22.9.17

Το ροδάκινο

Περίμενα να διασχίσω τη Λεωφόρο Αμφιθέας, η ώρα ήταν εννέα παρά το πρωί, άλλο ένα φανάρι να με έπιανε, θα αργούσα στη δουλειά. Η πρώτη, επισήμως, ημέρα του φθινοπώρου.

Όπως κάθε ημέρα, στο ίδιο φανάρι, οι ενοχλητικοί ελληναράδες οδηγοί της Λεωφόρου Αμφιθέας, κολλάνε στον μπροστινό τους, ενώ βλέπουν ότι δεν προχωράει η λωρίδα τους και άρα, όταν ανάψει το δικό σου πράσινο δεν θα μπορείς να διασχίσεις. Θα χάσεις φανάρια, θα βρίσεις, θα χαλάσει η ημέρα σου πριν καν αρχίσει. Στην άλλη πλευρά το δρόμου είναι ο πακιστανός που πουλάει τα χαρτομάντιλα. Το δικό μου αμάξι δεν το πλησιάζει, το έχει σταμπάρει, ξέρει ότι περνάω κάθε ημέρα και δεν αγοράζω ποτέ. Στην πραγματικότητα δεν αγοράζω γενικά χαρτομάντιλα, δεν έχω ποτέ στην τσάντα από αυτό.

Εκείνη την ημέρα, συνέπεφτε και η λαϊκή αγορά, επομένως γινόταν χαμός στους γύρω δρόμους. Κάνω να στρίψω και ένας ευγενικός γεράκος που σέρνει το καρότσι της λαικής μπαίνει στο δρόμο μου. Δεν πήγαινε από το πεζοδρόμιο, αλλά κι εγώ δεν έκανα την πλέον νόμιμη αναστροφή του κόσμου. Εκείνος σταματάει, σέρνοντας το καρότσι της λαϊκής παραπέρα και μου κάνει νόημα με το χέρι να περάσω. Με περίμενε υπομονετικά να τελειώσω με τις μανούβρες μου. «Μες τη μέση κι αυτός!», είπα μουρμουρώντας, αν και το μετάνιωνα ήδη την ώρα που το ξεστόμιζα, μιας που έχω αδυναμία στους ηλικιωμένους ανθρώπους. Και αφού τελικά ολοκλήρωσα τη μανούβρα και περίμενα στο φανάρι, συνέχισα να τον παρατηρώ από τους καθρέπτες.

Εκείνος ήταν ακόμη σταματημένος και μου φάνηκε σαν κάτι να έψαχνε μέσα στο καρότσι του. Τον είδα να βγάζει από μέσα ένα λευκόσαρκο ροδάκινο, που μάλλον το είχε μόλις αγοράσει από τη λαϊκή. Το σήκωσε ψηλά και άπλωσε το χέρι του. Ακολουθώντας την κίνηση με τα μάτια, κοίταξα από τον άλλο καθρέπτη για να δω σε ποιον το δίνει… Ο γεράκος προσέφερε το φρούτο στον Πακιστανό.

Μου έμεινε. Αυτή η κίνηση ευγένειας, εντυπώθηκε μέσα μου.

Καλό φθινόπωρο!

12.9.17

Κωδικός "Νύχι" ή αλλιώς, πως να επιμηκύνετε τις διακοπές σας


Το "Νύχι" είναι ένα inside joke που στην έννοιά του εσωκλείει το μυστικό του 
"Πως να επιμηκύνετε τις 2 εβδομάδες διακοπών σας"

Φέτος το καλοκαίρι, όπως και τα προηγούμενα καλοκαίρια πριν από αυτό, έφυγα με το κεφάλι καζάνι από τη δουλειά, για να προσπαθήσω να το αδειάσω και να διακοπάρω σε μόλις δύο εβδομάδες. Για κάποιους είναι πολύ, για κάποιος λίγο, για εμένα είναι συνηθισμένο. Δουλεύω όλο το χρόνο, για αυτές τις δύο εβδομάδες που πάντα στην αρχή τους μοιάζουν μεγάλες και στο τέλος τους μικρές.  Ξέρω, είναι άδικο για όλους μας.

Γυρνώντας στο γραφείο, ύστερα από μόλις λίγες ώρες, νιώθω σαν να μην έφυγα ποτέ. Αλλά φέτος δεν έγινε έτσι.. Πρώτη φορά στα χρόνια που δουλεύω, επέστρεψα γεμάτη όμορφες αναμνήσεις, χορτάτη και ένιωθα ότι έλειπα όλο το καλοκαίρι.

