30.8.10

Ντοκουμέντο από το χαμένο ημερολόγιο (vol1)

Ημέρα 1

Μετά από τέσσερις μέρες αδιάκοπου ξενυχτιού ήρθε η ώρα της περισυλλογής. Παίρνω το λάπ τοπ παραμάσχαλα και απλώνω τα υπάρχοντά μου στο τραπέζι της βεράντας. Η ώρα είναι οκτώμισι, ο ουρανός είναι ακόμα ροζουλής, οι εικόνες από εχθές το βράδυ σχετικά θολές αλλά και πρόσφατες…

Άλλοτε το ταξίδι είναι μικρό κι άλλοτε μεγάλο. Αυτή τη φορά η ώρα δεν περνούσε… Φτάνοντας στο νησί κατά τις 12 το πρωί, το μόνο που μπορούσα να σκεφτώ είναι ένα ολόφρεσκο ψάρι σε ταβερνάκι πάνω στη θάλασσα, όπου θα διέσχιζα την απόσταση από το αυτοκίνητο μέχρι εκεί ξυπόλυτη, χωρίς μακιγιάζ, χωρίς δεύτερες σκέψεις. Παρόλαυτά τίποτα δεν μοιάζει να είναι τόσο χαλαρό τις πρώτες μέρες, γιατί οι ρυθμοί της Αθήνας πέφτουν σταδιακά. Μετά λοιπόν από ένα καλό γεύμα κι έναν χορταστικό απογευματινό ύπνο, ήρθε η ώρα να γυρίσω- μαζί με τους συνένοχους- στον τόπο του εγκλήματος…

Τα στενάκια άδεια, θυμίζουν μεγάλη εβδομάδα, λίγο πριν σκάσει μπούγιο ο κόσμος. Ο αέρας είναι δυνατός και μυρίζει Κυκλάδες, ανακατεύει την πλούσια χαίτη μου και μου δημιουργεί εκνευρισμό! Μέχρι που φτάνουμε στο κατώφλι του all time στέκι και οικεία πρόσωπα χαμογελάνε αινιγματικά. Όχι, δεν αναρωτιούνται πότε ήρθαμε ( είναι προφανές ότι με το που πατήσαμε το πόδι μας στο νησί τρέξαμε στο δεύτερο σπίτι μας), δεν αναρωτιούνται ούτε αν θα κάτσουμε ( είναι σίγουρο ότι θα ριζώσομε εκεί μέσα μέχρι το ξημέρωμα για το καλό..). Αναρωτιούνται απλά αν έχουμε κι εμείς την ίδια αίσθηση… Ότι κάτι λείπει… Ότι κάτι δεν πάει καλά… Ότι κάτι άλλαξε στο στέκι μας κι ένας νέος κύκλος ανοίγει ( ύστερα από δυο πολύ ξεχωριστά χρόνια γλεντοκοπήματος!). Λείπουν δυο βασικά στελέχη και τίποτα δεν είναι πια το ίδιο. Λείπει το κατσουφιασμένο βλέμμα του μπαρμαν στο άκουσμα «Τζάγουαρ Μαρτίνι», και το πονηρό χαμογελάκι του σερβιτόρου- που ξέρει πολλά και λέει λίγα. Στη θέση τους βρίσκεται μια κοπέλα, που στην αρχή φαίνεται απρόσιτη και ασυγχώρητα μαυρισμένη. Γρήγορα όμως κι εκείνη θα αποτελεί μέρος όλου αυτού του σκηνικού που σημαδεύει τους χειμώνες μας. 

Όπως κάθε χρόνο, έτσι και φέτος, οι παρέες θα γνωριστούν μεταξύ τους, θα ανακατευτούν, θα διασπαστούν. Η ώρα της κατάθλιψης θα σπάσει όταν μια παρέα τριών σαραντάρηδων θα θρονιαστεί στον καναπέ σου. Ο ένας μοιάζει με τον Ρίτσαρντ Γκήρ, σε πιο παχουλό και αγαθιάρικο. Ο άλλος φέρνει λίγο σε Τζώρτζ Κλούνει αλλά έχει ένα αντιπαθητικό υποτιμητικό προς τις γυναίκες βλέμμα και η αυτοπεποίθησή του σπέρνει την αντιπάθεια μέσα μου από το «Καλησπέρα κορίτσια». Ο τρίτος, είναι ένας συμπαθητικός και γλυκός άνθρωπος, κεφάτος, ευγενικός και πιωμένος ( κατ’ εξαίρεση να σημειώσω). Τα μάτια του λάμπουν στη θέα του μπαλονά ( ο τύπος που πουλάει έξω από το μαγαζί μπαλόνια με ήλιον). Δεν μπορεί να διαλέξει πιο θα πάρει, βγάζει ένα εκατοστάευρο και τα αγοράζει όλα. Τα σφηνάκια πέφτουν καταιγίδα, ένα πουκάμισο παίρνει φωτιά, ή σχεδόν φωτιά, τα μπαλόνια περνάνε το μαρτύριο της ρώσικης ρουλέτας κι ένα ένα χάνονται στον ουρανό. Όταν έχουν μείνει μόνο λίγα, ο συμπαθής νέος φίλος μας διακρίνει μια «Ντόρα η μικρή εξερευνήτρια» να παρτάρει δίπλα στον Μποπμ Σφουγγαράκη και τη Σιντερέλα. Έξαλλος την αρπάζει από το χέρι, την κοιτάει στα μάτια, την αναγνωρίζει και της λέει φωναχτά « Ντόρα τσουλάκι σε βρήκα!». Κόβει το σχοινί του μπαλονιού και την αμολάει στο άπειρο κι ακόμα παραπέρα…

