21.7.14

Όταν ο Ιούλιος βυθίστηκε σε πένθος…

Ήταν Κυριακή μεσημέρι όταν χτύπησε το τηλέφωνο και μου ανακοινώθηκε ότι ένας συνάδελφος έφυγε από κοντά μας «ξαφνικά». Δεν ήταν πολύ νέος, ούτε πολύ γέρος, αλλά δεν έχει σημασία. Κάπνιζε πολύ; Ναι, κάπνιζε πολύ. Είχε συγχυστεί; Γενικά ναι, ήταν αγχωμένος τελευταία. Το περιμέναμε; Όχι. Ποτέ δεν περιμένεις ότι κάποιος θα πεθάνει έτσι ξαφνικά. Στην πραγματικότητα, δεν είσαι ποτέ έτοιμος για οποιονδήποτε θάνατο. Αλλά το ξαφνικό σοκάρει περισσότερο.

Στριφογύριζα όλο το βράδυ ανήσυχα. Ένιωθα βάρος για όλα όσα δεν έχω προλάβει να πω σε διάφορα άτομα και που δεν έχω συμφιλιωθεί με όσους έχω τσακωθεί και που κάποιες φορές επίτηδες κρατάω πόζα παριστάνοντας τη δυνατή, ενώ θέλω απεγνωσμένα μια αγκαλιά. Περίμενα καρτερικά να ξημερώσει για να στείλω μήνυμα στον μπαμπά μου ότι δεν θέλω πια να τσακωνόμαστε και να προσπαθήσει κι εκείνος λίγο να μη με τσιγκλάει και να αποδεχτεί επιτέλους ότι δεν τους θέλω τους γαμπρούς της συμφοράς που μου φέρνει σόνι και ντέ. Με έπιασε γενικά κρίση καλοσύνης και μετάνοιας και ακόμη και στον άκαρδο γκόμενο που με έκανε έξαλλη, ήθελα να του πω ότι δεν είναι τόσο μαλάκας τελικά και μπορούμε να αγκαλιαστούμε επιτέλους.

Το κλίμα βαρύ στη δουλειά αυτή τη βδομάδα. Το σκεφτόμαστε όλοι, ακόμη και οι πιο μακρινοί. Κυρίως γιατί ήταν έντονη η προσωπικότητά του …

Αλλά για εμένα ήταν άλλο το ζητούμενο. Κάθε φορά που πεθαίνει κάποιος νιώθω φόβο μήπως δεν ζω τη ζωή που θέλω κι είναι κρίμα, μήπως κάπου έχω συμβιβαστεί,  μήπως κάπου έχω φοβηθεί, κάπου έχω κάνει πίσω. Το καταλαβαίνω όταν ρωτάω τον εαυτό μου, «αν ήξερες ότι έχεις μόνο ένα μήνα τι θα έκανες;» και τα περισσότερα δεν είναι καθόλου εξωφρενικά. Θα μπορούσα ήδη να τα κάνω ή να τα προγραμματίσω άμεσα.

Πολλές σκέψεις γύρω από τη ζωή και όχι τόσο γύρω από το θάνατο γενικά. Είναι και κάτι άλλο που θέλω να σας πω εδώ και καιρό κι όλο δεν βρίσκω τις λέξεις.

 Έχω μια φίλη καρκινοπαθή. Ευτυχώς, όλα δείχνουν πως το ξεπερνάει, αλλά όπως και να έχει περνάει μεγάλη περιπέτεια. Τη γνωρίζω από μικρό παιδί. Πάντα αγαπούσε τη ζωή. Θυμάμαι ξυπνούσε στις 6 το πρωί στην Πάρο, για να βγει στη μικρή βεράντα, στου Σαρηγιάννη, να απολαύσει την ανατολή του ηλίου παρέα με ένα τσιγάρο. Ωστόσο, ποτέ δεν είχα την εντύπωση ότι μπορεί να είναι τόσο δυνατή και τόσο ψύχραιμη, όσο είναι τώρα. Ναι, η Σοφία τελικά είναι απερίγραπτα δυνατή, μαχήτρια, κι έκανε τον καρκίνο να μοιάζει με γρίπη. Είμαι σίγουρη ότι όλα θα πάνε καλά για εκείνη, άλλωστε οι άνθρωποι που αγαπάω τη σκαπουλάρουν πάντα, έτσι πιστεύω.


Όταν λοιπόν ο Ιούλιος βυθίστηκε στο πένθος, τρία πράγματα μου έκατσαν στο μυαλό: 1. Ότι θα ζήσω τη ζωή που θέλω 2. Ότι θα πω αυτά που έχω να πω – ανάμεσα στα οποία ήταν αυτό για τη Σοφία, γιατί δεν είχα την ευκαιρία ως τώρα να της πω πόσο πολύ τη θαυμάζω, 3. Ότι στο εξής θα φοβάμαι λιγότερο τις κατσαρίδες.

No comments:

Post a Comment

Any comments?