Λίγες ημέρες πριν την επιστροφή μου συνειδητοποίησα ότι το μυστικό για να χορτάσεις το χρόνο σου, χωρίς αυτός να περάσει γρήγορα, είναι 1)να σπάσεις τη ρουτίνα και 2) οι φίλοι. Τη ρουτίνα, να την κάνεις κομματάκια, να την πατήσεις κάτω, να τη διαλύσεις. Προφανώς και στην καθημερινή ζωή αυτό δεν είναι εφικτό, γιατί όλοι έχουμε τη ρουτίνα μας, μεγάλο μέρος της οποίας δεν μπορούμε να αποφύγουμε. Στις διακοπές όμως, χωρίς να το καταλαβαίνουμε, επαναλαμβάνουμε κάποια ρουτίνα, που νομίζουμε ότι μας ευχαριστεί, αλλά τελικά, κάνει όλες τις ημέρες των διακοπών να μοιάζουν ίδιες.

Για παράδειγμα, έχεις στο μυαλό σου κάποια συγκεκριμένη ώρα που πρέπει να πας στην παραλία και κάποια συγκεκριμένη ώρα να φύγεις. Αμέσως αμέσως, η μέρα σου μικραίνει χωρίς να το καταλάβεις. Εγώ τουλάχιστον έτσι λειτουργούσα όλα αυτά τα χρόνια, λες και χτυπούσα κάρτα στην πλαζ. Κι αν ένα καλοκαίρι πριν με έβγαζε κάποιος εκτός αυτού του προγράμματος, νόμιζα ότι χάνω τη μέρα μου.
Επίσης, στις διακοπές είναι ευκαιρία να ακολουθήσεις το πρόγραμμα των άλλων, έτσι για αλλαγή. Κάπως έτσι, κατέληξα σε μια συναυλία που ποτέ δεν είχα πρόθεση ή επιθυμία να πάω. Για αρχή, πίστευα ότι δεν γνωρίζω κανένα από τα τραγούδια αυτού του συγκροτήματος. Με έκπληξη διαπίστωσα ότι ήξερα τα βασικά και ότι αυτό δεν είχε μεγάλη σημασία, γιατί στις συναυλίες ακούγονται πολλά γνωστά τραγούδια, από πολλούς διαφορετικούς καλλιτέχνες. Δεν είμαι συναυλιακός τύπος βεβαίως, όπως γνωρίζετε οι περισσότεροι, αντιπαθώ την κοσμοσυρροή. Δεν έπαθα τίποτα κακό τελικά, πέρασα καλά και πάλι. Όχι ότι θα ξαναπάω σύντομα.

Τέλος, αυτό που με βοήθησε πολύ στο project «πώς να επιμηκύνετε τις 2 εβδομάδες σας» ήταν ότι είχα την τύχη, να μοιραστώ αυτές τις διακοπές με πολλούς διαφορετικούς φίλους και παρέες, σε ποικίλους μεταξύ τους συνδυασμούς. Πολλοί άνθρωποι διαφορετικοί μεταξύ τους, που στη ζωή μας στην Αθήνα δεν συναντιόμαστε με τέτοια συχνότητα, γιατί κακά τα ψέματα, όταν έχεις περιορισμένο χρόνο μέσα στην τρελή ρουτίνα, θα δεις αυτούς που είναι εύκολο στη συνεννόηση να δεις, ή αυτούς που μένουν πιο κοντά κλπ.

Το καλοκαίρι μου μοιράστηκε μεταξύ Πάρου και Σαντορίνης και ήταν το καλύτερο μακράν, της τελευταίας  πενταετίας. Πολύ γέλιο, πολύ τραγούδι, πολύ φαί. Όλα καλά παιδιά…


Τώρα, αν μπορεί κανείς να πατάξει τη ρουτίνα και στην καθημερινότητά του, γιατί όχι. Αν και κάποια τελετουργικά είναι αναγκαία ή εξαιρετικά χρήσιμα, σίγουρα μπορούμε όλοι να κάνουμε τη ζωή μας λίγο πιο ενδιαφέρουσα, έχοντας κατά νου, πως κάθε ημέρα είναι διαφορετική ούτως ή άλλως, οπότε είναι κρίμα να ζούμε σε επανάληψη την ίδια ημέρα, περιμένοντας την καλοκαιρινή άδεια. 