Ημέρα 2
Ο αέρας προμηνύει αλλαγή σκηνικού και στην παραλία… Η αγαπημένη μας παραλία αποφάσισε να μας μαστιγώσει με χιλιάδες κόκκους άμμου, επομένως αποφασίζουμε να μετοικίσουμε στην απάνεμη πλην «κατσάβραχη» παραλία (την οποία καταλήγουμε να επισκεπτόμαστε καθημερινά τελικά). Μαζί μας είναι και ο Τζέρρυ, το γνωστό θηρίο, και η νέα μας φίλη με το απαράδεκτο μαύρισμα που λέγαμε… Όλα μοιάζουν με μια μάταιη μετριότητα κι ενώ τσουρουφλίζομαι κάτω από τον ήλιο σαν παστή σαρδέλα, ξεχυμένη στο πλακέ βραχάκι, αναπολώ την αθηναϊκή μου παρέα, με την οποία πέρασα μια έντονη ξενύχτικη περίοδο τελευταία και μου έλειπε. 

Το ίδιο βράδυ μπήκαμε σε μια χρονομηχανή και ταξιδέψαμε πίσω, στο 2007. Ένα παλιό στέκι, με παλιές γνώριμες φυσιογνωμίες μας έκανε να νιώσουμε για λίγο ότι ο χρόνος παγώνει εκεί που δεν το περιμένεις. Περνάμε ξυστά από απανωτές διαστάσεις τύπου matrix και γινόμαστε οι τρεις μοναδικοί θαμώνες του μαγαζιού ( ακούγεται λίγο ποιητικό αλλά κυριολεκτικά ήμασταν μόνο οι τρείς μας). Πέρα από γλυκές αναμνήσεις με γεύση ντάκιουρι μάνγκο , το μέρος αυτό είχε τελειώσει στο 2007, επομένως γυρίσαμε πίσω στο 2010 και στο γνωστό μας στέκι… Ο νέος κύκλος άνοιξε σαν τους ασκούς του Αιόλου και σαν τα μπουκάλια βότκας ( με κράνμπερι που έχει και βιταμίνες όπως λέει κι ένας πιλότος…). Τραγούδια παλιά κι αγαπημένα φέρνουν κατάθλιψη και πάλι στην παρέα, που τώρα σφιχταγκαλιάζεται με τον dj, βαρώντας ντέφια και καμπάνες. Πάνω στην ώρα σκάνε και οι τρείς σαραντάρηδες φίλοι μας- συμπεριλαμβανομένου και του αγαπημένου μας μπαλονόφιλου, αυτή τη φορά ξεμέθυστος κι ακμαίος. «Un derniere chanson…” ακούγεται από τα ηχεία και χτυπήσαμε φλέβα. Σε αυτό το σημείο νομίζω έγινε κι ένας μικρός σεισμός, κατεδαφίζομαι από το σκαμπό και γλιστράω στην αγκαλιά της Κλαίρης, που φανερά συγκινημένη γκαρίζει μέσα στα αφτιά μου- κι εγώ στα δικά της- «where is my mind? Oh, oh where is my mind?”. ( Να θυμίσω στους αναγνώστες ότι το τραγούδι αυτό σημάδεψε το Πάσχα 2010, που συμβολίζει ίσως την καλύτερη περίοδο της νιότης μας όσον αφορά τις διακοπές).
Ένας νέος κύκλος λοιπόν, ανοίγει κι επισήμως… 

