17.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες...vol2

Για τον ορισμό της καψούρας και την ιστορία Καψούρα α': Ο γιός του ξενοδόχου, πατήστε εδώ
Διαφορετικά συνεχίστε...




Καψούρα β’: Με αεροπλάνα και βαπόρια... 

Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες, ένα καλοκαίρι στη Σίφνο, γνωρίστηκαν μέσα από κοινή παρέα, η Αγκάθα και ο Σίφης, ετών είκοσι δύο και είκοσι τρία αντίστοιχα. Αυτή η καψούρα ήταν αρχικά έντονη από τη δική του πλευρά, εκείνη δεν πίστευε σε τέτοιους έρωτες, τους απέφευγε. Εκείνη έμενε όλο το καλοκαίρι στο νησί, καθότι δούλευε εκεί, ενώ εκείνος είχε τις δικές του δουλειές στην Αθήνα κι άλλωστε ήταν περαστικός, οι διακοπές του ήταν κανονισμένες από καιρό, θα πήγαινε στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Γαύδο. Ο Σίφης μαγεμένος από την Αγκάθα ξεκίνησε την πολιορκία και η Αγκάθα δεν άργησε να την πατήσει μαζί του, αλλά σχετικά ελαφρά, όσο το πάτημα της γάτας. Και δώστου κάθε Σαββατοκύριακο να πηγαίνει ο Σίφης στη Σίφνο και δώστου να αντιστέκεται η Αγκάθα, αλλά  κάθε φορά να δυσκολεύεται ολοένα και πιο πολύ να του αντισταθεί.

Ο Σίφης που είχε πάρει φωτιά για τα καλά, αλλά είχε και εγωισμό που να μην είχε, της έδωσε τελεσίγραφο. "Θέλω να έρθεις εσύ σε εμένα, έτσι για αλλαγή. Τάδε του μήνα θα κάνω πάρτι στη Γαύδο. Θα έρθεις;". Εεεεε... όχι; Η Αγκάθα ούτε που το σκεφτόταν στην αρχή, αλλά όμως, αυτό το τελεσίγραφο είχε μια πνοή τρέλας κι αυτό της άρεσε, καθότι Κριός κι εκείνη, όπως η αφηγήτρια. Οι ημερομηνίες δεν έβγαιναν, καθότι η Αγκάθα, την επόμενη του πάρτι, θα έπρεπε οπωσδήποτε να βρίσκεται στη δουλειά της μέχρι τις 12 το μεσημέρι. 

Τελευταία στιγμή, λίγο πριν μπαρκάρει το πλοίο, αποφάσισε ότι θα πάει να τον βρει κι ας ήταν το τελευταίο πράγμα που θα έκανε στη ζωή της (το είχε πει κι άλλες φορές αυτό και πάντα βρισκόταν με μπελάδες... ). Πήρε το πλοίο από τη Σίφνο, πήγε στην Πάρο, από την Πάρο στη Σαντορίνη κι από εκεί στο Ηράκλειο της Κρήτης. Από το Ηράκλειο πήρε το ΚΤΕΛ, πήγε στα Σφακιά, πήρε το πλοίο κι έφθασε στο πάρτι στη Γαύδο. Όλα για τον έρωτα. Όλα για ένα φιλί. Όλα για το Σίφη, που μπορεί τελικά να μην ήταν απλά μια καλοκαιρινή καψούρα, αλλά ο έρωτας της ζωής της. Δεν μπορούσαν να ξεκολλήσουν ο ένας από τον άλλον...