28.7.17

Ιστορίες στο κτηνιατρείο & Διακοπές με σκυλί


Εχθές είχα να πάω κτηνίατρο (!), μια ρουτίνα που με ευχαριστεί πολύ, καθότι είναι από τα λίγα μέρη που είναι "Ok" να μαζεύονται πολλά σκυλιά μαζί, κι όλοι οι άνθρωποι που βρισκόμαστε στην αναμονή έχουμε κοινά ενδιαφέροντα και πράγματα να μοιραστούμε.

Το πιο εκπληκτικό από όλα είναι ότι κάθε φορά συναντάω διαφορετικούς ανθρώπους με τα ξεχωριστά σκυλιά τους (ή τα γατιά τους). Με όλους θα ανταλλάξεις μια κουβέντα, θα μοιραστείς εμπειρίες και φυσικά θα καμαρώσεις για το δικό σου τετράποδο, που όλο και κάποιο κομπλιμέντο θα τσιμπήσει. H άποψή μου; είμαστε σαν κοινότητα κι ας μη γνωριζόμαστε μεταξύ μας...

Κάπως έτσι λοιπόν, εχθές περίμενα περίπου μια ώρα με την Ίντι και το Τζέρι στο σαλόνι αναμονής του κτηνιατρείου και στο μεταξύ γνωρίσαμε τον Όσκαρ  που φοβάται το σεσουάρ, την Κίρκη που έχει καλαζάρ, τη Μπού που θα πάει διακοπές στην Αίγινα. Και τότε έγινε αυτό. Έσκασε μια κοπέλα με δύο ροτβάιλερ. Όλοι αναστατώθηκαν στο θέαμα και η κοπέλα με τα σκυλιά έκατσε έξω να περιμένει τη σειρά της. Τα σκυλιά φαίνονταν ήρεμα ωστόσο, απολύτως ελεγχόμενα και σχεδόν βαριεστημένα.

Όταν μπήκα στο εξεταστήριο, μεταξύ άλλων, η κτηνίατρος μου είπε ότι το ένα από τα δύο –καθαρόαιμο- ροτβάιλερ, το βρήκαν προχθές παρατημένο στο δρόμο και το υιοθέτησαν.
«ΚΑΘΑΡΟΑΙΜΟ! Το πιστεύεις; Ό,τι θελει βρίσκει κανείς…», είπε και στράβωσε τα μούτρα της. Εκείνη τη στιγμή, παρατήρησα ότι ένα σκυλάκι έκλαιγε μέσα από το κλουβάκι του. «Τι είναι αυτό;», τη ρωτάω. «Παρατημένο Μαλτέζ. Το αγόρασε ένα ζευγάρι ηλικωμένων και μετά αποφάσισαν ότι δεν το θέλουν…». 

Εκτός ότι πάνε και δίνουν τόσα λεφτά για να αγοράσουν ένα ζώο ράτσας, το παρατάνε κιόλας. Ούτε το ζώο λυπούνται, ούτε τα λεφτά τους. Είμαστε στο 2017 και ακόμη μπορεί κάποιος να πάρει ένα ζώο και να το παρατήσει χωρίς συνέπειες. 

Ξέρετε, έχει πολύ μεγάλο ζόρι το θέμα κατοικίδιο & διακοπές. Δεν μπορείτε να φανταστείτε πόσο βασανίζομαι να ανεβοκατεβάζω δύο σκυλιά από το γκαράζ στο κατάστρωμα, με το Τζέρι που είναι 2 κιλά και πρέπει αναγκαστικά να τον έχω αγκαλιά μην τον πατήσουν. Με την Ίντι που είναι φοβική.

Πόσο δύσκολο είναι να βρω να κάτσω δίπλα σε άλλους ανθρώπους, με δύο σκυλιά, όταν το πλοίο είναι γεμάτο. Δεν μπορώ να πάω ούτε τουαλέτα όταν ταξιδεύω μόνη μου. Ω ΝΑΙ!

Πόσο αγωνιώ μήπως κανένας μαλάκας μου την πει για το οτιδήποτε, και τσακωθώ χαλώντας τη διάθεσή μου χωρίς λόγο.