Ημέρα 3-
Πρωινή επιστροφή στα παλιά λημέρια, ο αέρας έχει υποχωρήσει και η παραλία μας, μας ανήκει. Όχι όμως και το βράδυ… 
Μια γνωστή φυσιογνωμία διακρίνω στο βάθος του σοκακίου. Είναι κοντός, κανελλί και τριχωτός. Έχει τεράστια αφτιά και μουγγρίζει… Φοράει φίμωτρο. Είναι αυτός… ο δαγγανιάρης πλην συμπαθητικός σκύλος. Αμέσως αναγνωρίζω και το αφεντικό του, δεν μπορεί να είναι άλλος, σκέφτηκα. Τον χαιρετάω και τον αιφνιδιάζω. Δεν με θυμάται στην αρχή, ζορίζεται λίγο- το βλέπω στο ανασηκωμένο φρύδι, αυτή την αμφιβολία, αυτή την πιανω-στον-υπνο. Το χαμόγελό του είναι ζεστό, οι χειρονομίες του θυμίζουν τζέντλεμαν. Φιλοξενεί και μια παρέα πέντε ατόμων – είναι στο σύνολο έξι, που να τα βάλεις μαζί τους και κανονίζουμε να βγούμε όλοι μαζί, να γνωριστούμε. Κοιτάζω την κολλητή και βλέπω θετική απάντηση στα καλοσυνάτα μάτια της. Γιατί όχι; Σκέφτηκα… 
Το χωριό είναι μικρό, πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο, χωρίς ραντεβού, χωρίς προηγούμενη συνεννόηση. Όχι, δεν ήταν γραφτό, όχι δεν είναι τα άστρα. Είναι απλά μικρό το χωριό. Κάτσαμε για ένα πρώτο ποτό. Κλασσικές ερωτήσεις και κλασσικές απαντήσεις από τις δυο πλευρές – ποια σχολή, τι δουλειά, η καταγωγή μου, το σόι σου. Και τώρα ας συστηθούμε… 
1. Ο Τζέντλ-μαν. Είναι διαχυτικός, γιατί ουσιαστικά είναι ο λιγότερο άγνωστος. Έχει χιούμορ αλλά είναι μετρημένος. Δεν μιλάει πολύ, αλλά προσπαθεί να κάνει όλους να νιώθουν άνετα. Είναι και λίγο πειραχτήρι, αλλά κρατάει τον έλεγχο. Δεν μπορώ να πω περισσότερα, κινδυνεύουν τα ντολμαδάκια…
2. Ο Πονηρούλης. Είναι γλυκός κι όλες οι σερβιτόρες τον μπανίζουν. Σε κοιτάζει λοξά και γέρνει λίγο το κεφάλι. Έρχεται και φεύγει με ένα ποτό στο χέρι (γιατί παίζει σε πολλά ταμπλό). Οι ατάκες του ξεπερνούν τα όρια του συμβατικού χιούμορ, οι ντόπιες θέλουν να τον γδύσουν ( ενίοτε προχωρούν και στην πράξη σε ετούτο το ατόπημα). 
3. Ο Στυλάτος. Θα μπορούσε άνετα να διαφημίζει το πιο ακριβό Μπράντυ- και μετά το διαφημιστικό σπότ να ορμήσει σε λουκουμάδες με μέλι. Έχει το ύφος του κουλτουριάρη κι αποπνέει μια ευγενική μπρουτάλ σιγουριά. Είναι η ήρεμη δύναμη της παρέας… Ακόμα και στην τούμπα, έχει στυλ. 
4. Ο Σιωπηλός. Δεν μιλάει, δεν λαλάει, ένα περίεργο μειδίαμα στα χείλη μαρτυρά ότι από μέσα σκέφτεται διάφορα- ακόμα κι άσχετα με το θέμα. Κι εκεί που δεν το περιμένεις, ή νομίζεις ότι βαριέται, έρχεται και σου αμολάει ένα καρφί και σε στέλνει στο δίπλα μαγαζί ( εντάξει, υπερβολή… Απλά εκεί που πιστεύεις ότι δεν ξέρει ούτε το όνομά σου, μπορεί να σου χαρτογραφήσει με πέντε λέξεις την ψυχική και σωματική κατάσταση του νούμερο 6- τον άφησα τελευταίο για να έχει αγωνία…).
5. Ο google-translator. Οι γυναίκες ψαρώνουν με την αραβική στιχομυθία-τατουάζ του μπράτσου του. Τις πρώτες 24 ώρες πιστεύεις ότι σε αντιπαθεί. Όχι φίλε μου, απλά δεν έχει κοιμηθεί… Άπαξ και τον πετύχεις ξεκούραστο την πάτησες. Προσοχή στις εξηντάρες ξανθιές γοργόνες που κάνουν τοπ λες… ο γκούγκλ-τρανσλέητορ παραμονεύει… 
6. Ο γοητευτικός. Είναι σοβαρός και ετοιμόλογος. Είναι ο ορισμός ενός ζωδίου που ποτέ δεν θα μαντέψεις… Μην παίζεις με τη φωτιά, μην φας αχινό ακόμα κι αν έχει ψαρευτεί από τα χέρια του. Αν αρχίσει να μιλάει Ισπανικά κλείσε τα αφτιά σου. Λάθος timing σκέφτεσαι και σου έρχεται η θάλασσα στο κεφάλι (κατά το ο ουρανός σφοντύλι). Η Αθήνα δεν είναι μικρό χωριό λες, κι αφήνεις τα άστρα να κάνουν τα δικά τους… 
( κι επειδή κάνεις αυτές τις σκέψεις το σύμπαν φέρνει στο δρόμο σου μια βλαμμένη με ενοικιαζόμενο panda να σε τρακάρει στα καλά καθούμενα…)