Τα ξημερώματα ο Σίφης δεν καταλάβαινε γιατί η Αγκάθα έπρεπε να φύγει. Γιατί δεν καθόταν λίγες μέρες μαζί του... Η Αγκάθα δεν κατάλαβε ότι αυτό το λάθος θα το μετάνιωνε για όλη την υπόλοιπη ζωή της. Κι έτσι, έφυγε πίσω για το νησί της, επιβεβαιώνοντας τον κανόνα. Βλέπετε ήταν όλα προδιαγεγραμμένα εξ αρχής, το άτιμο το σύμπαν... Όσο πιο δυνατός ο καλοκαιρινός έρωτας, τόσο πιο σύντομη η διάρκεια της περιπέτειας, αντίθετες δυνάμεις (βλέπε εισαγωγή στο vol1). Τέτοιος έρωτας δεν μπορούσε να επιβιώσει, θα τα σκέπαζε όλα. Δεν το ήξεραν τότε, βέβαια.. Τότε υπήρχε ακόμη η ελπίδα της επιβίωσης και η τελευταία ευκαιρία που νόμιζαν ότι θα υπάρξει. Η Αγκάθα επέστρεψε στη Σίφνο και λίγες εβδομάδες αργότερα επέστρεψαν και οι δύο στην Αθήνα. Κι είχαν όλα τελειώσει και κανείς δεν ξέρει γιατί... 

(ξέρω ότι μερικοί το διαβάζετε και σας έρχεται να σκάσετε και δεν καταλαβαίνετε γιατί δεν πήγε καλά αυτή η ιστορία. Κι εγώ έσκασα και δεν ξέρω τι συνέβη... Αλλά και να το γνώριζα, δεν θα σας έλεγα!)

Καψούρα γ': Όπου γάμος και χαρά... 

(συνεχίζεται...)

16.7.18

Καλοκαιρινές καψούρες… vol1


Όλοι έχουμε ακούσει για την καλοκαιρινή καψούρα, ένα είδος καψούρας εντελώς διαφορετικής από όλες τις άλλες για λόγους που θα αναλύσουμε παρακάτω. Καταρχήν, η καλοκαιρινή καψούρα φημίζεται για δύο λόγους: τη δύναμή της και για το χρόνο ζωής της. Πρόκειται για δύο αντίθετες δυνάμεις που προσπαθούν να εξαλείψουν η μία την άλλη. Όσο πιο δυνατή είναι η καλοκαιρινή καψούρα, τόσο πιο γρήγορα σου τελειώνει. Ξέρω, είναι άδικο, αλλά αξίζει να το ζήσεις μια, δυο, πέντε, δέκα φορές στη ζωή σου.

Η καλοκαιρινή καψούρα ονομάζεται έτσι, γιατί συνήθως αρχίζει και τελειώνει μέσα στο ίδιο καλοκαίρι. Το πιθανότερο είναι να σε βρει στις διακοπές, ή σε κάποιο γαμήλιο πάρτι, ή σε κάποιο πάρτι γενικά. Η καλοκαιρινή καψούρα έχει ηλιοκαμένο πρόσωπο και ατίθασα μαλλιά, εμφανίζεται συχνά επάνω σε δύο ρόδες αντί για τέσσερις. Έχει την ιδιότητα να κάνει τα ηλιοβασιλέματα όμορφα σαν της Σαντορίνης, αν δεν βρίσκεται ούτως ή άλλως στη Σαντορίνη, και τις νύχτες ατελείωτες, ωσάν να έσβησε ο ήλιος – αλλά να συνεχίζει να κάνει ζέστη.

Φίλες μου (και λιγοστοί άνδρες φίλοι), μην ανησυχείτε, θα καείτε σίγουρα από μια τέτοια καψούρα, τουλάχιστον μια φορά στη ζωή σας. Είναι αδύνατο να μην ερωτευτείς παράφορα όταν νιώθεις ανέμελος και σέξι . Στη βάση της η καλοκαιρινή καψούρα είναι ένα τεράστιο κομπλιμέντο για τον ίδιο μας τον εαυτό. Εγώ θα σας αφηγηθώ 2-3 καψουρο-ιστορίες από το φιλικό περιβάλλον, όχι για να σας αποτρέψω από το  πάθημα, ίσα ίσα, ελπίζω να σας πείσω να αφεθείτε και να φάτε τα μούτρα σας, γιατί η ζωή είναι πολύ μικρή για να μην τα φάτε.

Καψούρα α’: Ο γιός του ξενοδόχου

Εκείνο το καλοκαίρι, η Σμάρα θα πήγαινε στη Λήμνο με τους θείους της, που κάθε χρόνο επισκεπτόντουσαν το νησί, με αφορμή τους Ελληνοαμερικανούς φίλους τους, τους Ξενοδόχους. Η Σμάρα ήταν περίπου δεκαπέντε χρονών τότε και ο γιός του ξενοδόχου γύρω στα είκοσι ένα και όταν τον είδε, κεραυνοβολήθηκε αστραπιαία (τεράστια υπερβολή, αλλά έτσι το έβλεπε τότε).