Πόσο αγχωτικό είναι το αν θα βρω κάποιο φίλο ή γονιό, να μου τα κρατήσει, όταν δεν μπορώ να τα πάρω μαζί.

Πόσο εκνευριστικό είναι να μη δέχονται σκυλιά σε τριτοδεύτερα ξενοδοχεία τύπου appartments, δηλαδή εντάξει, τις κατσαρίδες γιατί τις δέχονται ναούμε;

Πιστέψτε με, παρόλη την ταλαιπωρία του ταξιδιού (θέλω μια τσάντα μόνο για το Τζέρι και την Ίντι, τροφές, πιάτα, χαλάκια κλπ), θα ήθελα πάρα πολύ να έρχονται μαζί μου στις διακοπές, σε όλες τις διακοπές, παντού. Ο Τζέρι που είναι 2 κιλά είναι τυχερός… Έχει μπει σε αεροπλάνα, πλοία και τρένα, έχει κάνει κάμπινγκ στη Σαμοθράκη μέχρι και κοσμικές διακοπές στις Σπέτσες, έχει πάει σε εστιατόρια, σε σινεμά, σε μπαρ. Με την Ίντι είναι πιο δύσκολα τα πράγματα και είναι κρίμα, γιατί λατρεύει τη θάλασσα, το βουνό, τα χιόνια, είναι εκδρομικός σκύλος, αλλά δεν μπορείς να την κρύψεις κάτω από ένα παρεό, όπως τον Τζέρι.

 Δεν σας κρύβω, ότι έχω «χάσει» διακοπές, επειδή δεν είχα που να τους αφήσω. Αλλά αυτά τα ξέρεις όταν αποφασίζεις να υιοθετήσεις ένα ζωάκι. Όχι, δεν καθορίζει το σκυλί τη ζωή σου, θα μπορούσα να τα αφήσω σε ένα ξενοδοχείο ζώων και να τελειώνει το θέμα, υπάρχουν και ξενοδοχεία με 5€. Δεν θέλω, πολύ απλά.

Εσείς που δεν έχετε καταλάβει ότι η συμβίωση με ζώα είναι τρόπος ζωής, δώστε αυτά τα κωλοπέντε ευρώ, ή δώστε τα ζώα σας για υιοθεσία, ή εξαρχής ΜΗΝ ΕΧΕΤΕ ΖΩΑ. Σίγουρα καλύτερο από το να τα εγκαταλείπετε στη Βουλιαγμένη ας πούμε.



26.7.17

Η δραματική ιστορία του ασανσέρ


Κάποιες εκδηλώσεις της ανθρώπινης βλακείας δεν μπορείς να τις ξεπεράσεις ποτέ, όσες φορές κι αν τις συναντήσεις στη ζωή σου. Μια από αυτές είναι η συμπεριφορά που έχουν οι άνθρωποι σε σχέση με το ασανσέρ. Βεβαίως δεν μιλάμε για το απλό ασανσέρ που έχουμε οι περισσότεροι στο σπίτι μας, αλλά τα μεγάλα ασανσέρ, σε μεγάλους δημόσιους χώρους…

Το Διαβολικά κουμπάκια

Μικρό μου βλαχαδερό, όταν καλείς το ασανσέρ λογικά θέλεις να πας είτε πάνω είτε κάτω. Όχι πάνω-κάτω. Υπάρχει λόγος που υπάρχουν δύο κουμπάκια στο ταμπλό. Όταν θες να ανέβεις, πατάς το πάνω, όταν θες να κατέβεις το κάτω. Δεν θα καταλάβω ποτέ γιατί οι άνθρωποι πατάνε και τα δύο μαζί λες και θα έρθει το ασανσέρ γρηγορότερα…

Το ίδιο εξοργιστικό, είναι όταν πατάτε ξανά το ήδη πατημένο κουμπί, από αφηρημάδα ή από βλακεία. Το βλέπεις είναι αναμμένο, δηλαδή κάποιος άλλος το έχει πατήσει νωρίτερα από εσένα και περιμένει όπως πρέπει να κάνεις εσύ. Τι θα αλλάξει αν το πατήσεις άλλες δέκα φορές;