Ημέρα 4-
Φευγάτο πρωινό και βουρ στα βραχάκια… Απλωμένη φούξια πετσέτα, αραδιασμένες σαγιονάρες και παρεό, ένα σκάφος πλησιάζει την προβλήτα απέναντι κι έξι αγόρια γέρνουν τη βάρκα (με την ευρύτερη έννοια) για να δέσουν. Ένας ένας πλησιάζουν… Ο τζέντλ-μαν, ο στυλάτος, ο γοητευτικός, ο σιωπηλός, ο πονηρούλης και ο πιο άσπρος από όλους, ο google-translator, ξεπροβάλουν πίσω από τα βραχάκια. Μας χαιρετούν αδιάφορα και ύστερα από πολλή σκέψη κάθονται στην πίσω ραχούλα, αγκαλιά με μια δωδεκαριά μπύρες. Που και που δανείζονται έναν αναπτήρα, ένα αντηλιακό, προσφέρουν λίγο πεπόνι ( όσοι τελικά απέμειναν στο βραχάκι και δεν πήγαν να φλερτάρουν Ιταλίδες και Ισπανίδες). Σεμνές και ταπεινές οι ηρωίδες μας απολαμβάνουν τον καυτό ήλιο και ρίχνουν ατσούμπαλες βουτιές στη θάλασσα να δροσιστούν. 
Ποιος θέλει να πάει σπίτι του όταν έχει τέτοιο ηλιοβασίλεμα; Και στην τελική τι τις έχουμε τις καφετέριες αν όχι για να μπαστακονόμαστε εκεί με τις ώρες; Και φυσικά, μικρό είναι το χωριό ξαναλέω, η παρέα των έξι ξαναπερνάει από μπροστά μας με τιγκαρισμένη μια σακούλα –μπορεί και περισσότερες αν κρίνω από το αποτέλεσμα- αφροδισιακούς ντόπιους αχινούς. Λίγο ο ήλιος, λίγο το ηλιοβασίλεμα, λίγο το βλέμμα πίσω από το μαύρο γυαλί, νομίζω ότι ζαλίστηκα. Και πάνω στη ζάλη μου στουκάρει ένας στόκος το αυτοκίνητό μου. Ήταν Ελληνίδα, αλλά δεν μπορούσε να συνεννοηθεί σε καμία γλώσσα. Το μόνο που ήταν ικανή να κάνει ήταν να με ξανατρακάρει. Είχε και δυο φίλες, η μία πιο έξυπνη από την άλλη. Η χαζομάρα είναι αήττητος εχθρός, θα τα βάλω στη μεικτή να ξεμπερδεύω… 
Εντωμεταξύ, από την πολλή αϋπνία ( και που είσαι ακόμα) και την εξάντληση η ζαλάδα φύτρωνε σαν δικαιολογία σε κάθε μου κίνηση. Μετά ήρθε και το αλκοόλ και όπως λέει και το ομώνυμο γκρούπ στο facebook “όταν πίνω γίνομαι άλλος άνθρωπος. Μετά πίνει κι αυτός και γίνεται χαμός». Ανάμεσα σε δυο μαγαζιά κι εν γένει διχασμένη, πήγαινα κι ερχόμουνα αναζητώντας απεγνωσμένα τη ζακέτα της κολλητής ( και τα μυαλά μου). Ο μπαρμαν προσέφερε νερό με καλαμάκι και όλη του την καλή διάθεση να με συνεφέρει. Με έβαλε υπο αυστηρή επιτήρηση για «να μη με πειράξουν» . Ωστόσο για ακατανόητους λόγους επιστρέφω μαζί με το απολωλός ζακετάκι στο άλλο μαγαζί. Ο σιωπηλός έσπασε τη σιωπή, ο πιλότος σωσίβια λέμβος, το ζακετάκι κρεμάλα, ο ήλιος έχει βγει και το βράδυ δεν λέει να τελειώσει. Και τελειώνει αιματηρά με ένα κομμάτι γυαλί στη σαγιονάρα της κολλητής.
Πέφτεις για ύπνο με μια σκέψη… «Θα κοιμάμαι μέχρι μεθαύριο… Καλύτερα, να μη σκέφτομαι κι όλας». Κι όμως, σε λιγότερο από τέσσερις ώρες έχεις ξαναξυπνήσει, είναι Κυριακή, έχεις υπερένταση και προβάρεις την στάση στρουνθοκαμήλου… 

Ημέρα 5&6
Ημέρα 5- Κυριακή – Έχω αγώνα σήμερα… 
Διακοπή για Διαφημίσεις. 

