεννήθηκε με ασπρόμαυρη τηλεόραση και έμαθε να χειρίζεται το τάμπλετ. Το πιάσατε το νόημα, έτσι; Πείτε μια καλή κουβέντα και θα σας έρθει πίσω.

Το Περπάτημα

Και κυρίως το περπάτημα δίπλα στη θάλασσα. Σας το λέει ο πλέον αντισπορτίβ τύπος της Αττικής. Το περπάτημα αδειάζει το μυαλό. Έχω πάρει σβάρνα τους δρόμους πολλές φορές και όταν επιστρέφω νιώθω πάντα πολύ καλύτερα. True story bitches!

To Καυτό Ντους

Σνόμπαρα για χρόνια το καυτό νερό γιατί είχα διαβάσει διάφορες βλακείες στα Σουπερ Κατερίνα, στα εφηβικά χρόνια. Προφανώς και δεν είναι φυσιολογικό να βγαίνεις ροζ από την ντουσιέρα, αλλά το ζεστό νερό στον αυχένα είναι καλύτερο από Τάι Μασάζ.

Το Τραγούδι

Για εμένα είναι ανυπόφορο να ακούω παράφωνους να τραγουδάνε – κυρίως όταν αλλάζουν τους στίχους επειδή δεν μπορούν να συγκρατήσουν τα σωστά λόγια και το τραγούδι τους δεν βγάζει κανένα νόημα – βλέπε Χάρης. Αλλά τι να κάνω, αφού του δίνει χαρά, σε όλους μας αρέσει να τραγουδάμε, ας μην το καταπιέζουμε. Ναι, καμιά φορά με κοιτάνε από τα διπλανά αυτοκίνητα που τραγουδάω με πάθος στο τιμόνι μου, αλλά σκασίλα μου, αν έτσι παραβλέπω την κινησάρα της παραλιακής!

Οι Καλές Ταινίες

Το λέει και η φίλη μου η Αριάδνη. «Οι καλές ταινίες βελτιώνουν τη ζωή σου». Κάποιες φορές, μπορεί να είναι απλά ένα Καλό Βιβλίο, αλλά θα με μπουγελώσετε μερικοί, οπότε αρκεστείτε στις ταινίες που σας γεμίζουν, σας ταξιδεύουν και σας κάνουν να γελάτε ή να κλαίτε γοερά.

Το Γέλιο και Το Κλάμα


Δεν είμαστε Ιάπωνες μη χ**ω! Γελάστε με την καρδιά σας κι ας δείχνετε άσχημοι όταν ξεχειλώνει η στοματάρα. Και όταν συγκινήστε κλάψτε ελεύθερα, είναι λυτρωτικό. Από συγκίνηση να κλαίτε. Όχι από στεναχώρια. Για τη στεναχώρια έχουμε το παγωτό, το καυτό ντους και το περπάτημα…  και τα υπόλοιπα οκ.