Εκείνα τα χρόνια, η Σμάρα κοίταζε τον Έτσι, αλλά δεν έβλεπε τη χρυσή αλυσίδα με το σταυρουδάκι στο λαιμό, ούτε άκουγε την ελληνοαμερικάνικη προφορά, ούτε μπορούσε να προβλέψει ότι ο γεροδεμένος, ξανθός με μπλε μάτια, γιός του ξενοδόχου, λίγα χρόνια αργότερα θα είχε μια μπιροκοιλιά από τη Λήμνο ως τον Άη Στράτη. Έβλεπε μόνο αυτό που ήθελε να δει και πίστευε αυτό που ήθελε να πιστέψει. Ένα έλεγε εκείνος, δέκα άκουγε εκείνη. Τύχαινε να της κρατήσει το χεράκι λίγο πιο σφιχτά κι εκείνη ήταν έτοιμη να πάθει ανακοπή.

Η καψούρα ήταν αναπόφευκτη κάτω από τον έναστρο ουρανό και ήταν έντονη, καθότι η αντίστροφη μέτρηση είχε ξεκινήσει ήδη από το πρώτο λεπτό της γνωριμίας τους. Οι διακοπές της θα κρατούσαν λίγες ημέρες και λίγες ημέρες μετά, εκείνος θα επέστρεφε ούτως ή άλλως στην Αμέρικα. Το drama έκανε ακόμη εντονότερη την καψούρα της για τον Έτσι και φυσικά, η καψούρα έδωσε ρέστα από την αποχώρησή της από το νησί και μετά. Όσο περνούσε ο καιρός, τόσο δυνάμωνε η καψούρα, τόσο τα σχέδια για το επόμενο καλοκαίρι φούντωναν, τόσο οι πεταλούδες στο στομάχι την έκαναν σχεδόν να πονάει, τόσο τα τραγούδια της Celine Dion την έκαναν να κλαίει κι ήταν αδύνατο να κοιμηθεί το βράδυ γιατί τον σκεφτόταν συνέχεια… Και ξαφνικά, μια ημέρα μέσα στο φθινόπωρο όλα αυτά σταμάτησαν. Έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη.


(to be continued)

15.7.18

Στο μυαλό ενός δωδεκάχρονου...



Στη ζωή υπάρχουν σημαντικοί σταθμοί μετάβασης από μια κατάσταση στην άλλη, που σε αλλάζουν σαν άνθρωπο. Οι σταθμοί μπορεί να είναι αντικειμενικά ή υποκειμενικά μεταβατικοί. Για παράδειγμα, θα έλεγα αντικειμενική τη μετάβαση του παιδιού στην εφηβεία, το πέρασμα από το Δημοτικό στο Γυμνάσιο ή από το σχολείο στο Πανεπιστήμιο. Υποκειμενική μετάβαση, είναι για παράδειγμα η αλλαγή που θα υποστεί κανείς μετά από μια τραυματική εμπειρία, όπως ένα διαζύγιο, δικό του ή των γονιών του, ή από έναν θάνατο, μεταφορικά ή κυριολεκτικά. Είναι υποκειμενική, καθώς για τον καθένα σημαίνει κάτι διαφορετικό και ο καθένας μας το περνά αναπόφευκτα σε απροσδιόριστο χρόνο μέσα στη ζωή του, συχνά χωρίς να το επιδιώξει ή να μπορεί να το ελέγξει.