Ημέρα 6- Δευτέρα - Επιτέλους Ίντερνετ 

Πρωί πρωί ανοίγω το μάτι γαρίδα για να ελέγξω το κινητό. Μην είχα καμία έκπληξη; Κανένα μήνυμα από τους κρυφούς θαυμαστές μου; Όχι, ήταν η Αλεξαντρά, με μεγάλη έμφαση στο ΝΤΡά. «Μπες στο ifa (γαλλικό ινστιτούτο) να δεις τα αποτελέσματα σου και τηλεφώνησέ μου» έγραφε. Πανικοβλήθηκα, πετάχτηκα από το κρεβάτι, ίσα που πρόλαβα να βάλω ένα μαγιό ( τελικά δεν ήταν αυτό που νόμιζα) κι έτρεξα στο café του Κωνσταντίνου να μπω στο Διαδίκτυο. Ήταν μια πραγματική απόλαυση, ύστερα από μια εβδομάδα αποτοξίνωσης… Καταλαβαίνω ότι είμαι μανιακή με αυτό και αποφασίζω να μην πιω καφέ αλλά πορτοκαλάδα για να καταλαγιάσω μια από τις πολλές εμμονές μου – καφεΐνη ας πούμε. Η αποτυχία ήταν ζωγραφισμένη ψηφιακά μπροστά στην οθόνη, για άλλη μια φορά η αγαπημένη μου δεύτερη πατρίδα, Γαλλία, με είχε απορρίψει. 
Απαρηγόρητη μπαίνω στο facebook να δω κουτσομπολιά, να νιώσω λίγο καλύτερα. Παίρνω κι άλλη σύγχυση αρχίζοντας το μέτρημα αυτών που με ξεχάσαν εντελώς. Κι όλα αυτά μόνο σε λίγες μέρες. Δηλαδή αν γύριζα οριστικά Σεπτέμβριο; Κοινωνική δικτύωση σου λέει μετά… Αλλά δεν πειράζει, υπάρχουν κι άλλες πορτοκαλιές που φτιάχνουν ντάκιουρι λεμόνι….(?). Αποφασίζω με τα πολλά( κι αφού κατέφθασε αγουροξυπνημένη η Κλαίρη), να προσθέσω λίγους ακόμα φίλους στο προσωποφυλάκειο (που λέει και ο Φοίβος). Ψάχνω να βρω την παρέα των έξι, βρίσκω τον τζέντλ-μαν και τον Γοητευτικό. Συνεχίζω ακάθεκτη να ψάχνω και πετυχαίνω τον Στυλάτο. «Έχει έρθει η ώρα του Πονηρούλη» λέμε γελώντας διαβολικά και ρουφώντας λίγη πορτοκαλάδα. Αυτός είναι; Την ρωτάω με δισταγμό. «Πιστεύω πως ναι…» απαντάει μέσα από τα δόντια και κοιτάει καλύτερα. Θα στείλω personal message , της λέω. «ΕΣΥ ΕΙΣΑΙ ΠΟΝΗΡΟΥΛΗ???» του γράφω κι αυθόρμητα στέλνω το friend request. Μετά από λίγο βρίσκουμε κι άλλον έναν πιθανό «Πονηρούλη». Γουρλώνω τα μάτια, ρουθουνίζω και λέω έντρομη στην Κλαίρη «Λες να το έστειλα πουθενά αλλού; Να είπα καναν άσχετο Πονηρούλη;». Από το ρουθούνισμα εκτόξευσα όλα τα παρατεταμένα εις την πιατέλα ψίχουλα στα διπλανά τραπέζια και αφού ξεσηκώσαμε όλο το καφέ με το νευρικό μας γέλιο, μπήκαμε στο τρεχαντήρι μας και περάσαμε απέναντι. 
Δεν είχε κύμα, αλλά κουνούσε αρκετά. Οι Γερμαναράδες δίπλα μου όλο γκρινιάζαν. Όταν αντιλήφθηκα ότι μιλάνε Γερμανικά, λέω στην Κλαίρη «Α; Γερμανοί είναι;», γύρισα την πλάτη μου από την άλλη κι άφησα τον jerry να τους κατουράει το σακ βουαγιάζ… Νομίζω ότι έχω αρχίσει να το χάνω… 
Λίγο μετά τα μεσάνυχτα – ναι, στο στέκι πάντα- απολαμβάνω ένα κοκτέιλ με μανταρίνι και κακάο. Την ίδια ώρα, στο αθηναϊκό στέκι με κλαίνε οι φίλες μου παρέα με τον «μπαρμανάκο», ταλαντούχος αλλά αντιπαθητικός…
Αφού έχω φάει την πρώτη κρυάδα κι έχω παραλείψει να σας πω ότι το μαγικό ίντερνετ ανάγκασε κάποιον πολύ Σνομπ να μου μιλήσει, η Κική τραγουδάει «Φαφαφά- φαφαφά-φά-φά» και δίνει μια σπρωξιά στην λάμπα πάνω από το κεφάλι μου. Η λάμπα με το καπελάκι της αρχίζει να χορεύει στους ρυθμούς του τραγουδιού αιωρούμενη πάνω από το μπαρ κι ένα φτερούγισμα με προειδοποίησε να γυρίσω τα μάτια μου από την άλλη μήπως και γλιτώσω το καρδιακό. Πως συνδέεται τώρα το φα-φα-φα με την αιωρούμενη χορευτομπάλα και τον Σνομπ;