Τα αόρατα βελάκια

Άντε και ήρθε το ασανσέρ… Συνεχίζεις να βλέπεις ότι το κουμπάκι σου είναι αναμμένο. Φωτεινά βελάκια μέσα κι έξω από το ασανσέρ, δείχνουν ξεκάθαρα ότι η καμπίνα πηγαίνει προς τα κάτω. Εσύ θες να ανέβεις δυο-τρεις ορόφους. Αλλά μπουκάρεις μέσα, να στριμωχτείς κι εσύ, για να πάτε όλοι οι ηλίθιοι μαζί δέκα ορόφους κάτω, μετά να αρχίσετε να ανεβαίνετε όροφο-όροφο (και μάντεψε, κάποιοι δεν θα χωρέσουμε ποτέ επειδή έχει τιγκάρει με ζώα σαν και του λόγου σου), μέχρι να φτάσεις από εκεί που ξεκίνησες (hellooooo) και τελικά να φτάσεις εκεί που θες έχοντας ιδρώσει ωσάν να πήγαινες από τις σκάλες.

«Ανεβαίνει;»

Άντε πες ότι δεν παρατήρησες ότι υπάρχουν αυτά τα βελάκια και αποφασίζεις να γίνεις πιο επικοινωνιακός. Ανοίγει η καμπίνα και μας βλέπεις τον έναν καβαλημένο πάνω στον άλλον, ίσα που χωράμε να αναπνεύσουμε. «Ανεβαίνει;», ρωτάς παίρνοντας αυτό το συμπαθητικό και καλοσυνάτο βλέμμα. Δηλαδή είναι επιστήμη να αποκρυπτογραφήσεις την κατεύθυνση του ασανσέρ ανοίγοντας τα στραβά σου… «Κατεβαίνει!», ουρλιάζει αγανακτισμένος κάποιος για να σε αποτρέψει από το να μπεις. «Α, δεν πειράζει!», απαντάς και μπουκάρεις. Γιατί; Γιατί άνθρωπέ μου; Αφού θα μπεις, γιατί ρωτάς;

Όλοι  πρώτη θέση

Η λογική λέει ότι εάν κατεβαίνεις στον τελευταίο όροφο, μπορείς να κάτσεις πίσω πίσω στην καμπίνα όσο το ασανσέρ γεμίζει με επιβάτες των ενδιάμεσων ορόφων. Για να μην εμποδίζεις, ξέρεις. Αφού θα βγεις τελευταίος μωρέ… Το κατάλαβες, έτσι; Όμως όχι… Όλοι θέλουν να κάθονται μπροστά στην πόρτα, σαν ογκόλιθοι.

Πάτα και ξαναπάτα

Έχει φτάσει το ασανσέρ (yeeeeaa), πηγαίνει προς την επιθυμητή κατεύθυνση (yeeeeeeeiiiii) και αντιλαμβάνεσαι ότι με καμία δύναμη δεν χωράς (asfdf$%#)! Όσο και να ρουφηχτείς είναι αδύνατο να μπεις, οπότε αναγκαστικά θα πρέπει να περιμένεις το επόμενο. Σε περίπτωση καθόδου, ειλικρινά άνθρωπέ μου, πάρε τη σκάλα να τελειώνουμε… Αλλά δεν είναι αυτό που θέλω να πω…

Η καμπίνα έχει φτάσει φίσκα, αντιλαμβάνεσαι ότι δεν χωράς και πριν προλάβει να κλείσει η πόρτα, πατάς και ξαναπατάς το κουμπί. Η πόρτα ξανανοίγει, σε κοιτάνε στην αρχή έκπληκτοι, μετά νομίζουν ότι χάλασε το ασανσέρ και κατόπιν αντιλαμβάνονται τι συμβαίνει και αρχίζουν να διαμαρτύρονται, μέχρι να καταλάβεις ότι εσύ προκαλείς αυτό το μαγικό σταμάτημα του χρόνου και του χώρου, με το κωλοδαχτυλάκι σου.

Lost in space

Είσαι μέσα στο ασανσέρ επιτέλους(!) και νιώθεις σαν την Αλίκη στη Χώρα των θαυμάτων, έχεις αποπροσανατολιστεί τελείως, είτε γιατί έχεις κάνει όλα τα προηγούμενα (πάνω-κάτω κλπ), είτε γιατί πραγματικά είσαι μπούφος. Ανοίγει η πόρτα και ρωτάς «σε ποιον όροφο είμαστε», λες και η φωτεινή επιγραφή «3» θέλει πτυχίο μαθηματικών για να γίνει κατανοητή.

Και τώρα το καλύτερο…

Είναι ειδική κατηγορία ανθρώπων, που σίγουρα έρχονται από το διάστημα.