Σκέψου τώρα, να συμπίπτουν δύο από αυτές τις καταστάσεις μαζί. Δηλαδή, να μεταβαίνεις στην εφηβεία και παράλληλα να γίνεται μπάχαλο στο σπίτι σου. Είναι αρκετά πιεστικό, γεμάτο εκρήξεις και τεράστιες αλλαγές, και το γνωρίζω από πρώτο χέρι. Κάποτε λοιπόν, ήμουν ένα δωδεκάχρονο κορίτσι (λίγο μικρότερη από αυτό), που τέτοια εποχή ετοιμαζόταν για το Γυμνάσιο κι έβλεπα την αλλαγή πολύ μεγαλύτερη από αυτή που αντικειμενικά ήταν. Το Γυμνάσιο ήταν μια δεύτερη ευκαιρία για καλύτερους φίλους, για καλύτερους βαθμούς και για καλύτερη ζωή. Ήταν ένα βήμα πιο κοντά στην ενηλικίωση, που φάνταζε σαν απελευθέρωση. Υπήρχε αυτή η ελπίδα της αλλαγής, που θα ερχόταν σταδιακά χωρίς να την καταλαβαίνω. Υπήρχε όμως και η άλλη μετάβαση, σχετικά με τον θυμό. Ο θυμός που εκφραζόταν ως τότε με κλάμα και άναρθρες κραυγές, μπορούσε πια να εκφραστεί καλύτερα με λέξεις, με λεκτική άρνηση, με λεκτική επίθεση και στην περίπτωσή μου, με τον σωτήρα μου, που ήταν και είναι ως τώρα η γραφή. Η εφηβεία είναι η δυσκολότερη πίστα όσον αφορά τον έλεγχο του μυαλού και τον συγχρονισμό του με τη γλώσσα.

Κάπως έτσι λοιπόν, ένα δωδεκάχρονο αγόρι που αγαπώ πάρα πολύ βρίσκεται ακριβώς στην ίδια θέση που ήμουν εγώ κάποτε και άρχισε να μεταφράζει το φόβο και τα νεύρα του, σε κάτι που μπορούμε να καταλάβουμε καλύτερα οι ενήλικοι. Ο λόγος και η κρίση μπήκαν σε τροχιά. Να μην καταπιέζετε τους έφηβους επειδή δεν μπορείτε να τους ελέγξετε. Να τους ακούτε. Εγώ τον ακούω, ακούω το θυμό που εκφράζει με λέξεις και δεν μπορώ πια να στεναχωριέμαι για το θυμό του, γιατί πλέον μπορώ να συζητήσω μαζί του για αυτό. Ο δωδεκάχρονος πλέον αδερφός μου είναι ένας άνθρωπος με τον οποίο μπορώ να επικοινωνήσω πολύ καλύτερα από τους περισσότερους φίλους μου, γιατί έχουμε κοινά βιώματα και πλέον μιλάμε την ίδια γλώσσα. Είναι πραγματικά συγκλονιστικό!

Σκεφτόμουν λοιπόν, ότι οι εκρήξεις που παθαίνουμε στην εφηβεία είναι απόλυτα λογικές βάσει αυτού. Φαντάσου πως αντέδρασε ο πρώτος άνθρωπος που ανακάλυψε τη φωτιά. Θα ούρλιαζε, θα χτύπαγε το κεφάλι του από χαρά και από έκπληξη, πιθανό να έδειρε και κάποιον από την υπερδιέγερση που του προκάλεσε το αίσθημα της δύναμης. Ο έφηβος ανακαλύπτει ότι μπορεί να εκφράσει την άποψή του. Ότι μπορεί να πληγώσει με τις λέξεις. Ακόμη κι αν είναι εξαρτημένος από τους γονείς του, βρίσκεται σε ένα στάδιο που πλέον μπορεί να τους κρίνει και αν το αποφασίσει, να μην τους χωνεύει! Ο έφηβος μπορεί πλέον να βάλει τα γεγονότα σε σειρά και να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα. Ένα παιδί δεν μπορεί να το κάνει αυτό.

Γονείς, ακούστε καλά τι σας λένε οι έφηβοι και μην τους παρεξηγείτε αν τα λένε λίγο πιο τσουβαλάτα. Είναι σαν να βλέπατε μέχρι σήμερα μόνο ασπρόμαυρο τον κόσμο και ξαφνικά, αρχίσατε να βλέπετε χρώματα. Ακούστε και μάθετε από αυτή τη μετάβαση, γιατί δυστυχώς, καθώς τα χρόνια περνούν, ο λόγος μας γίνεται άλλου είδους εργαλείο. Τον χρησιμοποιούμε χειριστικά ή διπλωματικά. Ξεχνάμε να έχουμε απόψεις, τις στρογγυλεύουμε, ή τις κρύβουμε. Πιστέψτε με, αυτά που έγραφα στα ημερολόγια του Γυμνασίου ήταν πολύ πιο αληθινά από ό,τι μπορει να γράψω ποτέ ξανά, ακόμη κι αν ήξερα ότι δεν θα τα διαβάσει κανείς, παρά μόνο εγώ. 