Ημέρα 7-
Η Σάντα Μαρία άρχιζε επιτέλους να θυμίζει παραλία σαν από όνειρο, αυτό που δηλαδή ήταν πάντα, με την προσθήκη ενός beach bar τα τελευταία χρόνια τουλάχιστον. Αυτό σημαίνει αρκετός κόσμος, αλλά όχι υπερβολικός, όπου θα έπρεπε να πατάς πάνω από τις πετσέτες και τα κεφάλια των άλλων κάνοντας ζικ ζακ για να φτάσεις επιτέλους τη θάλασσα. Επίσης σημαίνει, ότι ο κόσμος μπορεί να παίζει ρακέτες γύρω σου χωρίς να στοχεύει εσένα. Τέλος, είναι η καταλληλότερη εποχή να βρεις ξαπλώστρα – ακέραιη κιόλας- την οποία θα τοποθετήσεις εκεί που θες και όχι εκεί που απλά χωράει. 

Αφού εγκατασταθήκαμε στην αγαπημένη μας γωνιά – δίπλα στο ναυαγοσώστη- ακούω ήχο μηνύματος ( η ιστορία είναι ελαφρώς παραποιημένη γιατί η συγγραφέας έχει χάσει λίγο την μπάλα με τις ημερομηνίες και ώρες). «ΈΚΤΑΚΤΟ ΑΝΑΚΟΙΝΩΘΕΝ. ΠΟΝΗΡΟΥΛΗΣ ΚΑΙ GOOGLE-TRANSLATOR ΘΑ ΒΡΙΣΚΟΝΤΑΙ ΤΟ ΣΑΒΒΑΤΟΚΥΡΙΑΚΟ ΣΤΗΝ ΠΑΡΟ. ΨΑΞΤΕ ΤΟΥΣ». Σε αυτό ακριβώς το σημείο κοιτάζω προς τη Νάξο κι αποφασίζω να βάψω τα νύχια μου κίτρινα.

Ημέρα 8-
Μία βδομάδα αρκεί για να προσαρμοστείς στο υπέροχο αυτό μέρος. Μόνο η σκέψη ότι θα επιστρέψω για δυο, τρείς ίσως, μέρες στην Αθήνα, μου φέρνει εμετό. Βγες από το πλοίο, τρέχα στο τραίνο, πάτα τα ποδάρια των επιβατών, σπρώξε, σφίξου, ρουφήξου να χωρέσεις στο βαγόνι, πάρε βαθιά ανάσα να κατέβεις από αυτό, διέσχισε την παραλιακή γυρίζοντας το κεφάλι σου σβούρες – έχεις ξεσυνηθίσει και σε φανάρια, σήμανση κ.ο.κ Ιδρώτας, καύσωνας που αναδύεται από τσιμέντο, καυσαέριο που κολλάει στο δέρμα σαν μαύρη πέτσα. Αηδία. Ανασηκώνω λίγο το βλέμμα (εκεί που με αφήσατε είμαι ακόμα, στη βεράντα…) κοιτάζω τον ορίζοντα. 
Η παραλία με ονομασία Λάγγερη ή Λάγγερι, δεν είμαι σίγουρη για αυτό, είναι ο επίγειος παράδεισος των γυμνιστών και όχι μόνο. Για μένα που δεν ξεγυμνώνομαι τουλάχιστον, συνεχίζει να είναι μια από τις ομορφότερες παραλίες που έχω δει. Φωτογραφίες δεν θα σας δείξω, γιατί αυτό είναι απίθανο. Όσες φορές προσπάθησα να φωτογραφήσω την Κλαίρη, στο βάθος ξεπρόβαλλε κάποιο πέος, ή κάποιο κωλομέρι γυμνιστή. Εφοδιασμένες με ταπεράκια, νερό του οποίου η θερμοκρασία διατηρείται στα ρηχά νερά της θάλασσας και φυσικά, πάντα με το θηρίο Jerry μαζί, ρουφήξαμε όλο τον μεσημεριάτικο ήλιο. Ιδού και το τίμημα. Μια απαίσια καφέ κηλίδα εμφανίστηκε στην άκρη του ποδιού μου. Στην αρχή έμοιαζε με χτύπημα σαγιονάρας. Μετά με ελιά. Αλλά φοβάμαι ότι είναι μια βρωμερή κηλίδα που δεν θα φύγει ποτέ… Είμαι ΣΤΙΓΜΑΤΙΣΜΕΝΗΗΗΗΗΗ!!!Είμαι καταδικασμένη … Πρέπει να το αποδεχτώ. Το δέρμα μου αρχίζει να αποσυντίθεται… Από αύριο ομπρελίτσα και άσπρο πλαστικό σκουφάκι… ( Σαν αυτό που φοράνε οι γιαγιάδες).