Μπαίνουν στο ασανσέρ. Αυτό αρχίζει να κινείται προς τα πάνω ή προς τα κάτω… Και ξαφνικά, πετάγονται σαν μόλις να τους χτύπησε κάποιος κεραυνός… Δεν έχουν πατήσει καν τον όροφο που θέλουν να πάνε. Το αφήνουν στην τύχη… κι όπου τους βγάλει. 

6.7.17

Τι ήταν τελικά το Survivor;

Τώρα που τελείωσε και μπορούμε να το κρίνουμε επί του συνόλου, τι ήταν το survivor για τον Έλληνα τηλεθεατή; Γιατί είχε τόσο μεγάλη απήχηση; Kαι (και και και και) γιατί ο Ντάνος βγήκε νικητής;

Καταρχήν το φετινό Survivror μας βρήκε καταχείμωνο, και μάλιστα, τον πιο βαρύ χειμώνα από το 2011 και μετά. Πολλοί ξεκίνησαν-φαντάζομαι- να βλέπουν survivor επειδή έκανε κρύο κι ήταν προτιμότερο να χουχουλιάσουν με την κουβερτούλα στον καναπέ, χαζεύοντας εξωτικές παραλίες από την τηλεόραση, από το να βγουν έξω στο κρύο και να χαλάσουν λεφτά… Γλιτώσαμε πολλές μάταιες εξόδους διασκεδάζοντας τσάμπα από το σπίτι μας. Η διασκέδαση είχε διάρκεια 4 ωρών, μεγαλύτερη από οποιαδήποτε άλλη σειρά ή εκπομπή της ζώνης. Και τέλος, νομίζω ότι έπαιξε ξεκάθαρο ρόλο ότι το σενάριο της τελευταίες χρονιάς του Μπρούσκο ήταν μεγάλη μάπα, με αποτέλεσμα όλες αυτές οι τηλεθεάτριες που μέχρι τότε έλιωναν για τον Τότσικα και παθιάζονταν με τον έρωτα Αχχιλέα-Μελίνας, να βρουν νέο έρωτα στο πρόσωπο του Ντάνου και στα μπράτσα του Βασάλου.

Σαν τελευταίο κριτήριο, αλλά πραγματικά νομίζω ότι δεν έπαιξε μεγάλο ρόλο, θα παραθέσω τον παράγοντα «ομάδα των διασήμων». Ότι τάχα μου, ο κόσμος ήθελε να βλέπει τους διάσημους να σέρνονται σα σκουλήκια στις άμμους και να ψωμολυσσάνε της πείνας. Στην πραγματικότητα όμως, οι διάσημοι ήταν παντελώς άσημοι, επομένως δεν νομίζω ότι τράβηξε αυτό τον κόσμο. Κάποιους ναι, αλλά όχι τους πολλούς.

Αφού όμως γνωρίσαμε τους διάσημους και πειστήκαμε ότι είναι πράγματι διάσημοι (!), και θα εξαιρέσω από αυτό το σχόλιο το Γιάννη Σπαλιάρα και τον Γιώργο Χρανιώτη, τους αποδεχτήκαμε σαν σελέμπριτιζ  κι εκεί ξεκίνησε ο φανατισμός. Οι περισσότεροι τάχτηκαν υπέρ των μαχητών, γιατί ήθελαν να κερδίσει ο απλός λαός και όχι οι περιττοί άγνωστοι αστέρες. Και τότε συνέβη το μοιραίο… Ο Γιώργος Αγγελόπουλος, εξορίσθη στην παραλία των διασήμων και ως άλλος Δημήτρης Παπαμιχαήλ λατρεύτηκε από τους κοινούς θνητούς, που βάφτηκαν για χάρη του κόκκινοι. Σαφώς, δεν ήταν μόνο η αγάπη για το λαϊκό παιδί, αλλά και το γεγονός ότι οι μαχητές, μέρα με τη μέρα γίνονταν ολοένα και πιο αντιπαθητικοί.