29.5.18

Δεν φιλάς θάλασσες αν φοβάσαι μην πνιγείς


Και τώρα θα σας εξηγήσω πως είναι να φιλάς θάλασσες, γιατί μερικοί είστε πολύ πεζοί για να το καταλάβετε.

Να φιλάς θάλασσες, τα χείλη σου να καίνε από την αλμύρα, να ξέρεις ότι μπορεί ανά πάσα στιγμή να πνιγείς, αλλά να ελπίζεις ότι μπορείς να κρατήσεις την ανάσα σου για λίγο ακόμα. Θέλεις να κολλήσεις τα χείλη σου στα δικά της, με την πιθανότητα να πνιγείς. Να ξέρεις ότι μπορεί να πνιγείς τελικά, αλλά να μην φοβάσαι. Γιατί αυτό παθαίνει όποιος ερωτεύεται τη θάλασσα, ρωτήστε και τους παλιούς ναυτικούς αν δεν με πιστεύετε. Όλοι ξέρουν τον κίνδυνο, αλλά δεν φοβούνται, γιατί η επιθυμία, είναι μεγαλύτερη από το φόβο. Να φιλάς θάλασσες, άστατες, αγριεμένες θάλασσες, που μπορεί να σε πετάξουν στα βράχια ή να σε παρασύρουν στο βυθό, στο χάος. Να μην φιλάς θάλασσες αν δεν αντέχεις να χαθείς μέσα σε αυτές.

Παίρνεις τα ρίσκα σου λοιπόν, σκύβεις και τη φιλάς. Κι άμα γλιτώσεις τον πνιγμό, σκύβεις να τη φιλήσεις πάλι, ξανά και ξανά, γιατί η σκέψη δεν φεύγει από το μυαλό σου. Γιατί φιλώντας τη, ανακαλύπτεις ότι αναπνέεις καλύτερα μέσα στο νερό και ο πραγματικός πνιγμός βρίσκεται έξω από αυτήν, όταν είσαι μακριά της. Γιατί το χάος της ταιριάζει άψογα με το χάος του μυαλού σου.

Δεν φιλάς θάλασσες αν φοβάσαι μην πνιγείς.

Κατάλαβες;

16.5.18

Δημόσιες Υπηρεσίες, Τόμος Β’: Επανέκδοση διπλώματος οδήγησης


Εκτός από τα υπόλοιπα ταλέντα μου, έχω και τη μαγική ικανότητα να εξαφανίζω τα πράγματά μου! Κάποια τα βρίσκω λίγο ή αρκετό καιρό μετά, κάποια άλλη χάνονται για πάντα. Δεν θα πιάσουμε βέβαια να συζητάμε τα όσα έχω χάσει αφήνοντάς τα σε απίθανα μέρη ανά τον κόσμο (π.χ. μέσα σε ταξί, μέσα σε ντουλάπες ξενοδοχείων), ούτε την τάση να αφήνω το κινητό μου παντού και μετά  να τρέχω πανικόβλητη να το μαζέψω. Ειδικά το τελευταίο ανήκει στην κατηγορία «σπορ», όχι στα ταλέντα. Εδώ μιλάμε για την απόλυτη εξαπάτηση των αισθήσεων, μιλάμε για μαγεία.