Ξαφνικά θυμάμαι ότι είναι τα γενέθλια του αδερφού μου. Ξαφνικά θυμήθηκα κι ότι έχω αδερφό… Ενίοτε το ξεχνάω γιατί τα πρώτα δεκαοχτώμισι χρόνια της ζωής μου ήμουν μοναχοπαίδι, καταλαβαίνετε… Τέλος πάντων, τηλεφωνώ στη μητέρα του. Ήταν στον Κιάμο… Ε; Στο Κιάτο… Όχι, όχι, στο Κιότο μήπως; Τελικά ήταν στο Κίτο… του Εκουαδόρ. Δεν ζηλεύω. Δεν ζήλεψα ούτε όταν τα πρώτα του γενέθλια τα έκανε στη Μύκονο. Όχι. Γιατί είναι τεσσάρων και θα ζήσει υπο το ζυγό των μαμαδίστικων κανόνων, ενόσο εγω θα μετράω κηλίδες στα πόδια μου…. ( ΚΛΑΙΩΩΩΩΩΩΩΩ). Τουλάχιστον είμαι εδώ που είμαι, με πλήρη συνείδηση. Εκείνος δεν καταλαβαίνει πραγματικά τη διαφορά μεταξύ Κιάμου, Κιάτου και Κίτο. 
Τσιμπήματα ηλεκτρισμού ήταν το τελευταίο που χρειαζόμουν μέσα στη ντουσιέρα. Πέρσι παραλίγο να μείνω στον τόπο λόγω χαλασμένης γείωσης. Ήρθαν τα γεροντοπαλίκαρα της ΔΕΥΑΠ (ΕΥΔΑΠ ΠΑΡΟΥ) κατέβασαν τον γενικό και όμως τα βόλτ του τηλεφώνου της ντουσιέρας χτυπούσαν κόκκινο. «Υπάρχει γενική διαρροή μαντάμ, μπορεί να είναι από κάποιο διπλανό σπίτι, ή πηγάδι, δεν μπορούμε να κάνουμε τίποτα», μου ανακοίνωσαν κι έφυγαν στα μουλωχτά, αφού μου έδωσαν χρήσιμες συμβουλές. Όπως π.χ να δέσω ένα σύρμα από το τηλέφωνο μέχρι κάτω και να βάλω ένα πιρούνι για βάση και μετά να βάλω μόνο το ένα πόδι μέσα και το άλλο να το κρεμάσω από το ταβάνι… και κάτι άλλα που δεν κατάλαβα και ούτε προσπάθησα να τα εφαρμόσω. Τώρα που ξανα-ηλεκτρίστηκα στάνιαρα πάντως( το έχω συνηθίσει πλέον, αρκεί να μην έχεις παρανυχίδα γιατί τότε είναι που παθαίνεις ηλεκτροσόκ). Και πάνω που έσκυψα να πιάσω το σαπούνι, βλέπω την γνωστή βρωμερή κηλίδα του κού-ντέ-πιέ μου να αιωρείται. Σε λίγα λεπτά η κηλίδα έχει φύγει με τα απόνερα… Γιατί όπως από την αρχή πίστευα, πριν με πανικοβάλλουν οι άλλοι, ήταν χτύπημα από τη σαγιονάρα και όχι εξωγήινη βούλα.
(Σου το λέει πάντως κι από μόνο του… ΔΕΥΑΠ… ΔΕΗ- ΑΠ… Σε χτυπάει το ρεύμα και χόπ! Up!)

Ημέρα 9-
Ο Βέλτσος θα ήταν ντροπιασμένος αν με διάβαζε… Γιατί πάντα ήθελε να μας κάνει και πάλι παιδιά. Να εκπλησσόμαστε, να πιστεύουμε στη μαγεία. Αποτυχημένη προσπάθεια.. Στο πρώτο ακαδημαϊκό μάθημα κουνούσε πέρα- δώθε ένα σοκολατένιο αυγό kinder έκπληξη. Άρχισε να το γδύνει και να πετάει τα κομμάτια σοκολάτας παντού μέσα στο αμφιθέατρο, με αγωνία και λαχτάρα, προκειμένου να φτάσει στο παιχνίδι. «Δεν έχει σημασία η σοκολάτα», είπε, «το παιδί ψάχνει για το δώρο, την έκπληξη!». Ένα κομματάκι σοκολάτα γάλακτος έπεσε μπροστά του στο έδρανο, το βούτηξε με το μικρό του δαχτυλάκι, το έχωσε στον ουρανίσκο του και είπε σχεδόν από μέσα του «Ωραία βέβαια είναι και η σοκολάτα…». Για να είμαι ειλικρινής δεν κατάλαβα ποτέ τι ακριβώς ήθελε να πει, όπως και κανένας πρωτοετής άλλωστε. Κι αυτό νομίζω είναι που με κάνει να πιστεύω ακόμα πιο φανατικά ότι έχω φύγει από το στόχο. Δηλαδή τι να πω; Αν δεν το έπιασα στα 18 μου θα το πιάσω τώρα; 
Ρομαντισμός, αυτός ο άγνωστος φίλος.
Βυθισμένη μέσα στον απόλυτο κυνισμό μου διαβάζω με ενδιαφέρον το «ΝΗΣΙ» της Βικτώρια Χίσλοπ κι ανακαλύπτω μαζί της την εποχή που η Σπιναλόγκα κρατούσε σε ομηρία τους δεκάδες ζωντανούς-νεκρούς κατοίκους της. Μια εποχή που στην Κρήτη η κόρη του ψαρά παντρευόταν τον γιο του γαιοκτήμονα αλλά γούσταρε τον ανέμελο και γκομενιάρη ξάδερφό του. Μήπως αρχίσαμε να βλέπουμε τον Ρομαντισμό σαν την λέπρα; Μια κολλητική αρρώστια που πρέπει να ξεφορτωθούμε γιατί την φοβόμαστε; Αλλά αν τελικά όλες γουστάρουμε τον ανέμελο ξάδερφο, μήπως είμαστε κατά βάθος όλοι μολυσμένοι από ρομαντισμό; Δεν θέλω να το πιστέψω! 