Ο Τσάνγκ και ο Μάνατζερ Ράκμπι με τις ύπουλες στρατηγικές… Και που να δώσεις δίκιο στον πρώην Μισθοφόρο, που με τις γκριμάτσες του γινόταν ολοένα και πιο γελοίος. Ο Βασάλος ο γκρινιάρης και η κυρία Ελένη που έπρεπε εξ αρχής να πάει σπίτι της να σφουγγαρίσει (ακόμα επιμένει ότι είναι 33 ετών, για το θεό!). Ο άλλος ο χοντρός που έφυγε νωρίς επειδή… έχασε το σταυρουδάκι του (πες ότι σε έκοψε η λόρδα και παράτα μας!). Οι δίδυμες που ήταν τα φερέφωνα του κομπλέξα μισθοφόρου. Η Κολλιδά που πήγε να βρει γαμπρό και πόνταρε σε δύο άλογα, στο μισθοφόρο – κατά το twitter μανάβη- αλλά ακόμη και το Μπό. Και πήγε Άγιο Δομίνικο για σερβάιβορ με σέξι μαγιό. Και λέτε όλοι για το Χανταμπάκη, αλλά και η Κολλιδά, μια χαρά εκβίαζε το συναίσθημα χρησιμοποιώντας το παιδί  και το παιδί της. Τέλος, Μάριος. Κακομοίρης αδυνατούλης, φτερό στον άνεμο, συμπαθής μέχρι  την επιστροφή του από το ατύχημα και την αποθεραπεία εξπρές – μόνο η μαντάμ Πόμφρι* θα μπορούσε να επαναφέρει τη σπασμένη κλείδα και τα πλευρά του Μάριου σε 15 μέρες. Ο Μάριος από κακομοίρης έγινε είρων, από τρελός Κύπριος, έγινε τρελός μαλάκας, από μαχητής έγινε φασίστας και όπως κάθε τέτοιος, είχε και τους δικούς του φανατικούς οπαδούς.

Ο κόσμος ξανάγινε μπλε, όχι επειδή οι μαχητές έπαψαν να είναι αντιπαθέστατοι, αλλά επειδή ο Σπαλιάρας, ο μοναδικός σταρ της παραλίας τελικά, πήγε στους άσημους μαχητές. Τα αγωνίσματα έγιναν ατομικά, όχι στο τέλος, αλλά την εποχή της Επανάστασης της Μπουμπουλίνας, Ειρήνης Παπαδοπούλου. Δεν ήθελες να κερδίσουν οι κόκκινοι γιατί την πολεμούσαν, αλλά ούτε και οι μπλε που ήταν επισήμως οι αντίπαλοί της. Ήθελες απλά να κερδίσει η Ειρήνη Παπαδοπούλου. 

Μετά την αποχώρηση της Παπαδοπούλου, υπήρχαν 4 ομάδες: η ομάδα των κόκκινων, ο Ντάνος, οι μπλε και ο Σπαλ. Κι αφού ο Σπαλ, αγωνιστικά, δεν μπορούσε να συγκριθεί με το Ντάνο, ήταν σίγουρο ότι νικητής θα είναι ο Αγγελόπουλος. Γιατί ο νικητής θα ήταν ένας άνθρωπος, όχι ένα από τα μέλη κάποιας ομάδας (που μοιάζει περισσότερο με σαύρα, παρά με άνθρωπο).

Γιατί; Γιατί πολλοί από αυτούς που ψήφισαν υπήρξαν οι ίδιοι θύματα μπούλινγκ, ή έχουν ζήσει περιθωριοποιημένοι από τις διάφορες κλίκες της κοινωνίας μας. Μπορεί επειδή είναι μονάδες, να φαίνονται λίγοι, όμως από την ψηφοφορία, αν ισχύει η θεωρία μου, είναι πολλοί. Και (και και και και μόνο εσύ), τελικά νικούν, επειδή είναι οι πιο δυνατοί. Αυτό το στοιχείο ακριβώς είναι που αναγκάζει τους άλλους να δημιουργήσουν ομάδες εναντίον τους. Η δύναμη.

Προσωπικά ούτε τον συμπαθώ, ούτε τον αντιπαθώ, ούτε τον ψήφισα, ούτε έμεινα ξύπνια να δω τον τελικό. Αλλά μου φαίνεται ότι ήταν δίκαιος ο τρόπος που έληξε το φαινόμενο survivor (κι ας μην αντέχει ο οργανισμός μου το σταυροκόπημα και τα νταηλίκια ηθικολογίας).

*Μαντάμ Πόμφρι: Μάγισσα, νοσοκόμα στο Hogwards, το Σχολείο για Μάγια & Ξόρκια (J.W. Rowling)