Τη μια μέρα το δίπλωμα οδήγησης ήταν στο ντουλάπι του αυτοκινήτου, την επόμενη ημέρα δεν ήταν εκεί. Κι έτσι άρχισε ο γολγοθάς της περασμένης εβδομάδας, με τα νεύρα να κυριαρχούν έναντι όλων των άλλων συναισθημάτων. Τη μια μέρα υπήρχε μάρτυρας που το είδε μέσα εκεί, την άλλη μέρα ο μάρτυρας κατέθεσε ότι δεν το είδε ποτέ. Αφού έφαγα τον κόσμο στην κυριολεξία και έψαξα παντού, αποφάσισα να παραιτηθώ από την προσπάθεια ανεύρεσης και να βγάλω νέο δίπλωμα, γιατί ήθελα να πετάξω και μερικά λεφτά και δεν έβρισκα που, μιας που νύχι δεν μου έχει μείνει να πάω να το φτιάξω, το κομμωτήριο που εμπιστευόμουν έκλεισε οπότε ούτε ρίζα είχα να βάψω και βλεφαρίδες έχω μπόλικες, οπότε δεν χρειαζόταν να βάλω. Ναι, το να πετάξω τα λεφτά μου για να βγάλω νέο δίπλωμα ήταν καλή ιδέα.

Και τρέχα στο αστυνομικό τμήμα  να δηλώσεις την εξαφάνιση (όπου τσάλ-τσάλ ο δημόσιος υπάλληλος την τσίχλα). «Γειά σας, θέλω να δηλώσω μια εξαφάνιση», είπα συνοφρυωμένη. Ούτε που ταράχτηκε, μου φάνηκε δε, ότι τα έξυσε και λίγο μπροστά στα μάτια μου πριν καν γυρίσει να με κοιτάξει. «Τι έχασες;», μου απαντάει συνεχίζοντας να κοιτάζει την οθόνη του. «Το παιδί μου!», ήθελα να του πω μπας και επιτέλους γυρίσει την κεφάλα του. Κρατήθηκα όμως, γιατί η μητέρα λέει ότι στις δημόσιες υπηρεσίες πρέπει να είσαι ευγενικός και καλοβαλμένος για να καταφέρεις να εξυπηρετηθείς. Αφού κατάφερα να συνεννοηθώ και στο τέλος γίναμε και λίγο φίλοι, πήγα στα ΚΕΠ. Εκεί ο υπάλληλος δεν μασούσε τσίχλα. Από εκεί, πήρα τα παράβολα παραμάσχαλα και γύρισα στο σπίτι κι έκανα υπομονή μέχρι την επόμενη ημέρα το πρωί, για να πάω στην τράπεζα να πληρώσω τα κέρατά μου τα παράβολα…

Τώρα έπρεπε να περιμένω μέχρι το επόμενο πρωί, για να πάω στο Υπουργείο Μεταφορών. Δεν υπήρχε ουρά όπως με έχουν συνηθίσει οι δημόσιες υπηρεσίες. Υπήρχε μόνο ένας μπάρμπας μπροστά μου, πολύ μεγάλος μάγκας, στάνταρ δάσκαλος οδήγησης. Μέσα από το τζάμι, πέντε άτομα. Ο ένας έκανε ότι δούλευε, οι άλλοι είχαν σχηματίσει πηγαδάκι, ντυμένοι σα να πήγαιναν στην παραλία και λέγανε τα νέα τους. Προσπάθησα να μην κοιτάζω επίμονα το ρολόι και εκείνους με μισό μάτι. 

Επιτέλους ήρθε αυτή με το παρεό να με εξυπηρετήσει. Τσαλ – τσαλ η τσίχλα να χτυπιέται στα δόντια της κυρίας. «Πήγαινε εδώ στη γειτονιά να βγάλεις καμιά άλλη φωτογραφία, αυτή με το μαγιό δεν κάνει». Ντάξει, αυτό με το μαγιό δεν έγινε ποτέ, αλλά η φωτογραφία όντως δεν έκανε, ήταν λέει μικρή. Πήγα κι εγώ απέναντι να τυπώσω μια γιγαντοαφίσα με την πιο ξινισμένη μούρη που μπορεί να έχω στις 8 το πρωί πριν τη δουλειά και κατέθεσα τα χαρτιά μου. Όλα καλά μου λέει. Πότε θα ξέρω ότι είναι έτοιμο, της λέω, γιατί στο μεσοδιάστημα δεν πρέπει να οδηγώ, έτσι λέει ο Νόμος. «Δεν θα σε ειδοποιήσουμε, έλα απλά σε δεκαπέντε μέρες!». Τσαλ-τσαλ. Ευχαριστώ. Γειά σας.

Δεκατέσσερις και σήμερα.