Σε κάθε σελίδα που γυρίζω κάνω και από έναν κοιλιακό. Πατσαβουριάζομαι στα δυο για να πιάσω ξανά το μπαλάκι της άχρηστης που παίζει ρακέτες μπροστά μου. Η Κλαίρη, φανερά δυσαρεστημένη τις ρίχνει λοξές ματιές, αλλά η wanna be Julia Alexandratou συνεχίζει αδιάκοπα τις προσπάθειες να πετάει το μπαλάκι με τη ρακέτα όπως ο μάγειρας την ομελέτα με το ταψί, εξοντώνοντας έντομα και παραθεριστές.

O αδερφός μου, ο Γαληνός (λες κι έχω κι άλλον) με πληροφορεί ότι τις μέρες που θα με επισκεφτεί στην Πάρο θα είναι ολίγον τι busy. Έχει λέει πολλές δουλειές να κάνει. Όπως για παράδειγμα να φτιάξει το τραμπολίνο του. Με έφτυσε κι αυτός. Παρεμπιπτόντως, δεν βρίσκεται στο Κίτο του Εκουαδόρ, αλλά στην Κύμη Ευβοίας. Αλλά… που βρίσκεται ο μπαμπάς; 
Την ημέρα της πολυαναμενόμενης αποφοίτησής μου έσπευσε να μας ενημερώσει ότι θα ταξιδέψει στην μακρινή Νότια Αμερική. Θα επισκεπτόταν τα νησιά Τάδε, απέναντι της Κολομβίας. Αν τον ξέρατε, θα καταλαβαίνατε εύκολα ότι κάτι τέτοιο δεν είναι καθόλου απίθανο. Άλλωστε ο πατέρας, μπαίνει συχνότερα σε αεροπλάνο παρά σε ταξί. Αυτό που με ανησυχεί όμως είναι, τι πήγε να κάνει μόνος του εκεί; Τελευταία αναφέρει συχνά τις ανησυχίες του για το μέλλον μου, της πτωχής και άνεργης θυγατέρας που παρέκλινε από τον κλάδο της ιατρικής (ανταρσίααααα στο Ζερβουδέειιιικοοοο). Λες να σκαρώνει καμία «μπίζινα» με τους Κολομβιανούς; Δεν ξέρεις ποτέ που μπορεί να φτάσει ένας γονιός για το παιδί του. Μετά θυμάμαι ότι ο πατέρας του Google-translator επισκέφθηκε – περίπου τις ίδιες ημερομηνίες- την Κούβα. Κάτι συμβαίνει εκεί σας το λέω. Ο Νεκτάριος ο φίλος μου και επιχειρηματίας πάντως, επιμένει να αφήσουμε όλοι ράστα και να ανοίξουμε beach bar στη Νότιο Αφρική. Κάπου Νότια τέλος πάντων. Αδέλφια, ενωθείτε! Έφθασε η ώρα να μετοικίσουμε όλοι στο Τζιμπουτί…
Κάποιοι πάντως, προτιμούν να περάσουν ένα δεύτερο Σαββατοκύριακο στον ΠΑΡΟδεισο, παρά στο Λιβυκό Πέλαγος. Αν και το δικό μου μυαλό ταξιδεύει συχνά στην Κρήτη, μιας που διαβάζω μανιακά για το ΝΗΣΙ , η επέλαση των Κρητικών στις Κυκλάδες βρίσκεται πολύ κοντά. Άραγε θα σκάσουν με αλεξίπτωτα πάνω από τη Νάουσα; Θα βγουν με στολή βατραχανθρώπου στο παλιό λιμανάκι; Ίσως έρθουν απλά με τον ιπτάμενο δίσκο τους. Κάνω σενάρια, διότι μου είπαν να περιμένω έκπληξη.

Ημέρα 10-

Τίποτα για σήμερα.

vol 2 click here

No comments:

Post a Comment

Any comments?